Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Ένα ‘’θηλυκό’’ ~ Renzo Novatore



[από το Il Proletario, Ποντρεμόλι, ν. 1, 5 Ιουνίου 1922]

Σ’ αγαπώ πιότερο όταν διαφεύγει
η χαρά από το πικρό σου μέτωπο,
όταν η φρίκη την καρδιά σου πνίγει,
όταν στο παρόν σου απλώνεται
το μαύρο σύννεφο που αφήνει το παρελθόν.
                                                      
                                                Σαρλ Μποντλαίρ

 Είμαι ένας ποιητής περίεργος και καταραμένος.
Όλα όσα είναι αφύσικα και διεστραμμένα ασκούν πάνω μου μια νοσηρή γοητεία.
Το πνεύμα μου - δηλητηριώδης πεταλούδα με θεϊκά χαρακτηριστικά – ελκύεται από τα αμαρτωλά αρώματα που αναδύουν τα άνθη του κακού.
 Σήμερα τραγουδάω τη διεστραμμένη ομορφιά ενός ‘’Θηλυκού’’, ενός δικού μας Θηλυκού που δεν κατείχα ποτέ και δεν θα κατέχω ποτέ... Αυτή τώρα περπατά δίχως όνομα, ξεχασμένη και αγνοημένη, μέσα από τους ευάερους δρόμους της ζωής, έχοντας κλεισμένο στην καρδιά ένα τόσο βαθύ πόνο που την ανυψώνει πάνω από τη Γυναίκα και την καθιστά θεϊκή. Αυτό το σπουδαίο άνθος του κακού – μολυσμένο και μολυσματικό- περικλείει μέσα του μια ανθρώπινη καθαρότητα που πρέπει να την εξυψώνουμε σ’ όλη μας τη ζωή.
 Θηλυκό:
 Ναι, ίσως!...
 Το όνομα της περιβάλλεται από έναν περίεργο μύθο. Λέει πως το όμορφο και αμαρτωλό σώμα της, βασάνισε μέσα στην αγκαλιά της αλήτες και ληστές, γλεντζέδες και ποιητές, επαναστάτες και ήρωες...
 Όλα τα τέρατα της νύχτας γνωρίζουν τα αισθησιακά μυστικά της λευκής σάρκας της... Όλοι οι διψασμένοι για έρωτα ήπιαν τα φιλιά της... Αλλά απ’ όπου Αυτή και αν πέρασε, άφησε πίσω της πληγωμένες καρδιές και ψυχές ματωμένες, κορμιά να κλαίνε και πνεύματα εξεγερμένα...
 Γιατί Αυτή – η Τρελή-  ήταν, όπως στο ποίημα του Ζαρατούστρα, μια διονυσιακή Άρπα ηδονής για όλους και για κανέναν...
 Ενώ το αμαρτωλό και τρεμάμενο κορμί της κειτόταν στο κρεβάτι του έρωτα κυριευμένο από σπασμούς ηδονής και συμπαρασυρόμενο προς την άβυσσο της μεγάλης αφοσίωσης, το πνεύμα της ανήσυχο, αλήτικο και εξεγερμένο, περιπλανιόταν μέσα στις απέραντες εκτάσεις του απείρου για να δώσει σχήμα και μορφή σ’ ένα όνειρο αψηλάφητο, αιθέριο. Η ψυχή της άρρωστη από μοναξιά και νοσταλγία δεν άφησε ποτέ να την παρασύρει ο σπασμωδικός πυρετός της αχόρταγης σάρκας.
 Αυτή δεν αγάπησε κανέναν παρά μόνο τον εαυτό της...

*

 Κάποιος από εκείνους που έσφιξαν στα μπράτσα τους  το μυρωδάτο και έκφυλο σώμα αυτού του λευκού ‘’Θηλυκού’’ έριξε στον – δυστυχώς γόνιμο – κόλπο της, το μοιραίο σπέρμα μιας άλλης δυστυχισμένης ζωής. Το Θηλυκό κάτω από τις επιτακτικές διαταγές της φύσης γίνεται Μητέρα. Και η κοινωνία που ήταν άδικη, εκδικητική και σκληρή με το Θηλυκό, έκανε τα ίδια τόσο στη Μητέρα όσο και στο παιδί της. Το-  μόνο και ανυπεράσπιστο μωρό - , το έριξαν στις ορμητικές καταιγίδες εκτεθειμένο στην πιο θλιβερή μοναξιά, έτσι δυστυχισμένο και απελπισμένο.
 Η μητέρα μόνη, χλευασμένη, κατατρεγμένη, καταραμένη, εξαπατημένη. Αυτό θλιμμένο και μελαγχολικό. Παιδί ενός θύματος ήταν και αυτό με τη σειρά του… πρώιμο θύμα.
 Καρφώνω το βλέμμα μου στη μυστηριώδη αυγή της ψυχής αυτού του περίεργου Θηλυκού για να μαζέψω τα σκορπισμένα συντρίμμια. Ξέρω ότι κάτω από τη διονυσιακή ευδαιμονία αυτών των διεστραμμένων και αναμαλλιασμένων  πλασμάτων, περνάει σχεδόν πάντα ένα λεπτό νήμα μυστικιστικής μελαγχολίας… Στην ποιητική φαντασία μου τη βλέπω σαν έφηβη παρθένα, που για πρώτη φορά ο καυτός και διεστραμμένος ήλιος της ηδονής και της απόλαυσης, βυθίζεται σα χρυσαφένια λάμα στην τρεμάμενη σάρκα της κάνοντας να αντηχεί στην ψυχή της η ακατάβλητη κραυγή ξεχειλίζουσας νιότης: αγάπη! αγάπη! αγάπη!
 Ίσως ήταν μια αυγή άτονη, ξανθιά, ίσως ήταν ένα κόκκινο ηλιοβασίλεμα.
Αυτή παραδόθηκε στην πρώτη ερωτική αγκάλη και από εκείνη την ημέρα το λευκό της κορμί μετατράπηκε σε μια Άρπα ηδονής, σε ένα ποίημα παραδομένο στις παγανιστικές φλόγες: ένας μεθυσμένος ύμνος τραγουδισμένος πέρα από το καλό και το κακό, εκεί όπου τελείτε η εικονοκλαστική τελετουργία της χαράς της ανθρώπινης ύπαρξης. Αλλά κάτω από τη διονυσιακή ευδαιμονία αυτού του διεστραμμένου και αναμαλλιασμένου πλάσματος κυλάει πάντα ένα λεπτό νήμα μυστικιστικής μελαγχολίας.
 Μια μέρα ίσως από αυτές τις θλιμμένες μέρες, τότε που τα άστρα βρίσκονται ανάμεσα σε εκείνες τις απόκρυφες μαγνητικές δυνάμεις, που προαναγγέλλουν πως είναι το σκοτεινό πεπρωμένο της ίδιας μας της μοίρας σ’ ένα κατακλυσμένο από το λαό, δρόμο μιας μεγάλης θορυβώδους πόλης, τρεις ή τέσσερις πυροβολισμοί αντηχούν απειλητικά.
 Ένας χλωμός έφηβος που είχε φτάσει στη φρικτή κορυφή της πιο τραγικής απελπισίας πριν να πέσει εξαντλημένος και νικημένος στη λάσπη καταμεσής του δρόμου, ήθελε να ακούσει τον υπόκωφο θόρυβο της διαμαρτυρίας του η αναίσθητη ανθρωπότητα που αγνοεί  τα πάντα. Τραγικό και θλιβερό γεγονός. Μαζί μ’ ένα μέλος της ένοχης κοινωνίας χάνεται και ένας σύντροφος.
Ποιος ήταν ο χλωμός έφηβος που μετέτρεψε το λεπτό του χέρι, ίδιο με ένα λευκό κρίνο, σε εκδικητικά νύχια; Ο γιός του εξεγερμένου Θηλυκού: της απροκατάληπτης ! 

*

 Κατά την τραγική αναγγελία, το διεστραμμένο Θηλυκό κλείστηκε στον εαυτό της, σα μια μελαγχολική δακρυσμένη ιτιά εκτεθειμένη στην ορμή της θύελλας και εξαγνίστηκε μέσα από το μεγάλο πόνο της θανάσιμα τραυματισμένης Μητέρας, που προκαλούσε το πιο εσώτερο, το πιο ακριβό και απόκρυφο απ’ όλα τα αισθήματα της! Αυτό το αισθησιακό άνθος του κακού ξέπλυνε της ίσως βρώμικη ωστόσο όμορφη ψυχή της, με τη θεϊκή και ευλογημένη δροσιά των δακρύων της και ύστερα μετατράπηκε σε κρίνο, όμορφο, καθαρό και αμόλυντο.
Εκείνη την αναίσθητη ψυχή της που ίσως ποτέ κανένας δεν μπόρεσε να την κατακτήσει, και που την είχε φυλάξει για να δοκιμάσει το μεγάλο πόνο που το ίδιο της το παιδί, το ίδιο της το σπλάχνο θα της προκαλούσε για να εκδικηθεί ενόσω η ίδια έπαιρνε την εκδίκηση της.

*

 Το ’’Θηλυκό’’  αναμαλλιασμένο και χαρούμενο, είναι σήμερα η μοναχική Μητέρα που κλεισμένη στον πόνο της, άφωνη κι τραγική, σα μια ανέκφραστη σφίγγα, περπατά δίχως όνομα μέσα στους δηλητηριώδεις δρόμους της ζωής, ίσως για να συγχωρέσει, ίσως για να καταραστεί…
Η ψυχορραγούσα Αναρχία του ελεύθερου ενστίκτου έχει καταφύγει στην εξευγενισμένη ευαισθησία του, πρωτόγνωρου  για αυτή, μητρικού αισθήματος και από τη συνένωση των δύο αυτών βαθιά ανθρώπινων στοιχείων, είναι που πρέπει τώρα να αστράψει μια πνευματικότητα τόσο εκθαμβωτική που θα φωτίσει ακόμα και τους πιο άγνωστους αστερισμούς του ανθρώπινου πόνου.
Εγώ ανοίγω το στόμα προς το άγνωστο και φωνάζω δυνατά αυτό το Θηλυκό- Μητέρα για να την χαιρετίσω αποκαλώντας την Αδελφή.
 Και η ‘’Γυναίκα’’ ;
 Τι με νοιάζει εμένα;
 Σήμερα αυτό το Θηλυκό ζει υπεράνω αυτής, σε μια κορυφή πιο ψηλή!
Αγαπώ τα αναμαλλιασμένα και χαρούμενα πλάσματα που κάτω από το διονυσιακό τους παγανισμό κυλάει ένα λεπτό νήμα μυστικιστικής μελαγχολίας.
Και τα αγαπώ περισσότερο όταν στο παρών τους απλώνεται το μαύρο σύννεφο που αφήνει το παρελθόν…


Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Έρωτας ~ Ντίνος Χριστιανόπουλος



Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –

ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.

Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.

Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,

φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,

συσκότιση παραπόνου, 

παρηγοριὰ σπασμῶν.

Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,

ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.







Τώρα το ξέρεις
Τα βουνά δεν μπορούν να μας χωρίσουν.
Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι.
Δεν υπάρχει άλλος χώρος έξω απο το χώρο μας.
Κι ο άνεμος είναι η αφή των χεριών μας.
Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον ήλιο,
ο καθένας μας έχει
τον άλλο το πλάι του.



Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Ακόμη ~ Mario Benedetti



Εξακολουθώ να μην πιστεύω
έρχεσαι δίπλα μου
και η νύχτα είναι μια χούφτα
αστεριών και ευθυμίας
δακτύλων γεύσεις ακούω και βλέπω
το πρόσωπό σου το μεγάλο σου διασκελισμό
τα χέρια σου, και ακόμα
ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω
ότι η επιστροφή σου έχει πολλά
να κάνει με σένα και με μένα
και για ξόρκι το λέω
και για τις αμφιβολίες το τραγουδώ
κανείς ποτέ δεν θα σε αντικαταστήσει
και τα πιο ασήμαντα πράγματα
αλλάζουν σε θεμελιώδεις
επειδή γυρνάς στο σπίτι
ωστόσο εξακολουθώ να
αμφιβάλλω σε αυτήν την τύχη
γιατί ο ουρανός σε έχει
μου φαίνεται φαντασία.
Αλλά έρχεσαι και είναι σίγουρο
και έρχεσαι με το βλέμμα σου
και γι’ αυτό η άφιξή σου
κάνει μαγικό το μέλλον
ακόμη και αν δεν είναι πάντα κατανοητές
οι ενοχές μου και οι καταστροφές μου
αλλά ξέρω ότι στα χέρια σου
ο κόσμος έχει νόημα
και αν φιλήσω με τόλμη
και το μυστήριο των χειλιών σου
δεν θα υπάρχουν αμφιβολίες ή άσχημες γεύσεις
θα σ 'αγαπώ περισσότερο ακόμη.
 
 

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Οι στίχοι μου ~ Κώστας Καρυωτάκης



Δικά μου οἱ στίχοι, ἀπ᾿ τὸ αἷμα μου, παιδιά.
Μιλοῦνε, μὰ τὰ λόγια σὰν κομμάτια
τὰ δίνω ἀπὸ τὴν ἴδια μου καρδιά,
σὰ δάκρυα τοὺς τὰ δίνω ἀπὸ τὰ μάτια.

Πηγαίνουν μὲ χαμόγελο πικρό,
ἀφοῦ τὴ ζωὴν ἀνιστορίζω τόσο.
Ἥλιο καὶ μέρα καὶ ἥλιο τοὺς φορῶ,
ζώνη νὰν τά ῾χουν ὅταν θὰ νυχτώσω.

Τὸν οὐρανὸν ὁρίζουν, τὴ γῆ.
Ὅμως ρωτιοῦνται ἀκόμα σὰν τί λείπει
καὶ πλήττουνε καὶ λιώνουν πάντα οἱ γιοὶ
μητέρα ποὺ γνωρίσανε τὴ Λύπη

Τὸ γέλιο τοῦ ἁπαλότερου σκοποῦ,
τὸ πάθος μάταια χύνω τοῦ φλαούτου·
εἶμαι γι᾿ αὐτοὺς ἀνίδεος ρήγας ποὺ
ἔχασε τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ του.

Κεῖ ρεύουνε καὶ σβήνουν καὶ ποτὲ
δὲν παύουνε σιγά-σιγὰ νὰ κλαῖνε.
Ἀλλοῦ κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ·

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Νικολάι Τσερνισέφσκι ~ Τι να κάνουμε

Ένας βλάκας

Στις 11 Ιουνίου 1856, το πρωί, το προσωπικό ενός μεγάλου ξενοδοχείου της Πετρούπολης, κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό Μοσκόφσκι, βρισκόταν σε αμηχανία, στα όρια της αναστάτωσης. Την προηγούμενη, στις εννιά το βράδυ, είχε αφιχθεί ένας κύριος με τη βαλίτσα του, είχε κλείσει δωμάτιο, είχε δώσει την ταυτότητά του, είχε ζητήσει να του πάνε στο δωμάτιο τσάι και μπιφτέκι, είχε πει να μην τον ενοχλήσουν, επειδή ήταν κουρασμένος και ήθελε να κοιμηθεί, αλλά την επομένη το πρωί να τον ξυπνήσουν οπωσδήποτε στις οκτώ, επειδή είχε επείγουσες δουλειές, είχε κλειδώσει την πόρτα του και, αφού έκανε κάποιο θόρυβο με το μαχαίρι και το πηρούνι, αφού έκανε θόρυβο και με το σερβίτσιο του τσαγιού, σύντομα ησύχασε, κατά τα φαινόμενα αποκοιμήθηκε.

Ξημέρωσε. Στις οκτώ ο γκρουμ χτύπησε την πόρτα της χθεσινής άφιξης, η άφιξη δεν απάντησε. Ο γκρουμ χτύπησε δυνατότερα, πολύ δυνατά, η άφιξη όμως συνέχιζε να μην ανταποκρίνεται. Φαίνεται πως θα ήταν πολύ κουρασμένος. Ο γκρουμ περίμενε ένα τέταρτο, ύστερα ξαναδοκίμασε να τον ξυπνήσει, μα και πάλι δεν τα κατάφερε. Πήγε τότε να συμβουλευτεί τους άλλους εργαζόμενους, τον υπεύθυνο του μπουφέ. "Μήπως του συνέβη τίποτα;" "Πρέπει να σπάσουμε την πόρτα". "Όχι, δεν γίνεται. Την πόρτα πρέπει να τη σπάσουμε με την αστυνομία". Αποφάσισαν να επιχειρήσουν ακόμα μια φορά να τον ξυπνήσουν, χτυπώντας δυνατότερα. Αν δεν ξυπνούσε και τώρα, θα ειδοποιούσαν την αστυνομία. Έκαναν την τελευταία απόπειρα. Δεν ξύπνησε. Έστειλαν λοιπόν να φωνάξουν την αστυνομία και τώρα περίμεναν να δουν τι θα αντίκριζαν στη συνέχεια.

Κατά τις δέκα έφτασε ένας αξιωματικός της αστυνομίας, χτύπησε, ύστερα πρόσταξε τους υπαλλήλους να χτυπήσουν, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. "Δεν γίνεται αλλιώς, σπάστε την πόρτα".

Έσπασαν την πόρτα. Το δωμάτιο ήταν άδειο. "Κοιτάξτε κάτω από το κρεβάτι" - ο χθεσινός πελάτης δεν ήταν εκεί. Ο αστυνόμος πήγε προς το τραπέζι όπου βρισκόταν ένα χαρτί και πάνω του με μεγάλα γράμματα ήταν γραμμένο:
"Φεύγω στις έντεκα το βράδυ και δεν ξαναγυρνάω. Θα με ακούσουν στη γέφυρα Λιτέινι, γύρω στις δύο με τρεις τη νύχτα. Να μην ενοχοποιηθεί κανείς."
- Μάλιστα, τώρα εξηγούνται όλα, και τόσες ώρες δεν μπορούσαμε να βγάλουμε άκρη, είπε ο αστυνόμος.
- Τι τρέχει, Ιβάν Αφανάσιεβιτς; ρώτησε ο άνθρωπος του μπουφέ.
- Βάλτε μου ένα τσάι και θα σας πω.
Για πολλή ώρα, η αφήγηση του αστυνόμου έγινε στο ξενοδοχείο αντικείμενο εμπνευσμένων αναδιηγήσεων και σχολίων. Η ιστορία είχε ως εξής.

Στις δυόμισι τη νύχτα - η νύχτα ήταν συννεφιασμένη και σκοτεινή - στη μέση της γέφυρας Λιτέινι* άστραψε μια λάμψη κι ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Οι άντρες της περιπολίας έτρεξαν προς τα κει, οι ολιγάριθμοι περαστικοί σκόρπισαν. Στο σημείο απ' όπου ήρθε ο πυροβολισμός δεν υπήρχε κανένας και τίποτα. Άρα δεν πυροβόλησε, πυροβολήθηκε. Βρέθηκαν εθελοντές να βουτήξουν, μετά από λίγο έβγαλαν κάτι καμάκια, έβγαλαν κι ένα δίχτυ ψαρέματος, βουτούσαν, ψηλάφιζαν, έπιαναν, τσάκωσαν μάλιστα καμιά πενηνταριά μεγάλες σανίδες, αλλά σώμα δεν βρήκαν και δεν έβγαλαν. Πως να βρεις, όμως, αφού η νύχτα ήταν κατασκότεινη; Σ' αυτές τις δυο ώρες θα είχε ήδη φτάσει στη θάλασσα, άντε να το βρεις. Για τούτο και παρουσιάστηκαν κάτι ριζοσπάστες που απέρριψαν την προηγούμενη εικασία: "Κι αν δεν υπήρξε καν σώμα; Κι αν ήταν κάποιος μεθυσμένος ή απλώς κάποιος καλαμπουρτζής που έκανε πλάκα, που πυροβόλησε δηλαδή κι ύστερα το έβαλε στα πόδια, αν, βεβαίως, δεν βρίσκεται τώρα μέσα στον κόσμο και γελάει με την αναστάτωση που προκάλεσε;"

Η πλειονότητα όμως, όπως πάντα όταν σκέφτεσαι λογικά, αποδείχτηκε συντηρητική και υποστήριζε την πεπατημένη: "Σιγά μην έκανε πλάκα, φύτεψε μια σφαίρα στο κεφάλι του και τέρμα". Οι ριζοσπάστες ηττήθηκαν. Αλλά, ως συνήθως, το κόμμα που νίκησε, διασπάστηκε αμέσως μετά τη νίκη. Αυτοκτόνησε, έτσι; Γιατί όμως; "Μεθυσμένος", ήταν η γνώμη κάποιων συντηρητικών. "Χρεοκοπημένος", ισχυρίζονταν οι άλλοι συντηρητικοί. "Απλώς βλάκας", είπε κάποιος. Σ' αυτό το "απλώς βλάκας" συμφώνησαν όλοι, ακόμα κι εκείνοι που αντέκρουαν την άποψη ότι αυτοκτόνησε. Πράγματι, μεθυσμένος ή χρεοκοπημένος, πυροβολήθηκε ή έκανε πλάκα, αυτοκτόνησε ή απλώς προσποιήθηκε, όπως κι αν είχε, αυτή ήταν μια ανόητη, ηλίθια υπόθεση.

Στη γέφυρα το θέμα είχε λήξει εκεί. Στο ξενοδοχείο, στον σιδηροδρομικό σταθμό Μοσκόφσκι, αποδείχτηκε ότι ο βλάκας δεν έκανε πλάκα αλλά αυτοκτόνησε. Όμως στην έκβαση της ιστορίας υπήρξε ένα στοιχείο με το οποίο συμφώνησαν και οι ηττημένοι, και συγκεκριμένα ότι ακόμα κι αν δεν αστειεύτηκε αλλά αυτοκτόνησε, δεν έπαυε να είναι βλάκας. Αυτό το ικανοποιητικό για όλους συμπέρασμα αποδείχτηκε ιδιαιτέρως ισχυρό, ακριβώς επειδή επικράτησαν οι συντηρητικοί: στην πραγματικότητα, αν απλώς είχε αστειευτεί πυροβολώντας στη γέφυρα, στην οποία θα ήταν συζητήσιμο αν ήταν βλάκας ή μόνο πλακατζής. Όμως πυροβολήθηκε στη γέφυρα. Ποιος πυροβολείται πάνω σε γέφυρα; Γιατί έτσι, σε γέφυρα; Γιατί στη γέφυρα; Είναι ανόητο, στη γέφυρα - γι αυτό κι είναι αναμφίβολα βλάκας.

Σε ορισμένους γεννήθηκαν και πάλι αμφιβολίες: αυτοκτόνησε πάνω στη γέφυρα. Πάνω στη γέφυρα δεν αυτοκτονούν, επομένως δεν αυτοκτόνησε. Το βράδυ όμως το προσωπικό του ξενοδοχείου κλήθηκε στο τμήμα να δει το πυροβολημένο κασκέτο που έβγαλαν από το νερό, κι όλοι αναγνώρισαν εκείνο που φορούσε ο ταξιδιώτης. Έτσι, δεν υπήρχε πια αμφιβολία ότι αυτοκτόνησε, και το πνεύμα της άρνησης και του ριζοσπαστισμού ηττήθηκε τελειωτικά.

Συμφώνησαν ομοφώνως ότι ήταν "ένας βλάκας" κι άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί: στη γέφυρα, έξυπνο κόλπο. Για να μη βασανιστεί πολύ στην περίπτωση που δεν θα στόχευε καλά, έξυπνη σκέψη. Όπως κι αν τραυματίστηκε πέφτει στο νερό και πνίγεται πριν καν καταλάβει τι έγινε, ναι, στη γέφυρα... έξυπνο.

Τώρα πλέον δεν μπορούσες να βγάλεις άκρη: και βλάκας και έξυπνος.

*Πλωτή γέφυρα πάνω στον ποταμό Νιέβα, η σταθερή χτίστηκε αργότερα (1874-1879)