Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

James Douglas Morrison

Κυκλικά... Περιστροφικά... Περικυκλωμένα...
Κόκκινο... Πλούσιο... Κυκλικό τρικ μαγικό...
Άσωτο αιλουροειδές τρέχει προσεχτικά...
Εάν καταλαβαίνεις τι εννοώ...
Αυτό είναι το υπαρκτό φαντασιακό Βέρμοντ...
Το στόμα σ’ οδηγεί προς τα ‘δω...
Εγώ, προς τα ‘κει...
Όχι και τόσο ταχύ, το χέρι αρκετά αργό...
Για να υπάρχουμε στον χρόνο πεθαίνουμε οικοδομώντας πρίσματα σ’ έναν άδειο χώρο...
Η αλήθεια γρηγορότερη...
Αυτές οι διακοπές οι απειλές με όπλα, πυροβολόντας τη δημοκρατία...
Το όνειρο του προέδρου πίσω από τον θρόνο...
Τέσσερα σκοραρισμένα... Βιαστικός πυρετός, η κλινική...
Η σοφία της σύφιλης, γιατρός νοσοκόμα...
Ινδιάνοι αμερικανοί, Ατλαντίδα σώσε μας...
Οδήγησέ μας σε χρόνους ανάγκης...
Προσευχή στο σώμα του κυττάρου του μυαλού...
Προσευχή στη μέση κάποιου που προσεύχεται...
Στον στερνό ψίθυρο του απογεύματος...
Καθώς το χέρι ήσυχα γλιστράει μες στα γαλήνια αγκάθια, στις πέτρες, στις καταιγίδες...
Περιμένω τον ερχομό σου...
Δίχως αδιαφορία... Μίλα μου...
Μη μ’ αφήνεις μόνο εδώ πέρα στον βασανιστικό προθάλαμο της κλινικής...
Τα ανιαρά μπαρ, η μητέρα του...
Που θα βοηθήσει μ’ ένα σπίρτο κι ένα τσιγάρο...
Φεύγω...
Θεέ... Ποιο είναι τ’ όνομά σου;

Jim Morrison - Ερημιά ~ Τα κρυμμένα ποιήματα...

Edgar Allan Poe

Κοιτάξτε...
Μια πανηγυρική παράσταση είναι...
Σε αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια...
Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο...
Με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο...
Κάθεται σ’ ένα θέατρο για να δει...
Ένα δράμα από ελπίδες και φόβους καμωμένο...
Ενώ η ορχήστρα στενάζει κάθε τόσο...
Τη μουσική των κόσμων...
Μίμοι, στο σχήμα του Υψίστου ντυμένοι...
Σιγομιλάν και σιγομουρμουρίζουν...


Και δώθε κείθε ξεπετάγονται...
Νευρόσπαστα σωστά, που πηγαινόρχονται...
Στις διαταγές τεράστιων άμορφων στοιχείων...
Που αλλάζουνε τα σκηνικά μπρος πίσω...
Σαλεύοντας με όρνιου φτερά...
Την αόρατη ένα γύρω δυστυχία...
Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα...
Δεν θα βολέψει να λησμονηθεί...
Μ’αυτό το φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται...
Από 'να πλήθος, όπου δε βολεί να το τσακώσει...
Μεσ’ έναν κύκλο, όπου αιώνια στρέφοντας...
Ματαγυρνά στην ίδια θέση πάντα...
Κι όπου περίσσα τρέλα και πιότερη αμαρτία...
Και φρίκη της πλοκής του, ειν’ η ψυχή...
Μα ιδέστε, μεσ’στη χλαλοή των μίμων...
Μια χαμόσυρτη μορφή που εισβάλει...
Ένα πράμα αιματοκόκκινο, που νηματόστριφο...
Προβάλλει από τα ερημοσκότεινα βάθη της σκηνής...
Σα νήμα γυροστρέφει, γυροστρέφει...
Και σ’αγωνία θνητών οι μίμοι γίνονται βορά του...
Και κλαίνε λυγμικά τα σεραφείμ...
Θωρώντας τις μασέλες του ερπετού...
Από αίμα ανθρώπινο να ξεχειλάνε...
Κι έσβησαν, έσβησαν με μιας όλα τα φώτα...
Κι εμπρός απ’ όλες τις τρεμουλιαστές μορφές...
Η αυλαία νεκροσάβανο...
Πέφτει με τη μανία μιας καταιγίδας...
Ενώ οι άγγελοι χλωμοί κι αποσβησμένοι...
Σκώνονται, ρίχτουνε τα πέπλα και βεβαιώνουνε...
Πως το έργο αυτό ειν’ η τραγωδία που λέγεται “Ανθρωπος”...
Κι ο ήρωάς του είναι το Κυρίαρχο Σκουλήκι...

Νίκος Καζαντζάκης

Με κίντυνο, βαρυγκωμώντας...
Τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι...
Πασχίζω να τιναχτώ από τον ύπνο...
Να σταθώ λίγη ώρα, όσο μπορώ, όρθιος...
Μια μικρή ανυπόταχτη πνοή μάχεται μέσα μου απελπισμένα...
Να νικήσει την ευτυχία, την κούραση και τον θάνατο...
Γυμνάζω σαν άλογο πολεμικό το σώμα μου...
Το συντηρώ λιτό, γερό, πρόθυμο...
Το σκληραγωγώ και το σπλαχνίζομαι...
Άλλο άλογο δεν έχω...
Συντηρώ το μυαλό μου ακοίμητο, λαγαρό, ανήλεο...
Το αμολώ να παλεύει ακατάλυτα και να κατατρώει...
Φως αυτό, το σκοτάδι της σάρκας....
Άλλο αργαστήρι να κάνω το σκοτάδι φως δεν έχω...



Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Γύρω η μαυρίλα...
Μέσα η καρδιά μου...
Στο πάτημά μου...
Τρίζουν τα φύλλα...

Νερό, αργοκύλα...
Στολίδια γάμου...
Ξεσκίδια χάμου...
Ανατριχίλα...

Μέσ᾿ στο βιβλίο...
Σσκυμμένα μάτια...
Και δε διαβάζω...

Σιωπή, ερμιά, κρύο...
Πέρα;
Παλάτια...
Σκοινιά...
Σπαράζω...

Πάμπλο Νερούδα




Δε σε θέλω παρά γιατί σε θέλω...
Μα απ’ το θέλω στο δε σε θέλω πέφτω...
Κι απ’ το καρτέρα, όταν δε σε προσμένω...
Περνώ απ’ το παγερό στο πυρωμένο...
Σε θέλω μόνο γιατί εσένα θέλω...
Σε μισώ μα γι’ αγάπη σου προσπέφτω...
Κι είν’ της αθώας αγάπης μου το μέτρο...
Σαν τυφλός που αγαπά να μη σε βλέπω...
Το σκληρόψυχο του Γενάρη φέγγος...
Την καρδιά μου θα σιγολιώσει εφέτος...
Ανοίγοντάς μου στα κρυφά το στέρνο...
Μόνος στην ιστορία αυτή πεθαίνω...
Και πεθαίνω απ’ αγάπη αφού σε θέλω...
Σε θέλω, αγάπη, ως το αίμα κι ως το τέλος...

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Ο χρόνος και το ποτάμι ~ Νικηφόρος Βρεττάκος

Τ' όνομά σου... Ψωμί στο τραπέζι...
Τ' όνομά σου... Νερό στην πηγή...
Τ' όνομά σου... Αγιόκλημα αναρριχόμενων άστρων...
Τ' όνομά σου... Παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη...

Τ' όνομά σου... Ρινίσματα ήλιου...
Τ' όνομά σου... Στροφή από φλάουτο τη νύχτα...
Τ' όνομά σου... Στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο...
Τ' όνομά σου... Κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την άνοιξη πίσω τους...
Τ' όνομά σου... Βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο...
Τ' όνομά σου... Περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα...
Τ' όνομά σου... Τοπίο χωρισμένο με χρώματα...
Τ' όνομά σου... Δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του...

Τ' όνομά σου... Ένας ψίθυρος απ' αστέρι σε αστέρι...
Τ' όνομά σου... Ομιλία δυο ρυακιών μεταξύ τους...
Τ' όνομά σου... Μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο...
Τ' όνομά σου... Ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου...

Τ' όνομά σου... Ροδόφυλλο σ' ενός βρέφους το μάγουλο...
Τ' όνομά σου... Πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλων...
Τ' όνομά σου... Ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου...
Τ' όνομά σου... Πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια μεσούρανα...

Τ' όνομά σου... Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους...
Τ' όνομά σου... Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων...
Τ' όνομά σου... Ειρήνη στις ρότες των πλοίων...
Τ' όνομά σου... Ένας άρτος βαλμένος στην άκρη της γης, που περίσσεψε...

Τ' όνομά σου... Αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα...
Τ' όνομά σου... Αλληλούια πάνω στο Έβερεστ...

Η ώρα της κρίσεως ~ Oscar Wilde

Και έπεσε σιωπή την Ώρα της Κρίσεως και ο Άνθρωπος γυμνός στάθηκε εμπρός στο Θεό...
Και ο Θεός άνοιξε το Βιβλίο της Ζωής του Ανθρώπου...

Και είπε ο Θεός στον Άνθρωπο...
"Η ζωή σου ήταν κακή, έδειξες σκληρότητα σ’εκείνους που χρειάστηκαν τη συνδρομή σου και σ' εκείνους που χρειάστηκαν βοήθεια φέρθηκες με πικρία και σκληρότητα. Οι φτωχοί σου φώναξαν και δεν άκουσες έκλεισες τα αυτιά σου στη φωνή των βασανισμένων Μου. Καταχράστηκες την κληρονομιά των ορφανών και έστειλες τις αλεπούδες στον αμπελώνα του γείτονά σου. Πήρες τον άρτο των παιδιών και στα σκυλιά τον έδωσες για να τον φάνε, και τους λεπρούς Μου που ζούσαν ειρηνικά στους βάλτους και Με δόξαζαν, τους οδήγησες στις λεωφόρους και πάνω στη γη Μου από την οποία σε έπλασα έχυσες αίμα αθώων..."

Και ο άνθρωπος απάντησε...
"Αυτά τα έκανα..."

Και ο Θεός άνοιξε πάλι το Βιβλίο της Ζωής του Ανθρώπου...

Και είπε ο Θεός στον Άνθρωπο...
"Η ζωή σου ήταν κακή. Την ομορφιά που σου έδειξα έψαχνες να τη βρεις και το καλό που σου έκρυψα το προσπέρασες. Οι τοίχοι του δωματίου σου ήταν ζωγραφισμένοι με εικόνες κι από την αποτρόπαια κλίνη σου σηκωνόσουν με τον ήχο φλάουτου. Έχτισες επτά βωμούς για τα αμαρτήματα που υπέφερα και έφαγες από αυτό που δεν πρέπει να φαγωθεί, και η πορφύρα των ενδυμάτων σου ήταν κεντημένη με τα τρία αμαρτήματα της αισχύνης. Τα είδωλά σου δεν ήταν ούτε από ασήμι ούτε από χρυσό που διαρκούν μα από σάρκα που πεθαίνει. Μόλυνες τα μαλλιά τους με αρώματα και έβαζες στα χέρια τους ρόδια. Μόλυνες τα πόδια τους με ζαφορά και έστρωνες χαλιά για να πατούν. Μόλυνες τα μάτια τους με αντιμόνιο και με μύρρα άλειφες το σώμα τους. Υποκλινόσουν ως το πάτωμα μπροστά τους και στον ήλιο τοποθέτησες τους θρόνους των ειδώλων σου. Έδειξες στον ήλιο την αισχύνη σου και στη σελήνη την παραφροσύνη σου..."
Και ο άνθρωπος απάντησε... "Και αυτό το έκανα..."

Και Τρίτη φορά άνοιξε ο Θεός το Βιβλίο της Ζωής του Ανθρώπου...

Και είπε ο Θεός στον Άνθρωπο...
Κακή ήταν η ζωή σου. Με κακό ανταπέδωσες το καλό και με αδικία την καλοσύνη. Δάγκωσες τα χέρια που σε τάισαν και περιφρόνησες το στήθος που σε θήλασε. Αυτός που ερχόταν σε σένα με νερό έφευγε διψασμένος και τους ληστές μου που σε έκρυψαν τη νύχτα στις σκηνές τους τους πρόδωσες πριν ξημερώσει. Τον εχθρό σου που σε ευσπλαχνίστηκε τον παγίδεψες με ενέδρα και το φίλο που πορεύτηκε μαζί σου τον πούλησες και την Αγάπη την ανταπέδιδες με Πόθο..."

Και ο Άνθρωπος απάντησε και είπε... "Και αυτά τα έκανα..."

Και ο Θεός έκλεισε το Βιβλίο της Ζωής του Ανθρώπου και είπε... "Θα σε στείλω σίγουρα στην Κόλαση..."

Και ο Άνθρωπος φώναξε... "Δε μπορείς..."

Και ο Θεός είπε στον Άνθρωπο... "Και για ποιο λόγο δεν μπορώ να σε στείλω στην Κόλαση..."

"Γιατί πάντα στην κόλαση έζησα" απάντησε ο Άνθρωπος...

Και έπεσε σιωπή την Ώρα της Κρίσεως...

Και ύστερα από λίγο μίλησε ο Θεός και είπε στον Άνθρωπο...
"Βλέπω πως δεν μπορώ να σε στείλω στην Κόλαση. Θα σε στείλω στον Παράδεισο..."

Και ο Άνθρωπος φώναξε... "Δε μπορείς..."

Και είπε ο Θεός στον Άνθρωπο... "Και για ποιο λόγο δε μπορώ να σε στείλω στον Παράδεισο;"

"Γιατί ποτέ, και με κανένα τρόπο δε μπόρεσα να τον φανταστώ", απάντησε ο Άνθρωπος...

Και έπεσε σιωπή την Ώρα της Κρίσεως...

Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη ~ Sylvia Plath

Λαίδη Λάζαρος

Σύντομα...

Σύντομα η σάρκα...
Που στη σπηλιά του τάφου έχει φαγωθεί...
Σε μένα θα επιστραφεί...

Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα...
Είμαι μόλις τριάντα...
Και σαν την γάτα μπορώ να χάσω τη ζωή μου εφτά φορές...

Η τρίτη είναι αυτή...
Τι σκουπιδαριό...
Να εκμηδενίζεις τις δεκαετίες...

Πόσα μύρια νήματα...
Το πλήθος που μασουλά φιστίκια...
Στριμώχνεται να δει...

Να με ξετυλίγουν χέρια και πόδια...
Το μεγάλο ξεγύμνωμα...
Κυρίες και κύριοι...

Αυτά είναι τα χέρια μου...
Τα γόνατά μου...
Μπορεί να είμαι πετσί και κόκαλο...

Αλλά είμαι η ίδια, πανομοιότυπη γυναίκα...
Όταν συνέβη για πρώτη φορά ήμουνα δέκα...
Ήταν ατύχημα...

Τη δεύτερη...

Σκόπευα να διαρκέσει και να μην ξαναγυρίσω πια...
Λικνιζόμουν κλειστή...
Σαν όστρακο...
Αναγκάστηκαν ξανά και ξανά να με φωνάξουν...
Κι από πάνω μου να βγάλουν τα σκουλήκια σαν κολλώδη μαργαριτάρια...

Το να πεθαίνεις...

Είναι μια τέχνη...
Όπως και καθετί άλλο...
Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά...

Σονέτο του γλυκού παραπόνου ~ Federico García Lorca


Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα...
Των αγαλμάτινων ματιών σου και τη μελωδία...
Που μου αποθέτει τη νύχτα στο μάγουλο...
Το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου...
Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη...
Κορμός δίχως κλαδιά...
Μα πιότερο λυπάμαι...
Που δεν έχω τον ανθό, πόλφο ή πηλό...
Για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου...
Αν είσαι εσύ ο κρυμμένος μου θησαυρός...
Αν είσαι εσύ ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος...
Αν είμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου...
Μη με αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει...
Και στόλισε τα νερά του ποταμού σου...
Με φύλλα από το φρενοκρουσμένο μου φθινόπωρο...

Ο γέρος και η θάλασσα ~ Ernest Hemingway

...Το ψάρι είναι φίλος μου, είπε δυνατά.
Δεν έχω ξαναδεί ούτε έχω ξανακούσει για κανένα τέτοιο ψάρι.
 Όμως πρέπει να το σκοτώσω. Πάλι καλά που δεν είμαστε αναγκασμένοι να σκοτώσουμε τ’ αστέρια...

Φαντάσου να έπρεπε κάθε μέρα κάποιος να προσπαθεί να σκοτώσει το φεγγάρι, συλλογίστηκε...
Το φεγγάρι σώνεται και χάνεται...
Φαντάσου όμως να ήταν αναγκασμένος κάθε μέρα κάποιος να προσπαθεί να σκοτώσει τον ήλιο; Γεννηθήκαμε τυχεροί, σκέφτηκε...

Τότε, λυπήθηκε το μεγάλο ψάρι που δεν είχε τίποτα να φάει μα η απόφασή του να το σκοτώσει δεν κλονίστηκε στιγμή από τη λύπησή του για αυτό....
Πόσους ανθρώπους θα ταΐσει, σκέφτηκε...
Όμως αξίζουν να το φάνε;
Όχι βέβαια...
Κανείς δεν είναι άξιος να το φάει, έτσι όπως φέρεται, και έτσι περήφανο που είναι...

Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα, σκέφτηκε...
Όμως πάλι καλά που δεν είμαστε αναγκασμένοι να προσπαθήσουμε να τα βάλουμε με τον ήλιο, το φεγγάρι ή τ’ αστέρια...
Φτάνει που ζούμε από τη θάλασσα και σκοτώνουμε τα αληθινά μας αδέλφια...

Νοικοκυρά ~ Ann Sexton

Μερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια...
Το σπίτι είναι ένα άλλο είδος δέρματος...
 Έχει καρδιά, στόμα, συκώτι και συσπάσεις των εντέρων...
Οι τοίχοι είναι σταθεροί και ροζ...
Όλη τη μέρα είναι στο πόδι να καθαρίζει με προσήλωση...
Ο άντρας με τη βία εισβάλλει και σαν τον Ιωνά...
Η μάνα του από σάρκα τον ρουφάει...
Μια γυναίκα είναι η δική της μάνα...




Ερωτικό κάλεσμα ~ Μενέλαος Λουντέμης

Έλα κοντά μου, δεν είμαι η φωτιά...
Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια...
Τις πνίγουν οι νεροποντές...
Τις κυνηγούν οι βοριάδες...
Δεν είμαι, δεν είμαι η φωτιά...

Έλα κοντά μου, δεν είμαι άνεμος...
Τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά...
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια...
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί...
Δεν είμαι, δεν είμαι ο άνεμος...

Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης...
Ένας αποσταμένος περπατητής...
Που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς...
Ν’ ακούσει το τραγούδι των γρύλων...
Κι αν θέλεις , έλα να τ’ ακούσουμε μαζί...

Νεκρή ζώνη ~ Άρης Αλεξάνρου

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεχτικός...
Όπως είσαι ακριβώς μ' έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο...
Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα...
Μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων...
Μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα...
Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια...
Kι όσο μπορείς μη σκύβεις για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα...
Βάδιζε πάντα σταθερά...
Σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του...
Να εκμεταλλεύεσαι...
Κάθε λάμψη απ' τις ριπές των πολυβόλων...
Για να κρατάς σωστό τον προσανατολισμό σου...
Πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων...
Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις...
Σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού...
Εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου...
Προς το παρόν, να 'σαι πολύ προσεχτικός...
Όπως είσαι ακριβώς μ' έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο...

Ἡ δύσκολη Κυριακή ~ Μίλτος Σαχτούρης



''Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά

Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο

Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ''

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Οι Πατέρες ~ Κωστής Παλαμάς


Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις...
Όπως το βρεις κι όπως το δεις να μη το παρατήσεις...

Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα..
Και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του...
Κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις...
Και να του φέρεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας...

Κι αν αγαπάς τ’ ανθρώπινα κι όσα άρρωστα δεν είναι...
Ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν...
Και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα...
Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, γίνε διαφεντευτής...

Κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα...
Πέσουν καιροί οργισμένοι...
Κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα...
Για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια...

Μη φοβηθείς το χαλασμό...
Φωτιά...
Τσεκούρι...
Τράβα, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφτο...
Και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα...
Για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα...

Π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για να ‘ρθει..
Κι όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων...
Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει...
Κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα...

Το ξέρουμε πολύ καλά ~ Μπέρτολτ Μπρεχτ

Το ξέρουμε πολύ καλά...
Το μίσος για τη χυδαιότητα...
Παραμορφώνει το πρόσωπο...
Η αγανάκτηση για την αδικία βραχνιάζει τη φωνή...
Αλίμονο εμείς που θέλαμε ν’ ανοίξουμε το δρόμο της φιλίας...
Δεν καταφέραμε να είμαστε οι ίδιοι φιλικοί...
 Όμως εσείς, σαν έρθει εκείνος ο καιρός...
Που ο άνθρωπος τον άνθρωπο θα παραστέκει...
Να μας θυμάστε...
Με επιείκεια...


Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται ~ Χρόνης Μίσσιος

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται...
Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία...
Τουλάχιστον, μ' αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ...
Και μεις τι την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε;
Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την...

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις...
Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;
Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος...
Πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα;

Έτσι, μ' αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας, σα να είναι βάρος...
Και μας είναι βάρος. Γιατί δε ζούμε... κατάλαβες;
Όλο κοιτάμε το ρολόι...
Να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ' την αρχή...

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν "αξίες", σαν "ανάγκες", σαν "ηθική", σαν "πολιτισμό"...

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών...

Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας...

Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ' αφήσαμε, γι' αυτό το αύριο, που δεν θα 'ρθει ποτέ...

Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως...
Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας...
Όμως, τ' αφήσαμε για αύριο...

Για να πάμε πού ρε Σαλονικιέ;
Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος, και δεν πάμε πουθενά αλλού παρά στο θάνατο...

Και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό, γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ' τη ζωή μας, χαιρόμαστε...
Ξέρεις γιατί;
Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας...

Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης, θάνατο...
Διότι, αυτός είναι θάνατος...

Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος...
Είναι μετάβαση...

Είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δεν δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί, θα δώσεις χάρη κι ομορφιά, όπως η Μαρία, που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει...

Ήρθανε να την πάρουνε, και η Μαρία, είπε το "όχι", με τον πιο αμετάκλητο τρόπο....
Πήγαμε στην κηδεία της...
Και τι άκουσα τον παπά να λέει;
"Χοῦς εἶ, καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει"...

Και τότε κατάλαβα, πως η Μαρία σώθηκε...
Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια...

Fernando Pessoa

Κουβαλάω στην καρδιά μου...
Σαν σε χρηματοκιβώτιο που δεν κλείνει γιατί είναι γεμάτο...
Όλα τα μέρη απ' όπου πέρασα...
Τα λιμάνια όλα όπου πήγα...
Όλα τα τοπία που είδα απ' τα παράθυρα, τα φινιστρίνια ή τα καταστρώματα...
Κάνοντας όνειρα....
Κι όλα αυτά, που είναι πολλά...
Είναι λίγα γι' αυτό που θέλω...

Σταυρώνω τα χέρια στο τραπέζι, βάζω το κεφάλι στα χέρια...
Και θέλω να κλάψω, αλλά δεν ξέρω πού τα δάκρυα να ψάξω...
Όσο προσπαθώ τη λύπη μου να κρατήσω, δεν κλαίω...
Η ψυχή μου κομμάτια...
Κάτω από τον κυρτό δείκτη που την αγγίζει...
Τί θα γίνει μ' εμένα; Τί θα γίνει μ' εμένα; 


Κάνε με ανθρώπινο, ώ νύχτα, κάνε με αδελφικό, φιλότιμο...
Μόνο με ανθρωπιά μπορεί κανείς να ζήσει...
Τους ανθρώπους μόνο αγαπώντας, τη δράση...
Τη ματαιότητα της δουλειάς...
 Μόνο έτσι, αλοίμονό μου, μόνο έτσι μπορεί κάποιος να ζήσει...
Μόνο έτσι, ω νύχτα, εγώ...
Ποτέ δε θα μπορέσω εγώ να ζήσω έτσι...

Κάνε με μητρικό, ήρεμη νύχτα...
Εσύ, που αφήνεις τον κόσμο στον κόσμο, εσύ που είσαι η ειρήνη...
Εσύ που δεν υπάρχεις, που είσαι μόνο η απουσία του φωτός...
Εσύ που δεν είσαι πράγμα, τόπος, ουσία, ζωή...
Πηνελόπη που υφαίνεις ξεφτισμένο πρωινό από τη σκοτεινιά σου...
Κίρκη ανύπαρκτη των ανθρώπων με πυρετό, των αναίτια θλιμμένων...
Έλα σ΄εμένα, ω νύχτα, πάρε με απ' το χέρι...
Και γίνου δροσιά κι ανακούφιση, ω νύχτα, στο μέτωπό μου... 

Μανία Μοναξιάς ~ Cesare Pavese

Τρώγω λίγο για δείπνο μπρος στο παραθύρι καθισμένος, με φως απ’ το δρόμο...
Σκοτάδι στο δωμάτιο από ’κεί κοιτάς τον ουρανό έξω...
Άμα βγεις, δρόμοι σε βγάζουν ήσυχοι πέρα μετά από λίγο...
Στην απλωσιά τη γενναία της εξοχής...

Τρώγω και κοιτάω τον ουρανό...
Ποιός ξέρει πόσες γυναίκες την ώρα αυτή τρώνε...
Το κορμί μου, γαλήνιο, προσμένει...
Η εργασίατο ξεκάνει το σώμα, όπως και τις γυναίκες...

Μετά το δείπνο θα ρθούν τ’ αστέρια ν’ αγγίξουν στον μεγάλο τον λόγγο το χώμα...
Τ’ αστέρια είν’ εκεί, ζωντανά, περισσότερο, πάντως...
Μετράω εγώ τα κεράσια που μόνος μου τρώγω...
Βλέπω τον ουρανό, και ξέρω ότι στις στέγες...
Εκεί ανάμεσα, τις πορφυρές, φέγγει κάποιοφως...
Κι από κάτω ψίθυροι κόβουνε βόλτες...

Μια γερή ρουφηξιά και το σώμα μου γεύεται...
Τη ζωή των φυτών και των νερών, κουρασμένο απ’ όλα...
Μια σταλιά σιωπή φτάνει, τα πάντα μεμιάς να σταματήσουν...
Στον τόπο τον ένα, τον σωστό, όπως είναι κι εμένα το σώμα μεινεσμένο εκεί...

Τα πάντα λήγουν μπροστά σε ό,τι νιώθω, και το δέχομαι ήρεμα...
Με τους τριγμούς της σιωπής...
Μες στο σκοτάδι μπορώ να ξέρω τα πάντα...
Σαν όπως ξέρω πως το αίμα κυλάει μέσα στις φλέβες μου...
Οι λόγγοι έξω, πέρα, είν’ μεγάλα νερά, μέσ’ από χόρτα που πάνε...
Σ’ ένα δείπνο ολωνών των πραγμάτων...
Φυτά και λίθοι ζουν εκεί ασάλευτοι...
Ακούω τις τροφές να ταΐζουν με ό,τι ζει στο λόγγο τις αρτηρίες μου...

Δε με μέλλει το βράδυ και η νύχτα...
Η κορνίζα του ουρανού μου μιλά σιωπηλά μ’ όλους τους ήχους...
Κι ένα αστέρι μικρό σπαρταρά στο κενό της, μακριά από φαγιά, από σπίτια...
Δεν μπορεί μόνο· έχει ανάγκη πολλές συντροφιές...
Στο σκοτάδι εδώ, μόνο του το σώμα μου είναι γαλήνιο...
Τόσο που, κι αν θες, κι αν δε θες, νιώθει αφέντης...

Ο λαός ~ Pablo Neruda

Τον θυμάμαι καλά αυτόν τον άνθρωπο...
Κι έχουν περάσει τουλάχιστο δυο αιώνες από τότε που τον είδα τελευταία φορά...
Δεν ταξίδευε ούτε με άλογο, ούτε με άμαξα...
Πάντα με τα πόδια...
Αναιρούσε τις αποστάσεις...
Δεν κουβαλούσε ούτε σπαθί, ούτε όπλο...
Αλλά δίχτυα στους ώμους...
Τσεκούρι ή σφυρί ή τσάπα...
Δεν πολέμησε ποτέ με άλλον της δικής του φάρας...
Ο αγώνας του ήταν με το νερό ή με τη γη...
Με το σιτάρι, για να γίνει ψωμί...
Με το ψηλό δέντρο, για να προσφέρει ξύλο...
Με τους τοίχους, για να ανοίξουν πόρτες μέσα τους...
Με την άμμο, για να φτιαχτούν τοίχοι...
Και με τη θάλασσα, για να δώσει καρπό...

 Τον ήξερα και με στοιχειώνει πάντα...

Οι άμαξες έγιναν κομμάτια...
Ο πόλεμος κατέστρεψε πόρτες και τοίχους...
Η πόλη ήταν μια χούφτα στάχτες...
Και όλα τα φορέματα γινήκαν σκόνη...
Και για μένα επιμένει...
Επιβιώνει στην άμμο...
Όταν πριν τα πάντα έμοιαζαν να αντέχουν εκτός απ΄αυτόν...

Στο πήγαινε και το έλα οικογενειών...
Μερικές φορές ήταν ο πατέρας μου, ή συγγενής μου...
Ή σχεδόν ήταν, ή αν όχι, ίσως ήταν ο άλλος που δεν επέστρεφε ποτέ στο σπίτι...
Γιατί τον κατάπινε το νερό ή η γη...
Τον σκότωνε μια μηχανή ή ένα δέντρο...
Ή ήταν ο μαραγκός στην κηδεία που περπάταγε πίσω απ' το φέρετρο, με μάτια στεγνά...
Κάποιος που ποτέ δεν είχε όνομα...
Εξόν όπως έχουν το ξύλο και το μέταλο ονόματα...
Και τον οποίο οι άλλοι κοίταγαν από ψηλά...
Χωρίς να βλέπουν το μυρμήγκι, μόνο τη μυρμηγκοφωλιά...
Έτσι ώστε όταν τα πόδια του σταμάταγαν να κινούνται...
Γιατί, φτωχός και κουρασμένος, είχε πεθάνει...
Δεν έβλεπαν ποτέ αυτό που δεν συνήθισαν να βλέπουν...
Ήδη άλλα πόδια περπάταγαν στο κατόπι του...

Τα άλλα πόδια ήταν πάλι αυτός...
Και τα άλλα χέρια το ίδιο...
Ο άνθρωπος επέμενε...
Όταν έμοιαζε πως είχε εξαντληθεί...
Ήταν πάλι ο ίδιος άνθρωπος...
Να τον πάλι, να σκάβει το χώμα...
Να κόβει ύφασμα, αλλά χωρίς πουκάμισο ο ίδιος...
'Ηταν εκεί και δεν ήταν, όπως πριν...
Είχε φύγει και είχε αντικαταστήσει τον εαυτό του...
Και επειδή ποτέ του δεν είχε νεκροταφείο ή τάφο...
Ή  το όνομά του χαραγμένο στην πέτρα που ίδρωσε να κόψει...
Κανείς δεν ήξερε ποτέ ότι ήρθε και κανείς δεν ήξερε όταν πέθαινε...
Κι έτσι μόνο όταν μπορούσε ο φτωχός επέστρεφε στη ζωή απαρατήρητος...

Ήταν ο άνθρωπος, στα σίγουρα, χωρίς κληρονομιά...
Χωρίς γελάδια, χωρίς θυρεό...
Και δεν ξεχώριζε απ' τους άλλους, τους άλλους που ήταν αυτός...
Από ψηλά ήταν γκρίζος, σαν τον πηλό, ήταν θαμπός, σαν το πετσί...
Ήταν κίτρινο θερισμένο σιτάρι...
Ήταν μαύρος στα ανθρακωρυχεία...
Ήταν στο χρώμα της πέτρας στα κάστρα...
Ήταν στο χρώμα του τόνου στην ψαρόβαρκα...
Ήταν στο χρώμα του αλόγου στις πεδιάδες...
Πώς να τον ξεχωρίσεις...
Όταν ήταν αδιαχώριστος απ' το στοιχείο του...
Γη, κάρβουνο, θάλασσα μ' ανθρώπινη μορφή;

Όπου ζούσε, ό,τι άγγιζε ο άνθρωπος μεγάλωνε...
Οι εχθρικές πέτρες που σπάγαν στα χέρια του...
Παίρνανε σχήμα και γραμμή...
Και μία μία έπαιρναν τις καθαρές μορφές κτηρίων...
Έφτιαχνε ψωμί με τα χέρια...
Έβαζε τα τραίνα στη γραμμή...
Οι αποστάσεις γέμιζαν με πόλεις, μεγάλωναν άλλοι ανθρώποι...
Ερχόντουσαν οι μέλισσες...
Και μέσα από τη δημιουργία και τον πολλαπλασιασμό του ανθρώπου...
Περιπλανιόταν η άνοιξη στην αγορά ανάμεσα σε ψωμάδικα και περιστέρια...

Ο πατέρας των καρβελιών ξεχάστηκε...
Αυτός που έκοβε και περπάταγε φορτωμένος...
Που καθάριζε και άνοιγε τα μονοπάτια, που μετακινούσε την άμμο...
Όταν δημιουργήθηκαν όλα, αυτός έπαψε να υπάρχει...

Την χάρισε την ύπαρξή του, κι αυτό ήταν όλο...
Πήγε κάπου αλλού να δουλέψει και στο τέλος πήγε προς τον θάνατο...
Κατρακυλώντας σαν πέτρα στο ποτάμι...
Ο θάνατος τον κουβάλησε προς τις εκβολές...

Εγώ, που τον ήξερα, τον είδα να βυθίζεται...
Μέχρι που υπήρχε μόνο σε ό,τι άφηνε...
Δρόμους που δεν θα μπορούσε να γνωρίζει, σπίτια όπου δεν θα 'μενε ποτέ...

Και επιστρέφω να τον δω, και κάθε μέρα περιμένω...

Τον βλέπω στο φέρετρό του και τον βλέπω αναστημένο...

Τον ξεχωρίζω από όλους τους άλλους που είναι ίσοι του...
Και μου φαίνεται ότι αυτό δεν γίνεται...
Ότι αυτός ο δρόμος δεν μας πάει πουθενά...
'Οτι το να συνεχίζεις έτσι δεν έχει δόξα καμιά...

Πιστεύω ότι ο ουρανός πρέπει να αγκαλιάσει...
Αυτόν τον άνθρωπο, σωστά ποδημένο και εστεμμένο...

Νομίζω ότι αυτοί που έφτιαξαν τόσα πολλά...
Θα 'πρεπε να είναι όλων οι ιδιοκτήτες...
Ότι αυτοί που φτιάχνουν ψωμί πρέπει να τρώνε...
Ότι αυτοί που είναι στις στοές των ορυχείων πρέπει να έχουν φως...

Αρκετά τώρα με τους γκρίζους αλυσσοδεμένους...
Αρκετά με τις χλωμές ψυχές που εξαφανίστηκαν...

Κανείς να μην περαστεί για οτιδήποτε άλλο από ηγεμόνας...
Καμιά γυναίκα χωρίς διάδημα...
Γάντια χρυσά για κάθε χέρι...
Καρποί του ήλιου για όλους τους σκοτεινιασμένους...

Τον ήξερα αυτόν τον άνθρωπο...
Και όταν μπορούσα...
'Οταν ακόμα είχα μάτια στο κεφάλι μου...
Όταν ακόμα είχα φωνή στο λαρύγγι μου...
Τον αναζητούσα μέσα στους τάφους και του έλεγα...
Κρατώντας του το χέρι, που δεν είχε γίνει ακόμα σκόνη...

Όλα θα περάσουν, και θα ζεις ακόμα...
Βάζεις στη ζωή φωτιά...
Έφτιαξες αυτό που είναι δικό σου...

Έτσι, να μην αναστατωθεί κανείς όταν μοιάζω μόνος αλλά δεν είμαι μόνος...
Δε μου λείπει η παρέα και μιλάω για όλους...

Κάποιος με ακούει δίχως να το ξέρει...
Αλλά αυτοί που τραγουδώ, αυτοί που ξέρουν...
Συνεχίζουν να γεννιούνται και θα πλημμυρίσουν τον κόσμο...

Μετάφραση, αρχική δημοσίευση: Radical Desire

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Σε σκοτεινούς καιρούς ~ Μπέρτολτ Μπρέχτ

Δε θα λένε: Tον καιρό που η βελανιδιά τα κλαδιά της ανεμοσάλευε...

Θα λένε: Tον καιρό που ο μπογιατζής τσάκιζε τους εργάτες...

Δε θα λένε: Tον καιρό που το παιδί πετούσε βότσαλα πλατιά στου ποταμού το ρέμα...

Θα λένε: Tον καιρό που ετοιμάζονταν οι μεγάλοι πόλεμοι...

Δε θα λένε: Tον καιρό που μπήκε στην κάμαρα η γυναίκα...

Θα λένε: Tον καιρό που οι μεγάλες δυνάμεις συμμαχούσαν ενάντια στους εργάτες...

Mα δε θα λένε:  Ήτανε σκοτεινοί καιροί...

Θα λένε: Γιατί σωπαίναν οι ποιητές τους;

Paul Eluard

Τις οπώρες της μέρας κλώτσησε η γη...
Μια γυναίκα, μια μόνη, δεν κοιμάται...
Τα παράθυρα κλειστά...

Μια γυναίκα κάθε νύχτα...
Ταξιδεύει σε μεγάλο μυστικό...

Χωριά κουρασμένα...
Που τα κορίτσια γυρνούν με χέρια γυμνά...
Σαν συντριβάνια...
Η νιότη φουντώνει μέσα τους...
Και γελάει πατώντας στα νύχια...
Χωριά κουρασμένα...
Όπου όλα τα πλάσματα είναι ολόιδια...

Λυπήσου ~ Ναπολέων Λαπαθιώτης

Λυπήσου εκείνους που πονούν...
Βουβά κι ανώφελα, για κάτι...
Και παίρνουν, για να λησμονούν...
Της ζωής κάποιο άθλιο μονοπάτι...

Λυπήσου αυτούς που έχουν χαθεί...
Μες στην θλιμμένη ύπαρξή μας...
Κι έγιναν αίνιγμα βαθύ...
Μια και δεν είναι μεταξύ μας...

Κι αυτόν, κι αυτόν που αναπολεί...
Τα περασμένα του λυπήσου...
Μα όμως, ακόμα πιο πολύ...
Τις ώρες της βαθιάς σιωπής σου...

Λυπήσου αυτούς, που, μια φορά...
Με φτερά ζούσαν, και τα χάνουν...
Και δεν τους μένει άλλη χαρά...
Παρά η χαρά πως θα πεθάνουν...

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Ο ανθρώπινος μόχθος ~ Ζακ Πρεβέρ

Ο ανθρώπινος μόχθος...
Δεν είναι τούτος ο όμορφος και χαμογελαστός νεαρός...
Όρθιος πάνω στο πόδι του το γύψινο...
Ή το πέτρινο...
Που δίνει χάρη στα παιδαριώδη κόλπα του γλύπτη...
Την ηλίθια ψευδαίσθηση...
Της αγαλλίασης του χορού και της γιορτής...
Και που φέρνει στο νου με το άλλο πόδι στον αέρα...
Τη γλύκα της επιστροφής στο σπίτι...
 
 Όχι...
 Ο ανθρώπινος μόχθος δεν κουβαλά ένα παιδάκι στο δεξί ώμο...
Ένα άλλο στο κεφάλι...
Κι ένα τρίτο στον αριστερό ώμο...
Με τα εργαλεία ζωσμένα στην πλάτη...
Που πάει αγκαζέ με μια ευτυχισμένη γυναικούλα...

Ο ανθρώπινος μόχθος φορά επιδέσμους...
Και κουβαλάει τα σημάδια από τις μάχες...
Που δίνει η εργατική τάξη...
Ενάντια σ’έναν κόσμο παράλογο και άνομο...

Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει δικό του σπίτι...
Μυρίζει τη μυρουδιά της δουλειάς του...
Και τα πνευμόνια του είναι αρρωστημένα...
Ο μισθός του είναι κοκαλιάρικος...
Το ίδιο και τα παιδιά του...
Δουλεύει σα νέγρος...
Και ο νέγρος δουλεύει σαν κι αυτόν...


Ο ανθρώπινος μόχθος δεν ξέρει από καλούς τρόπους...
Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έζησε τον Διαφωτισμό...
Ο ανθρώπινος μόχθος έχει την ηλικία των στρατώνων...
Την ηλικία των κάτεργων και των φυλακών...
Την ηλικία των εκκλησιών και των εργοστασίων...
Την ηλικία των κανονιών...
Και ενώ φύτεψε παντού όλα τα αμπέλια...
Και έχει κουρδίσει όλα τα βιολιά...
Τρέφεται με απαίσια όνειρα...
Και μεθοκοπάει με το απαίσιο κρασί της υποταγής...
Και σαν ένας χοντρός μεθυσμένος σκίουρος...
Συνέχεια στριφογυρνάει...
Μέσα σ’ένα σύμπαν εχθρικό...
Σκονισμένο και χαμηλοτάβανο...
Και χαλκεύει αδιάκοπα την αλυσίδα...
Την τρομαχτική αλυσίδα που μ’αυτήν αλυσοδένονται τα πάντα...
Το κέρδος η εξαθλίωση, η δουλειά, το μακελειό... 
Η θλίψη, η δυστυχία, η πλήξη και η αϋπνία...
Την τρομαχτική αλυσίδα από χρυσάφι...
Από κάρβουνο, από σίδερο και ατσάλι...
Από σκουριά και καρβουνόσκονη...
Περασμένη γύρω απ’το λαιμό...
Ενός κόσμου χαμένου την άθλια αλυσίδα...
Από όπου κρέμονται τα θεία φυλαχτά, τα ιερά λείψανα...
Οι τιμητικοί μεγαλόσταυροι, οι αγκυλωτοί σταυροί...
Τα λαγοπόδαρα που φέρνουν γούρι...
Τα μετάλλια των γεροϋπηρετών, τα μπιχλιμπίδια της δυστυχίας...
Και το μέγα μουσειακό αντικείμενο...
Το μέγα πορτρέτο του στρατηλάτη...
Το μέγα πορτρέτο ολόσωμο...
Το μέγα πορτρέτο ανφάς, προφίλ, στο ένα του πόδι...
Το μέγα πορτρέτο επίχρυσο...
Το μέγα πορτρέτο του μεγάλου μάντη...
Το μέγα πορτρέτο του μεγάλου αυτοκράτορα...
Το μέγα πορτρέτο του μεγάλου στοχαστή...
Του μεγάλου γκόμενου...
Του μεγάλου ηθικολόγου...
Του αξιέπαινου και θλιβερού καλαμπουρτζή...
Το κεφάλι του μεγάλου σπαζαρχίδη...
Το κεφάλι του θερμοκέφαλου ειρηνοποιού...
Το αστυνομικό κεφάλι του μεγάλου ελευθερωτή...
Το κεφάλι του Αδόλφου Χίτλερ...
Το κεφάλι του Αδόλφου Γερμανοτσολιά...
Το κεφάλι του δικτάτορα...
Το κεφάλι του οπλοφόρου...
Οποιασδήποτε χώρας...
οποιουδήποτε χρώματος
το κεφάλι το αηδιαστικό
το κεφάλι το δύστυχο
το κεφάλι για σφαλιάρες
το κεφάλι για σφάξιμο

Το θλιμμένο κρασί ~ Cesare Pavese

Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε προσέξουν...
Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους...
Τρεις γουλίτσες και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου...
Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους...
Τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα...
Να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι...
Η δουλειά, γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά...
Ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο...
Ότι είναι ωραίο να υποφέρεις για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο....
Μετά, τα μάτια ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού...

Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο...
Θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο...
Ο καθένας μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές...
Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα...
Αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας...
Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του...
Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο...
Και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής...

Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη...
Και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη...
Ποιος να έλεγε ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή;
Κανείς δεν θα πίστευε πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί...
Που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει...
Τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί...
Μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει...

Τα γραπτά φεύγουν ~ Αντρέ Μπρετόν


Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία...
Σχηματίζει μια γυναίκα τόσο ωραία...
Που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη...
Χωρίς να τολμά να της μιλήσει...
Χωρίς να τολμά να της πει πως είναι τόσο ωραία...
Που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή...
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών...
Καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές...
Και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα...
Κατάματα...
Όπως δεν κάνουν τ' αληθινά πλάσματα...
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια του αέρος...
Ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς...
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει το χρώμα της άμμου...
Πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις...
Και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα κοριτσάκια...
Που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα...
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων γραμμάτων...
'Οπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι...
Αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών για να βρέχει πάντοτε...
Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να σμίξουν...
Χέρια απ' όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα των λιβαδιών...
Στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω από τις λίμνες...
Είναι ο ατελής τους καθρέφτης...
Μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος... Καμωμένου για τον έρωτα...
Του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από θάμνους γιομάτους πέπλους...
Και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη αλήθεια των ελκήθρων...
Των βλεμμάτων επί της κατάλευκης εκτάσεως...
Αυτού που δεν θα ξαναδώ πια...
Εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου...
Που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων...

Μετάφραση Ανδρέας Εμπειρίκος

Γιώργος Σεφέρης ~ Φυγή


Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας...
Έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε...
Ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό...
Ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο...
Μέσα στο πρωινό χορτάρι...
Ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε...
Να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας...
H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε...
Σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν...
Να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε...
Με τόσο πάθος...
Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε...
Μ᾿ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες...
Κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα...
Εκείνου του ανθρώπου...
Κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη...
Μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε...
Μέσα στη φυγή...

Γιάννης Ρίτσος ~ H Σονάτα του Σεληνόφωτος


Άφησέ με να έρθω μαζί σου... Τι φεγγάρι απόψε...
Είναι καλό το φεγγάρι, δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου...
Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου...
Δε θα καταλάβεις...
Άφησέ με να έρθω μαζί σου...
Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι...
Αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες...
Ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου...
Λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω... Σώπα...

Άφησε με να έρθω μαζί σου...
Λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου...
Ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται...
Η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο...
Τόσο αδιάφορη κι άυλη...
Τόσο θετική σαν μεταφυσική...
Που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις...
Πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις...
Πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του...

Άφησε με να έρθω μαζί σου...
Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα...
Κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας...
Μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε...
Γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη...
Ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου...
Σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν...
Κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος...
Νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου...
Κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα...
Μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους...
Δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις...
Κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου...
Δεν είναι τούτο η λύπη μου...
Η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου...

Άφησε με να έρθω μαζί σου...
Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα...
Μοναχός στη δόξα και στο θάνατο...
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί...

Άφησε με να έρθω μαζί σου...
Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει...
Πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε...
Τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό...
Οι σοβάδες πέφτουν αθόρυβα...
Όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου...
Απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο...
Όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής...
Απ' τα γόνατά της...
Ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα...
Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία...
Λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική...
Μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι...
Και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει...
Μια αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι...
Πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνίας...
Ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος...
Λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα...
Τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο...
Σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει...
Ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό...
Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια...
Όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο...
Τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα...
Ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί...
Ή να σκουπίζω τα μάτια μου, διατήρησα καλή την όρασή μου...
Ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια...
Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου...
Και τώρα θυμήθηκα...
Πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο...
Με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες...
- 8, 16, 32, 64, -
Κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια...
Συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια... 32, 64...
Κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο...
Λοιπόν, σου λεγα για την πολυθρόνα...
Ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα...
Έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο...
Μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις...
Έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, φοβήθηκα...
Τ' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο...
Εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα...
Όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε...
Και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα...
Δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι...

Άφησε με να έρθω μαζί σου...
Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του Αϊ-Νικόλα...
Ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω...
Έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα...
Απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου...
Κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα...
Κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι...
Που 'ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων...
Και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ...
Πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε...
Ντυμένος την αχλή και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος...
Και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα...
Έτσι λευκή κι απρόσιτη ν' ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα...
Στη λευκότητα του σεληνόφωτος...
Πυρπολημένη απ' τ' αδηφάγα μάτια των αντρών...
Κι απ' τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων...
Πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα...
Άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο...
Στο ποδόσφαιρο, που έκανα πως δεν τα 'βλεπα...
Ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις...
Σου φτάνει ο θαυμασμός σου...
Θε μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν...
Σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων...
Γιατί, έτσι πολιορκημένη απ' έξω κι από μέσα...
Άλλος δρόμος δε μου 'μενε παρά μονάχα...
Προς τα πάνω ή προς τα κάτω...
- Όχι, δε φτάνει...

Άφησε με να έρθω μαζί σου...
Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη...

Άφησέ με, γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια...
Έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη...
Ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη...
Γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού...
Στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνε...
Σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο...
Πέρα απ' τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ... Δε φτάνει...
Άφησε με να έρθω μαζί σου...
Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια...
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου...
Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις...
Να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ...
Να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι...
Να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες...
Να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου...
Να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ' το δοκάρι που κρέμασε...
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ' ανοίξεις...
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω...

Άφησε με να έρθω μαζί σου...
Τούτο το σπίτι, παρ όλους τους νεκρούς του...
Δεν εννοεί να πεθάνει...
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του...
Να ζει απ' τους νεκρούς του...
Να ζει απ' τη βεβαιότητα του θανάτου του...
Και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του...
Σ' ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια...

Άφησε με να έρθω μαζί σου...
Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς...
Είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη...
Κάτι θα τρίξει, ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης...
Κάποια βήματα ακούγονται, δεν είναι δικά μου...
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα...
Η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα...
Κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ' αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη...
Πίσω απ' την σκόνη και τις ραγισματιές...
Διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου...
Το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο...
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο...
Σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου;
Όσο κι αν διψώ, πως να το φέρω; Βλέπεις;
Έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, αυτό μου απόμεινε...
Αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω...

Άφησε με να έρθω μαζί σου...
Φορές φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση...
Πως έξω απ' τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης...
Με τη γριά βαριά του αρκούδα...
Με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια...
Σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο...
Ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο...
Και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο...
Και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω...
Μ' όλο που πίσω απ' τους τοίχους μαντεύουν...
Το περπάτημα της γριάς αρκούδας...
Κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της...
Μην ξέροντας για πού και γιατί...
Έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια...
Να χορεύει στα πισινά της πόδια...
Δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της...
Να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς...
Και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα...
Αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά...
Παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της...
Δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση...
Την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων...
Στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της...
Την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή...
Με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου έστω κι ενός αργού θανάτου...
Την τελική της ανυπακοή στο θάνατο...
Με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής...
Που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της..
Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται...
Υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της...
Χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της...
Στις πενταροδεκάρες που της ρίχνουνε...
Τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά...
Ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα...
Και λέγοντας ευχαριστώ...
Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε το μόνο που έμαθαν να λένε είναι...
Ευχαριστώ, ευχαριστώ...

Άφησέ με να έρθω μαζί σου...
Τούτο το σπίτι με πνίγει...
Μάλιστα η κουζίνα είναι σαν το βυθό της θάλασσας...
Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρογγυλά...
Μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών...
Τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες...
Φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου...
Δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα...
Δεν μπορώ ν' ανέβω πάλι στην επιφάνεια...
Ο δίσκος μου πέφτει απ' τα χέρια άηχος, σωριάζομαι...
Και βλέπω τις φυσαλίδες απ' την ανάσα μου ν' ανεβαίνουν...
Ν' ανεβαίνουν...
Και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντάς τες...
Κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται...
Από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
Τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;
Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί...
Στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια...
Και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων...
Απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα...
Μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας...
Κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε...
Μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμό ακόμη...
Κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια...
Μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω όχι τα δίνω...
Μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν...
Πάντως εγώ τα δίνω...

Άφησέ με να έρθω μαζί σου....
Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου...
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να 'ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε...
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι...
Δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;
Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο τι δυνατό το στήθος σου...
Τι δυνατό φεγγάρι, η πολυθρόνα, λέω κι όταν σηκώνω...
Το φλιτζάνι απ' το τραπέζι...
Μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω...
Να μην κοιτάξω μέσα, αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του...
Και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου...
Μην κοιτάξεις μέσα...
Έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει μην κοιτάξεις...
Μην κοιτάτε...
Ακούστε με που σας μιλάω θα πέσετε μέσα...
Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος θα πέσεις...
Ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι...
Ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές δεν τις ακούτε;
Βαθύ-βαθύ το πέσιμο...
Βαθύ-βαθύ το ανέβασμα...
Το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ' ανοιχτά φτερά του...
Βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής...
Τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης...
Όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα...
Ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος...
Ο ίλιγγος τούτος, πρόσεξε, θα πέσεις...
Μην κοιτάς εμένα...
Εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα ο εξαίσιος ίλιγγος...
Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες...
Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι...
Για καμιάν ασπιρίνη...
Άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου...
Ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν...
Οι σωλήνες του νερού...
Ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη...
Ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον;
Αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει...
Ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο...
Τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου...
Σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου...
Που έρχεται να με πάρει...
Με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια...
Τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου...
Χωρίς καθόλου βαλίτσες τι να τις κάνεις;

Άφησέ με να έρθω μαζί σου...
Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα...
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ...
Γιατί, επιτέλους, πρέπει να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι...
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, όχι, όχι το φεγγάρι...
Την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της...
Την πολιτεία του μεροκάματου...
Την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της...
Την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της
Με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας...
Με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας...
Ν' ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας...
Να μην ακούω πια τα βήματα σου...
Μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα...
Καληνύχτα...

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Γιάννης Αγγελάκας ~ Μπαλωμένες απόχες

Θα 'ρθουν καιροί...
Που ακόμη και τα βαλσαμωμένα πουλιά...
Θα ανοίξουν...
Τις φτερούγες τους...
Και θα αποχωρήσουν περήφανα...
Aπό τις βιτρίνες μας...
Και εμείς...
Οι δήθεν ζωντανοί και παντοδύναμοι...
Πιο ηττημένοι από ποτέ...
Θα τα κυνηγάμε ασθμαίνοντας...
Και θα ανεμίζουν στον αέρα...
Ανήμπορες...
Οι μπαλωμένες μας απόχες...


Vivir La Utopia ~ Zώντας την Ουτοπία



Η ιστορία της ισπανικής επανάστασης όπως τη διηγούνται 30 πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριές της. Το ντοκιμαντέρ ξεκινά από τη διαμόρφωση του εργατικού κινήματος και των ιδεών του ελευθεριακού κομμουνισμού και την παράλληλη άνοδο της δεξιάς και του φασισμού. Στις 16 Ιουλίου του 1936 οι αναρχικοί νικούν τους φασίστες, έρχονται όμως σε ρήξη και με το ίδιο το κράτος και την εξουσία την οποία και δεν αποδέχονται. Σχηματίζεται η Επιτροπή Αντιφασιστικών πολιτοφυλακών και εγκαθιδρύεται ο ελευθεριακός κομμουνισμός. Κολεκτιβοποίηση αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής, κατάργηση του χρήματος σε πολλές περιοχές. Εξίσωση δικαιωμάτων αντρών και γυναικών, νομιμοποίηση της έκτρωσης στην Καταλονία. Η κατάσταση με το στρατό του Φράνκο δυσκολεύει. Οι κομμουνιστές αποκτούν δύναμη, ενώ επανεμφανίζονται τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Η πρώτη αναρχική επανάσταση χτυπιέται από παντού. Ο Φράνκο είναι ο τελικός νικητής. Όσοι δε θέλουν να φύγουν καταλήγουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως αυτό στην Albaterra...

Για τον φτωχό Μπ. Μπ. ~ Μπερτόλτ Μπρέχτ

Εγώ, ο Μπέρτολ Μπρεχτ, είμαι απ’ τα μαύρα δάση...
Στις πολιτείες μ’ έφερε η μητέρα μου...
Σαν ήμουν μέσα στο κορμί της...
Κι η παγωνιά του δάσους...
Θα μείνει εντός μου ως τη στερνή τη μέρα μου...

Την πολιτεία της ασφάλτου νιώθω σπίτι μου...
Απ’ την αρχή...
Με όλα τ’ άχραντα μυστήρια εφοδιασμένος...
Μ’ εφημερίδες. Με καπνό. Και με κονιάκ...
Τεμπέλης και καχύποπτος και, τελικά, ευχαριστημένος...

Με τους ανθρώπους είμαι φιλικός...
Φοράω σκληρό καπέλο αφού έτσι είν’ ο συρμός τους...
Λέω... Είναι ζώα που παράξενα μυρίζουν...
Και λέω πάλι... Δε βαριέσαι, είμαι όμοιος τους...

                                                Μετάφραση Μάριος Πλωρίτης

Ο Ματωμένος Γάμος ~ Federico Garcia Lorca

Γειτόνισσες, μ’ ένα μαχαίρι...
Μ’ ένα μικρό μικρό μαχαίρι...
Μια μέρα αφορεσμένη και πικρή...
Καν δυο, καν τρεις θα ‘ταν η ώρα...
Δυο άντρες σκοτώθηκαν γι’ αγάπη...
Μ’ ένα μικρό μικρό μαχαίρι...
Π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει...
Μα κείνο μπαίνει παγωμένο...
Στην ξαφνιασμένη μας καρδιά...
Και σταματάει εκεί που τρέμει...
Θολή κι αξήγητη για πάντα...
Η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής...
Κι είναι, σας λέω, ένα μαχαίρι...
Ένα μικρό μικρό μαχαίρι...
Ψάρι χωρίς ποτάμι, χωρίς λέπια...
Π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει...
Κι όμως μια μέρα αφορεσμένη...
Καν δυο καν τρεις θα ‘ταν η ώρα...
Με τούτο το μικρό μαχαίρι...
Δυο παλικάρια μείναν ξερά...
Με πανιασμένα τα χείλη τους...
Ούτε το χέρι δεν το πιάνει...
Μα κείνο μπαίνει παγωμένο...
Στην ξαφνιασμένη μας καρδιά...
Και σταματάει εκεί που τρέμει...
Θολή κι αξήγητη για πάντα...
Η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής...

Μετάφραση Νίκος Γκάτσος

Ποίημα ~ Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι


- Σύντροφε διαβάτη...
Αυτή εδώ είν’ η οδός Ζουκόβσκι;

Με κοιτάζει...
Σαν ένα παιδί που βλέπει έναν βρικόλακα...
Τα μάτια ορθάνοιχτα...
Ζητά να με αποφύγει...

- ‘Οχι, σύντροφε, αυτή είναι η οδός Μαγιακόβσκι...
Χιλιάδες χρόνια τώρα...
Δεν ειν’ εδώ, στο κατώφλι της αγαπημένης...
Που αυτοχειριάστηκε;
Τι έκανε λέει;
Πώς...; Εγώ… Αυτοκτόνησα...;…

                                    Μετάφραση Νίκος Εγγονόπουλος

Εγώ είμαι ανοίξετε ~ Andre Breton

Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους...
Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες...
Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι τόσο ωραίες...
Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον ώμο τους...
Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια...
Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα...
Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο πτώμα...
Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση...
Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών...
Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη...
Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό φανάρι που χαμηλώνει...
Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες...
Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας...
Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες κορόνες...
Που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά δένδρα...
Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη...
Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια...

                                          Μετάφραση Ανδρέας Εμπειρίκος

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Φόβος ~ Frank Herbert

Δεν πρεπει να φοβαμαι.
Ο Φοβος ειναι ο φονιας του νου.
Ο Φοβος ειναι ο μικρος θάνατος
που φερνει την ολοκληρωτικη
εξοντωση.
Θα αντιμετωπισω
καταματα τον Φοβο μου.
Θα τον αφησω να περασει
απο πανω και απο μεσα μου.

Και οταν θα φυγει,θα στρεψω
το εσωτερικο μου βλεμμα για να
δω το δρομο απ'οπου περασε.
Εκει οπου θα εχει περασει ο Φοβος,
δε θα υπαρχει τιποτα.

Μονο εγω θα βρισκομαι εκει.