Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016




Συγκέντρωση αλληλεγγύης έξω απ' τις φυλακές Κορυδαλλού στις 23.30 στο πάρκο επί της λεωφόρου Γρ. Λαμπράκη.

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Ξέρω ποιος σκότωσε τον επιθεωρητή Λουίτζι Καλαμπρέζι ~ Αλφρέντο Μ. Μπονάνο

Ξέρω ποιος σκότωσε τον επιθεωρητή Λουίτζι Καλαμπρέζι στις 17 Μαΐου 1972, έξω από το σπίτι του στην οδό Χερουβίνι 6 στο Μιλάνο, στις 9 και 15 το πρωί. Αυτή η δήλωση είναι σοβαρότατη, όχι για τις δικαστικές της επιπλοκές, για τις οποίες δεν δίνω δεκάρα, αλλά για αρκετούς άλλους λόγους, και σε αυτούς τους λόγους θέλω να επιστήσω την προσοχή του αναγνώστη μου...


Βασικά, εάν σταματήσουμε για ένα λεπτό και σκεφτούμε τι υπάρχει για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι; Ξυπνάμε το πρωί, παίρνουμε πρωινό στα γρήγορα, τρέχουμε στο σχολείο, στη δουλειά, στην κοντινότερη πλατεία για να συναντήσουμε κάποιους φίλους, με δυο λόγια, ο καθένας στις δικές του καθημερινές ασχολίες. Το βραδάκι επιστρέφουμε και πέφτουμε στο κρεβάτι, σχεδόν ότι κάναμε και το προηγούμενο βράδυ, όπου μπορούμε να νοιώθουμε σίγουροι απέναντι στα διάφορα γεγονότα που έχουμε δει να περνάνε μπροστά από τα μάτια μας ολόκληρη τη μέρα. Τη στιγμή που θα συμβεί κάποιο γεγονός, όσο απλό κι αν είναι αυτό, όπως ο καφές που ήπιαμε το πρωί στο μπαρ, όλα όσα περικλείουν το γεγονός, γίνονται συγκεχυμένα, τείνουν να χάνονται μέσα στη λεπτομέρεια, και εξαφανίζονται σε μια στείρα επιθυμία για το συγκεκριμένο.

Στο τέλος θυμόμαστε τι συνέβη,ότι έχουμε κάνει, αλλά οι διαβεβαιώσεις για το κάθε ξεχωριστό γεγονός είναι τόσο ανεπαρκείς που μας κάνουν να καταλήγουμε πως δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τίποτα. Αλλά πως είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό; Θα μπορούσε να πει κάποιος. Η απάντηση είναι απλή. Είμαστε σίγουροι μόνο, πάντα εντός δεδομένων ορίων, για αυτό που μας ενδιαφέρει στ' αλήθεια, για ότι βρίσκεται πολύ κοντά στα προσωπικά μας συναισθήματα, ανάγκες επιθυμίες, όνειρα, σχέδια που μας δίνουν μια γροθιά στο στομάχι. Θυμόμαστε μόνο τις γροθιές στο στομάχι. Η ζωή, από μόνης της δεν μας δίνει πολλές γροθιές στο στομάχι, και ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Σκεφτείτε πως θα ήταν να ζούσατε, μονίμως, μια ζωή ακραία συναισθηματική, σε σημείο έκρηξης σχεδόν, κατακλυσμένη από αδρεναλίνη. Λίγη ηρεμία, παρακαλώ.

Αλλά επειδή δεν είμαστε "τέρατα υπομονής", αλλά άντρες και γυναίκες που ανυπομονούν να ζήσουν αυτή τη ζωή τείνουμε να κοιτάμε τα πράγματα με έναν πιο επιλεκτικό τρόπο. Φιλτράρουμε τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας, όχι μόνο αυτά που βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια, αλλά και εκείνα που το μεγάλο σύγχρονο δεκανίκι των εφημερίδων και της τηλεόρασης μας δίνει τη δυνατότητα να συλλάβουμε, ακόμα και πράγματα που συμβαίνουν χιλιάδες μίλια μακριά, τόσο απομακρυσμένα στο χώρο αλλά τόσο κοντινά σα να συνέβησαν στην αυλή του σπιτιού μας.


Τέτοιου είδους πράγματα τα έχουμε συνηθίσει, αλλά υπάρχουν και κάποια μας επηρεάζουν πιο βαθιά. Τι σημαίνει να σε επηρεάζει κάτι και μάλιστα να σε επηρεάζει σε βάθος; Σημαίνει ότι μένουμε με το στόμα ανοιχτό, με μια αίσθηση πόνου, αγωνίας, αγανάκτησης, αηδίας,- που είναι μια ίδια κατάσταση με αυτή της ευτυχίας, ενθουσιασμού, μέθης κλπ, ως βιολογικοί μηχανισμοί που απελευθερώνει ο οργανισμός μας. Αυτά τα γεγονότα μας διαπερνούν και κλειδώνονται μέσα στη βεβαιότητά μας.

Γνωρίζω πολύ καλά ότι απόλυτη βεβαιότητα δεν υπάρχει, με την έννοια του αντικειμενικού και έγκυρου για όλους, εάν θέλουμε να είμαστε ακριβείς.

Αλλά όταν το αίμα βράζει μέσα στις φλέβες μας για τους 15 νεκρούς που έγιναν κομματάκια στην κεντρική αίθουσα της αγροτικής τράπεζας στην πιάτσα Φοντάνα στο Μιλάνο (1), ακόμα και αν περνούσαν 100 χρόνια, την ίδια βεβαιότητα θα νοιώθαμε αυτή του καταφρονητέου, που μόνο οι άθλιοι υπηρέτες του κράτους θα μπορούσαν να πετύχουν. Για αυτό το είδος της βεβαιότητας θέλω να μιλήσω. Κάθε φορά που σκέφτομαι τον Πινέλλι(2) να εκπαραθυρώνεται από το γραφείο του επιθεωρητή Καλαμπρέζι στο αστυνομικό τμήμα στην οδό Φατεμπένεφρατέλι στο Μιλάνο, μου ανάβουν τα αίματα.


Οπότε, είμαι σίγουρος και για αυτό. Δεν μπορούν να με πείσουν οι χιλιάδες τσαρλατάνοι δικολάβοι που συνωμοτούν για να μου εξηγήσουν τους λόγους που ο κακομοίρης ο αστυνομικός επιθεωρητής έμεινε έκπληκτος από το δυνατό σάλτο του Πινέλλι στο νυχτερινό αέρα του Μιλάνου. Ούτε καν χρειάζεται να διαβάσω τις καταθέσεις των συντρόφων που κρατούνταν στα διπλανά γραφεία, που άκουσαν την ανάκριση να αγριεύει, και τις βρισιές πριν και μετά από το φόνο του Πινέλλι. Αυτές οι μαρτυρίες δεν προσθέτουν τίποτα στη δική μου βεβαιότητα.
Με τον ίδιο τρόπο, δεν αναιρούν τίποτα οι αθωώσεις του δικαστηρίου, οι παιδικές διακηρύξεις των νέων που έχουν μεγαλώσει στη σκιά της πατρικής ενοχής, ή η καταϊδρωμένη ανάμνηση μιας χήρας για την οποία δεν έχω νοιώσει ποτέ καμία συμπόνια.


Ένας αποφασισμένος άντρας, σίγουρος για τον εαυτό του, πρωταγωνιστική καρικατούρα κινηματογραφικής ταινίας, κυρίαρχος της κατάστασης. Αυτός ήταν το πρόσωπο κλειδί του αρχηγείου της αστυνομίας του Μιλάνο την ώρα που έσκασαν οι βόμβες. Αυτός ήταν που ανέλαβε να ασχοληθεί με τα γεγονότα, που ίσως τον ξεπερνούσαν, αλλά σίγουρα δεν μπόρεσε να πείσει κανέναν, καλά καλά ούτε για τον ίδιο του τον εαυτό. Αλλά για ποια ορθότητα μπορεί να είναι ικανός ένας μπάτσος, πόσο μάλλον ένας μπάτσος που θέλει μα κάνει καριέρα με κάθε κόστος;

Κανένας πια, δεν μιλά για αυτό το άτομο με σαφήνεια και μιας και δεν κατάφερε να γίνει μύθος, περισσότερο μοιάζει με φάντασμα. Με τον καιρό θάφτηκε η περσόνα του, ο θάνατος φαίνεται να λύανε τα χαρακτηριστικά του σε μια εικονογραφία κρατικού μάρτυρα. Ο κακόμοιρος ο Καλαμπρέζι, 34άρων ετών, σωστός κύριος, με έγκυο γυναίκα και δυο παιδάκια. Με διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, στον αριθμό 6 της οδού Χερουβίνι, ένα φτηνό σπίτι. Μετά το θάνατό του η γυναίκα του περιμένει σχεδόν ένα χρόνο για να λάβει 156.000 λιρέτες σύνταξη το μήνα. Τι κρίμα!

Αλλά ο κακόμοιρος ο Καλαμπρέζι είδε τη ζωή αλλιώς. Ήθελε να είναι νικητής, έπαιξε βρώμικα, και είχε καταφέρει χτίσει γύρω του τη φήμη του σκληρού άντρα, του ανίκητου. Ήταν πάντα στο προσκήνιο, συνέτριψε κάθε ανταγωνισμό,οι συνεργάτες του τον μισούσαν, οι ανώτεροί του τον φοβόταν. Άνθρωπος του καράτε και οπαδός της δύναμης, ήταν τέτοιος υποκριτής με όλους που κατάφερνε να περνάει ως συναισθηματικός, αληθινός καθολικός,ένας θεοσεβούμενος άνθρωπος. Βασικά, αυτό το έμαθε στην Αμερική, όπου δούλεψε για τη ΣΙΑ. Μια εμπειρία που την είχαν αποκτήσει μόνο λίγοι σούπερ-μπάτσοι εκείνη την εποχή στην Ιταλία.


Στις πυρετώδεις μέρες που ακολούθησαν τη σφαγή του Μιλάνο όλοι φοβούνταν όλους. Για πρώτη φορά η μυρωδιά του τρόμου άρχισε σοβαρά να διεισδύει στον επαρχιακό, ανάλαφρο αέρα της χώρα μας. Ακόμα, αυτή η βιομηχανική πόλη, κατεξοχήν, δεν είχε ποτέ γνωρίσει πραγματικά, μια εποχή όπως αυτή που επρόκειτο να ακολουθήσει. Και ο κόσμος περίπου ένοιωσε στο πετσί του αυτή την τραγική συζήτηση που θα άνοιγε.


Γιατί ο Πινέλλι; Δεν ξέρουμε, δεν θα μάθουμε ποτέ. Θα μπορούσε να είχε συμβεί σε κάποιον άλλο σύντροφο. Η απόπειρα εκπαραθύρωσης από το γραφείο του Καλαμπρέζι είχε ξανασυμβεί πριν από μήνες με τον Μπράσι και θα μπορούσε να ήταν αυτός που στραβοπάτησε έξω από το παράθυρο. Αυτός όμως τη γλύτωσε. Οι βόμβες στη Φιέρα του Μιλάνο δεν ήταν φαίνεται της ίδιας σπουδαιότητας με αυτές της Πιάτσα Φοντάνα.(3)


Ήταν δική του δουλειά να χαλκεύσει όσο καλύτερα μπορούσε την εκδοχή των αναρχικών,ήταν ο ειδικός των αναρχικών του Μιλάνο, και όλων όσων είχαν σχέσεις με τους Μιλανέζους συντρόφους. Ποιος θα μπορούσε καλύτερα από αυτόν να ενώσει τα νήματα μιας ιστορίας που είχε ήδη ξεκινήσει με τον Βεντούρα, με την έκδοση αναρχικών κειμένων από ένα δηλωμένο φασιστικό εκδοτικό οίκο, που χρηματοδοτούνταν από το υπουργείο; (4)
Βασικά, η απόφαση που αφορούσε στους αναρχικούς είχε δρομολογηθεί ήδη από μήνες, με απόδειξη τις βόμβες στη Φιέρα. Πολλοί σύντροφοι βρίσκονταν στη φυλακή ακριβώς εκείνη την περίοδο. Και απανταχού παρών, να ανακινεί τις καταστάσεις,ήταν ο κακόμοιρος ο Καλαμπρέζι με το κολλαριστό κοστούμι του, τη σκληρή εκπαιδευμένη του στάση, την κουλτούρα του (κουλτούρα που λέει ο λόγος, αλλά πάντα κατάφερνε να τσιμπήσει κάτι από εδώ και από κει), την ταχύτητα του στη λήψη αποφάσεων.


Ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων. Ένας άνθρωπος που είχε δουλέψει για τη ΣΙΑ δεν μπορούσε παρά να είχε και την ταχύτητα των ανθρώπων της ΣΙΑ, αδίστακτοι και ψυχροί στην εκτέλεση της δουλειάς τους. Αυτά τα στερεότυπα κατέρρευσαν μόνο πρόσφατα, αποκαλύπτοντας ότι οι μυστικές υπηρεσίες, από τη ΣΙΑ μέχρι την Μ15, και την περιβόητη ΜΟΣΣΑΝΤ, δεν είναι παρά συμμορίες πληρωμένων δολοφόνων, προστατευμένων με την κρατική ασυλία,ένα μάτσο ανίκανοι και απροετοίμαστοι, που παίζουν με μέσα που κάποια στιγμή τους κάνουν να φαίνονται σπουδαιότεροι και ισχυρότεροι από ότι είναι στα αλήθεια.


Εκεί, ο επιθεωρητής Λουίτζι Καλαμπρέζι ήταν ένας από εκείνους τους μισθοφόρους και εγγυημένους δολοφόνους. Γύρω του είχε ταφεί ο μύθος του αχτύπητου, της αποφασιστικής εκείνης δύναμης που νικά όλα τα εμπόδια που του παρουσιάζονται.


Ο μύθος αυτός "άρχισε να μπάζει" στη δίκη ενάντια στη "Lotta Continua", όπου φάνηκε ότι ο Καλαμπρέζι ήρθε σε δύσκολη θέση. (5) Κατηγορήθηκε ότι σκότωσε, ή τουλάχιστο ότι συμμετείχε στο φόνο του Πινέλλι, ακριβώς αυτό που λέμε τώρα. Οι κομπιαστικές του απαντήσεις στριφογυρίζουν ακόμα στο μυαλό αρκετών συντρόφων.

Η 17 του Μάη προμήνυε μια κακή μέρα για το σπουδαίο επιθεωρητή. Όλα φαίνονταν να βαίνουν φυσιολογικά, η συνήθης πρωινή ρουτίνα: πρωινό, αποχαιρετισμός στην έγκυο γυναίκα και τα δυο παιδάκια, δυο χρονών το ένα και 11 μηνών το άλλο, τι όμορφη οικογενειακή σκηνή!

Ακόμα και ένας δήμιος έχει οικογένεια. Απίστευτο και όμως αληθινό. Και η οικογένεια του δήμιου βλέπει τη δουλειά του δήμιου όπως κάθε άλλου δημόσιου υπαλλήλου, πόσο μάλλον κάποιου με κύρος -η δουλειά απαιτεί μια ειδίκευση που δεν μπορεί να επιτύχει ο καθένας. Πίσω από τη μάσκα που κρύβει το δήμιο υπάρχει επίσης χώρος για τη γόνιμη σύζυγο και ένα μάτσο απογόνους. Αυτή την αποφράδα μέρα, περίπου στις 9 το πρωί, ο επιθεωρητής Λουίτζι Καλαμπρέζι βγαίνει στο δρόμο. Το πεπρωμένο του είναι εκεί, στις 9 και 15 ακριβώς, με τη μορφή δύο σφαιρών, πρώτα μία και μετά άλλη μία. Ιατρική αναφορά: μηνιγγικό-εγκεφαλικό κρανιακό ράγισμα που προκλήθηκε από σφαίρες που προήρθαν από πυροβόλο όπλο (δεξιά κρανιακή περιοχή). Το ασθενοφόρο ουρλιάζει μαινόμενο στους δρόμους της πόλης. Στις  9 και 37 ο επιθεωρητής Λουίτζι Καλαμπρέζι πεθαίνει στο νοσοκομείο του Σαν Κάρλο.


Η αυτοψία στο σώμα του Πινέλλι εκτελέστηκε από τους καθηγητές Λουντόβι, Μαντζίλι και Φάλτζι. Ποιοι είναι αυτοί; Δεν ξέρω. Κάποιοι κοινοί χασάπηδες; Δεν το νομίζω, τουλάχιστον ένας από αυτούς ήταν άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών όπως διέρρευσε μετά από κάποια χρόνια σε μια μικρή είδηση που δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες.

Γιατί αυτή η παρουσία; Διότι, για άλλη μια φορά δεν ένοιωθαν σίγουροι ότι όλα είχαν βρεθεί όπως έπρεπε (πολλοί άνθρωποι στο γραφείο του Καλαμπρέζι;) και ήθελαν να ξεμπερδεύουν όσο πιο γρήγορα γίνονταν, πετσοκόβοντας με μεγάλη βιασύνη ότι απέμεινε από το σύντροφό μας. Ένα είναι σίγουρο, ότι η δουλειά του Καλαμπρέζι ήταν ένα μακάβριο χάλι (ξαφνικά διέρρευσε ότι ο Πινέλλι φορούσε τρία παπούτσια, εκείνη των ιατροδικαστών έγινε άψογα. Μετά από αυτό, δεν ήταν δυνατό να γίνει κανένας συγκριτικός έλεγχος της σήμανσης.

Ο Καλαμπρέζι, αφήνοντας την είσοδο του σπιτιού του, κατευθύνεται προς τη νησίδα στη μέση του δρόμου όπου ήταν παρκαρισμένα ένα Πρίμουλα και ένα Όπελ. Η πρώτη σφαίρα τον βρίσκει στο δεξιό ώμο, η δεύτερη σκίζει ένα μέρος από το κρανίο του. Το κενό ανάμεσα στο Φίατ και το Όπελ πλημμυρίζει αργά με αίμα.


Οι άνθρωποι που ήταν παρόντες δεν κατάλαβαν και πολύ γρήγορα τι έγινε, σχεδόν δεν αντιλήφθηκαν τους πυροβολισμούς. Στον ανοιξιάτικο αέρα ακούστηκαν σχεδόν σαν εξάτμιση κάποιου παλιού αυτοκινήτου. Μετά κάποιος εντοπίζει το σώμα που ήταν πεσμένο μπρούμυτα, το αίμα που συνεχίζει να απλώνεται σε ένα μαβί λεκέ. Καλούνται η αστυνομία, οι καραμπινιέροι, ένα ασθενοφόρο, τα συνηθισμένα σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως σε ένα παλιό παρωχημένο σενάριο. Μόνο που αυτή τη φορά κινητοποιήθηκαν και τα υψηλά κλιμάκια της μιλανέζικης αστυνομίας. Τα μάτια του Γκουίντα γέμισαν δάκρυα. Ο παλαιοφασίστας δεσμοφύλακας, με μεγάλη εμπειρία σε εγκλήματα και βασανισμούς, συγκινείται, βλέποντας το σώμα του πιστού του συνεργάτη στο έδαφος, να κολυμπάει στο ίδιο του το αίμα.


Η κηδεία του "επιθεωρητή Παράθυρο", όπως έμεινε γνωστός, είναι πολυδάπανη, με πλήθος από στεφάνια. Φέρνουν τη σωρό στην εκκλησία. Ο βοηθός του αρχιεπισκόπου του Μιλάνο διεξάγει τη νεκρώσιμη ακολουθία: "Λαμπρό παράδειγμα αφοσίωσης στο καθήκον".

Είναι εκπληκτικό το πως αυτοί οι άνθρωποι δεν νοιώθουν καμιά σεμνότητα. Ο καρδινάλιος Κολόμπο, αναφερόμενος σε μια δημόσια δήλωση της κυρίας Τζέμα Καλαμπρέζι, δηλώνει: " Το ομορφότερο λουλούδι που άνθησε μέσα στο αίμα του δολοφονημένου επιθεωρητή είναι η συγχώρεση της χήρας." Απίστευτο!


Συγχώρεση. Τι μαγική λέξη! Έπρεπε να περιμένουμε χρόνια για να το ακούσουμε να λέγεται ξανά, από άλλους, σε άλλες κουβέντες, αλλά πάντα αφορώντας το θάνατο του Καλαμπρέζι. Μα ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Για εκείνο το πρωινό του Μάη, μετά από αρκετά χρόνια, κάποιος φαίνεται να θυμάται κάτι. τι υπέροχα καταπληκτικός μηχανισμός είναι η μνήμη. Η μνήμη των μετανοημένων, τότε, δικαιούται μια μελέτη από μόνη της. Στην πόλη της Μάσα υπάρχει ένας άντρας που πουλάει κρέπες, που έχει έναν πάγκο με κρέπες, πιθανό να πουλάει κόκα κόλα και λεμονάδα, δεν ξέρω, τελοσπάντων, έχει τον αέρα ενός έντιμου μαγαζάτορα που προσπαθεί να βγάλει τα προς το ζην. Μα κάτω από τη φαινομενική καλοσυνάτη του φύση καραδοκεί ένας επικίνδυνος εγκληματίας. (6)  Επιπλέον, αυτός ο εγκληματίας μιλά, λέει ιστορίες, αφηγείται τι έκανε εκείνο το πρωινό της 17 Μάη του 1972 στην οδό Χερουβίνι, όταν κάθισε σε ένα αμάξι περιμένοντας, περιμένοντας, περιμένοντας. Αλλά ποιον περίμενε;

Ο φίλος μας δίνει ένα όνομα, μετά άλλα δύο, κατηγορώντας τους ότι κρύβονται πίσω από τη δολοφονία του Καλαμπρέζι. Ήταν μόνο συνεργός, ο οδηγός του φυσικού αυτουργού της πράξης. Αλλά έλα τώρα, μετανοημένε μου φίλε, είναι δυνατόν οι καραμπινιέροι να παίζουν την ίδια κασέτα και όλοι εκείνοι που δέχονται να γίνουν πληροφοριοδότες να λένε το ίδιο ποίημα; (7) Όπως και στην ιστορία με το κορίτσι στη δίκη της Ρώμης ενάντια στους αναρχικούς (που συνεχίζεται ακόμα στο κακουργιοδικείο), που ανάμεσα στα συνεχόμενα "δεν θυμάμαι" , απλά επαναλαμβάνει ότι έχει απομνημονεύσει από την αναφορά που ετοιμάστηκε από τους καραμπινιέρους; (8)


Υπάρχει κάτι που δεν γνωρίζουν οι δικαστές, αυτό που δεν ξέρει ούτε ο ίδιος ο μετανοημένος, και είναι το γεγονός ότι εγώ γνωρίζω ποιος σκότωσε τον επιθεωρητή Λουίτζι Καλαμπρέζι στις 17 Μαΐου του 1972, έξω από το σπίτι του στην οδό Χερουβίνι 6 στο Μιλάνο, στις 9 και 15 το πρωί. Και για να τελειώνουμε μια για πάντα. Ο μετανοημένος απλά παπαγαλίζει ένα πολύ καλό σενάριο. Αλλά ας μην προτρέχουμε. Αυτό που παραμόνευε τον Επιθεωρητή στην οδό Χερουβίνι, ήταν η εκδίκηση.

Μια απόλυτη σιωπή καλωσόρισε το κορμί του Πινέλλι στην έξοδο του νεκροτομείου, στις 20 Δεκέμβρη του 1969. Ήταν τρεις και τέταρτο. Άρχισε να βρέχει. Πήγαμε προς την οδό Πρενέστε. Η γυναίκα του, η Λυσία, είχε στείλει ένα μήνυμα: "ειλικρινά επιθυμώ η κηδεία του Πίνο Πινέλλι, αν και ανοιχτή προς όλους τους φίλους που θέλουν να παρασταθούν, να γίνει με τρόπο εντελώς ιδιωτικό, χωρίς της συμμετοχή οργανωμένων ομάδων, αντιπροσωπειών ή συμβόλων".

Δεν ξέρω γιατί έκανε αυτή τη δήλωση, σίγουρα, όχι για τους λόγους που είχα και εγώ μέσα από την καρδιά μου καταλήξει: τα σύμβολα, τα πανό των ομάδων, και ίσως ακόμα και οι σημαίες που κυματίζουν, να ήταν εκτός τόπου. Θα υπήρχε μόνο μια μαύρη σημαία αλλά στο τέλος κατέληξαν να υπάρχουν περισσότερες από ότι χρειαζόταν. Σε ένα στεφάνι από λουλούδια υπήρχε μια μικρή φράση, οι "αναρχικοί δεν θα σε ξεχάσουν". Αναρωτήθηκα αν θα ξεχνούσαμε τον Πινέλλι, ή αυτό που έγινε. Η αμφιβολία αυτή έμεινε μαζί μου μέχρι το νεκροταφείο Ματζιόρε. Τάφος 434, τομέας 76. Εκεί, δεν είχα πια καμία αμφιβολία. Και μαζί μου, χίλιοι σύντροφοι που ήταν παρόντες. Δεν είχαμε καμία αμφιβολία. Ο Καλαμπρέζι έπρεπε να πεθάνει.

Η εκδίκηση είναι ένα θέμα αξιοπρέπειας. Το μέγεθος του γεγονότος δεν πρέπει να είναι μόνο ανάλογο με το θάνατο του Πινέλλι, και ίσως ούτε με τη σφαγή όπου 15 πέθαναν και 90 τραυματίστηκαν. Αυτή θα ήταν απλά μια νομική εξίσωση, ίσως λίγο μόνο πιο σωστή από αυτήν που προβλέπουν τα νομικά βιβλία. Και, κατά αυτήν την έννοια, δεν θα με ενδιέφερε.

Η εκδίκηση είναι από μόνη της μια υπερβολή και όχι η επίθεση που εξαπολύει. Έτσι, βλέποντας τα πράγματα από την άλλη πλευρά, η δολοφονία του Καλαμπρέζι δεν ήταν μια ανάλογη εκδίκηση, σύμμετρη με τους θανάτους στην Πιάτσα Φοντάνα ή με το θάνατο του Πινέλλι. Ακόμα και έτσι αν δούμε τα πράγματα ξαναπέφτουμε στην ίδια νομική εξίσωση.

Η εκδίκηση είναι λοιπόν υπερβολή. Όχι οφθαλμών αντί οφθαλμού, οδόντα επί οδόντος, που ήδη στη βιβλική μορφή τους συνιστούσαν έναν εξορθολογισμό της προηγούμενης εκδικητικής συμπεριφοράς που ήταν απρόβλεπτη, δηλαδή έναν πραγματικό ποινικό κώδικα, που στους περισσότερους φαινόταν, λαθεμένα, ως μια απλή εκδίκηση. Η υπερβολή που ενυπάρχει στην εκδίκηση αν δεν ξεχειλίζει μέσα στο αμέτρητο, στη βαρβαρική ακύρωση του εχθρού, στην εξόντωσή του ή, το λιγότερο στην πρόκληση τέτοιας ζημιάς που θα του μείνει αξέχαστη. Αν η εκδίκηση ήταν σύμμετρη, θα ήταν συνολικά το κοινωνικό σύστημα που θα την επέβαλλε και έτσι θα καλυπτόμουν από έναν κώδικα, ακόμα και άγραφο, αλλά κώδικα. Οι συνθήκες θα με υποχρέωναν να πάρω εκδίκηση, ακολουθώντας τους κανόνες, αλλιώς θα στρερούμουν εκδίκησης εάν δεν έπαιρνα εκδίκηση ή αυτό γινόταν με υπερβολικό τρόπο, με αποτέλεσμα τις καταστρεπτικές συνέπειες για τις ίδιες τις συνθήκες.

Αντίθετα, εάν το κίνητρο για εκδίκηση ήταν η προσβεβλημένη αξιοπρέπειά μου, για αυτό και μόνο είμαι υπεύθυνος, και με αυτό, δηλαδή με το προσβεβλημένο κομμάτι του εαυτού μου, με τη συνείδηση μου, πρέπει να τα βρω. Και δεν υπάρχουν ημίμετρα με τον εαυτό μου, εγώ με τον εαυτό μου συνιστούμε μια αδιαχώριστη ενότητα, εγώ είμαι ο κόσμος, η ενότητα του κόσμου, και αυτός που προβάλει την αξιοπρέπειά μου ακυρώνει τον κόσμο, με καταστρέφει όπως η συνείδηση του κόσμου μέσω του εαυτού μου, και του αξίζει να φύγει από τον κόσμο.

Φυσικά, αυτοί που μπορούν να αντιληφθούν τη βαθιά αίσθηση της αξιοπρέπειάς τους είναι λίγοι. Αυτό είναι το κρυφό μυστήριο κάποιας συμπεριφοράς που φαίνεται ανεξήγητη. Ο Νίτσε ένοιωσε ότι προσβλήθηκε η αξιοπρέπεια του ως άντρα μπροστά στο θέαμα ενός αμαξά που μαστιγώνει το άλογό του, και μη μπορώντας να αντισταθεί στη δολοφονία του κόσμου του από κάποιον αναίσθητο κτηνάνθρωπο, αποφασίζει να τον ακυρώσει από τον κόσμο, να ακυρώσει τον εαυτό του στην τρέλα. Για τον ίδιο λόγο, άλλοι σύντροφοι, μπροστά στην προσβολή της δικής τους αξιοπρέπειας ακυρώνουν τον κόσμο με άλλον τρόπο, ακυρώνουν τους εαυτούς τους αυτοκτονώντας.

Αυτός ο τρόπος να βλέπεις τη ζωή εξελίσσεται και καταλήγει να γίνεται απαραίτητος, όταν κάποιος σταδιακά καταλάβει τη γελοιότητα των επίσημων κανόνων που καθιερώνουν την υποτιθέμενη κοινωνία, για να μην πω, για τους νόμους που φτιάχνουν τις συνθήκες της ύπαρξης του κράτους. Νόμοι και συμπεριφορές που μακροπρόθεσμα φαίνονται να είναι όχι μόνο όργανα του εχθρού με σκοπό να καταπνίξουν και να καταστήσουν απίθανη τη λίγη ελευθερία που ακόμα και σε μια ελεγχόμενη και διοικούμενη κοινωνία είναι δυνατό να επιτευχθεί, αλλά και μια καθ' αυτή αποκλίνουσα συμπεριφορά γίνεται πραγματικά διαστροφική ακόμα και όταν φαίνεται να υπάρχουν οι καλύτερες προθέσεις.

Η κριτική της καθημερινότητας παράγει μια συνείδηση που με τον καιρό γίνεται όλο και πιο οξεία και ευαίσθητη, πάντα πιο επίμονη στην ανακάλυψη απώτερων πεδίων απελπισίας και απομόνωσης. Όλα γύρω προκύπτουν κατά αυτόν τον τρόπο, οι κοινοί τόποι του δημοκρατικού δυνατοτισμού, οι ψευδαισθήσεις της πολιτικής, η θετικότητα του ιστορικού κινήματος, οι θεσμικές παραχωρήσεις, η απάθεια συγκεκριμένων παραδοχών. Αν η συνείδηση κάποιου είναι ικανή να διεισδύσει αυτό το κρυστάλλινο πεδίο της μεγαλύτερης δυνατής διαύγειας, αν ανακαλύψει το πλέγμα που συνιστά τον ιστό των κοινωνικών σχέσεων, - αυτό το ανεπαίσθητο και σχεδόν δυσνόητο πλέγμα που συχνά καλύπτεται με τα λαχταριστά χρώματα της προσφοράς με την οποία η μιζέρια της κυριαρχίας μεταμφιέζεται, - τότε αυτός καταφέρνει να ξεκαθαρίσει αυτή την άχρονη νύχτα, τότε νοιώθει προσβεβλημένος, βαθιά προσβεβλημένος. Είναι η προσβολή χιλιάδων χρόνων σκλαβιάς και εγκλεισμού, χιλιάδων χρόνων μαρτυρίων και γενοκτονίας, χιλιάδων χρόνων υποταγής σε μερικές ομάδες κυρίαρχων. Από το παρελθόν, δεν αξίζει να σωθεί τίποτα, δεν μου έχει δοθεί τίποτα, και δεν έχω καταφέρει να αρπάξω τίποτα από τον εχθρό, παρά μόνο, την εικόνα των ανταγωνιστικών παραχωρήσεων που στοχεύουν να με κάνουν να πάω στο μπουφέ, ακόμα και για μερικά ψίχουλα, για την οριακή αναγνώριση της κοινωνικής θέσης, για μερικά σιρίτια στο μπερέ, για μια υπόκλιση από κουτοπόνηρους που πιστεύουν ότι είναι οι εξυπνότεροι.

Μπορείς και πάλι, να σκέφτεσαι χρόνια και χρόνια πάνω σε αυτό το πρόβλημα, να διαβάζεις και να σκέφτεσαι, μέχρι να νοιώσεις κουρασμένος και θλιμμένος, και δεν υπάρχει μια σελίδα, μια λέξη, μια χειρονομία αντρός ή γυναικός κοντά σου που να λέει κάτι ξεκάθαρο, οριστικά ξεκάθαρο. Μπορείς να κωπηλατείς στο σκοτάδι για χρόνια μέχρι να εξαντληθείς -σαν τον κατάδικο κάποιου καιρού-, μέχρι να πέσεις νεκρός πάνω στο κουπί χωρίς να το αντιληφθεί κανείς.

Αντίθετα, μπορεί ένα γεγονός για μια στιγμή να σε κάνει να δεις το τέλος του δρόμου, που μπορεί ακόμα να σε κάνει να δεις από τι είναι πραγματικά φτιαγμένος ο εχθρός, από τι είναι φτιαγμένος, από ποιο φλογερό μείγμα έχει αναδυθεί η ψυχή του. Αν ένα τέτοιο γεγονός συμβεί, και αν είσαι κι εσύ εκεί, μαζί με πολλούς άλλους σαν και εσένα, ανθρώπους που ξέρεις ότι ζουν την ίδια τραυματική εμπειρία, και τους βλέπεις, μεγαλόσωμους άντρες με ροζιασμένα χέρια, παιδιά που προσπαθούν να είναι άνετα, ώριμες γυναίκες με τις σκέψεις τους στα χρόνια του πολέμου, στους μακελεμένους γιους, νέοι άνθρωποι που βλέπουν την αγάπη τους που αποστρέφονται ως ένα σημάδι της αγνότητας του κόσμου, σχεδόν βρωμισμένοι από όλη αυτή την υπεροψία, και τους βλέπεις, όλους με δάκρυα στα μάτια τους, ανήμπορους αλλά με τεντωμένους μυς. Εάν συμβεί αυτό το γεγονός μπροστά σου, δεν είναι πια ένα γεγονός, ένα συμβάν όπως τόσα άλλα (εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν, σκοτωμένοι βάρβαρα και μεταφέρονται με βιασύνη στο νεκροταφείο), αλλά εκείνο το γεγονός έχει μια διαφορετική φόρτιση, κουβαλά μέσα του μια ένταση που δεν θα σε αφήσει ήσυχο, σε ξυπνά μέσα στη νύχτα ιδρωμένο και, ενώ κάθεσαι στο κρεβάτι σου, αναρωτιέσαι τι κάνεις στο κρεβάτι, και αν ίσως είσαι εσύ που δεν έχεις πεθάνει και στριφογυρνάς στον τάφο σου, ενώ το να είσαι ζωντανός, πολύ ζωντανός, είναι ακριβώς ο Πινέλλι, με το αφελές μούσι του σιδηροδρομικού εργάτη.

Καταλαβαίνω ότι αυτό μπορεί να φαίνεται ως μια λίστα αισθήσεων που βγήκαν από έναν προωθημένο εγκέφαλο, από εμένα, που πρέπει να   ομολογήσω, ότι εκείνο το απόγευμα στο νεκροταφείο Ματζιόρε, στον τάφο 434, χωρίς να ντραπώ ξέσπασα σε δάκρυα. Και, αν είναι οι αναμνήσεις που νοιώθει κάποιος λόγω μιας συναισθηματικής κατάστασης της στιγμής, και συχνά εκείνες οι προωθημένες συναισθηματικές καταστάσεις, που μη μπορώντας να εκφραστούν εκείνη τη στιγμή με έναν πρακτικό τρόπο (χτυπώντας έναν μπάτσο, για παράδειγμα), μετατρέπονται σε μια σύγχυση που κάνει κάποιον να ξεσπάσει σε κλάματα. Και, συμφωνώ. Αλλά αν σκεπτόμαστε έτσι χάνουμε κάτι σημαντικό, περιορίζουμε τα πάντα σε ένα σύνολο ανθρώπων -ατόμων που βιώνουν ατομικά συναισθήματα, και μπορεί να παραμερίζουν την ουσία, αυτήν την εξαιρετικά ουσιαστική δύναμη που απορρέει από πολλούς ανθρώπους που έχουν την ίδια συναισθηματική αίσθηση, προερχόμενη από πανομοιότυπα συναισθήματα (που δεν ταυτίζονται, τουλάχιστον αυτό το ξέρω), και αισθάνονται να έλκονται ο ένας από τον άλλο ως ένα ομογενές σύνολο που δεν θα χρειάζεται συμφωνίες ή γραπτά συμβόλαια ή επιταγές για να υπάρχει. Ξαφνικά, αυτή η συλλογική δύναμη αναδύεται και εκεί, χειροπιαστή, μπορώ να αφεθώ στις υποδείξεις της, να κατευθύνω το βλέμμα μου εκεί που θα μου υποδείξει.Να δω με τα μάτια της που είναι φτιαγμένα από χιλιάδες κόρες, αυτό που τα φτωχά κοντόφθαλμα μάτια μου δεν μπορούν να δουν. Να θυμηθώ αυτό που το φτωχό μου μυαλό δεν μπορεί να θυμηθεί από μόνο του.

Ξαφνικά, σαν από το κεφάλι του Δία, οπλισμένη μέχρι τα δόντια, αναδύεται η ιδέα της δικαιοσύνης. Αλλά είναι μια πολύ παράξενη ιδέα, γιατί δεν βασίζεται σε καμιά συμφωνία, σε καμιά τάξη. Δεν είναι μια ιδέα που να θέλει να μπουν όλα στη θέση τους, να ανταλλάξει το πτώμα του Πινέλλι με αυτό του Καλαμπρέζι, δεν υπάρχουν ανταλλάξιμα προϊόντα. Δεν είναι μια ιδέα που θέλει να εγγυηθεί επαναστατική δράση, θεωρούμενη κατά κανόνα μια νομιμοποίηση της συνέχειας: τι πίστη μπορεί να έχουν οι εκμεταλλευόμενοι στους  επαναστάτες που επιτρέπουν να τους πετάνε έξω από ένα παράθυρο σαν ένα δεμάτι παλιά ρούχα χωρίς καμία αντίδραση. Όχι, ούτε καν αυτό. Δεν είναι μια ιδέα που θέλει να γίνει γνωστή, να την οικειοποιηθούν οι άνθρωποι, τόσο πολύ που να μην υπήρχαν αναλήψεις ευθύνης ή πολιτική φλυαρία από συγκεκριμένες οργανώσεις κάθε είδους, και για να το πούμε αυτό περίπου εκείνη την εποχή ανθούσε ένας αριθμός από δομές. Δεν είναι μια ιδέα που τοποθετείται πάνω από τις άλλες για να ανακαλέσει τη διαταραγμένη τάξη της συμπεριφοράς έξω από τους κανόνες, -για τις απάτες που έκανε ο συγκεκριμένος επιθεωρητής Καλαμπρέζι-, και εντέλει, δεν συνηθίζεται, κάποιος που κρατείται στο αστυνομικό τμήμα να εκπαραθυρώνεται κατά τη διάρκεια μιας ανάκρισης.

Αν αυτός ο κόσμος βασίζεται στην υπολογισμένη δικαιοσύνη, στους αριθμητικούς υπολογισμούς της αιτίας και του αποτελέσματος, μιας τιμωρίας για τη ζημιά που έγινε και να κάνεις ζημιά για τον τραυματισμό που προκλήθηκε, είναι ένας κόσμος που δεν έχει σχέση με την ιδέα της δικαιοσύνης που προήλθε συλλογικά εκείνη τη στιγμή, εκείνο το απόγευμα στο νεκροταφείο Ματζιόρε στο Μιλάνο. Ήταν εκεί τότε που εκείνο το απόγευμα, χωρίς να το θέλει ή να το ξέρει κανείς, αναδείχτηκε μια ιδέα της δικαιοσύνης που πριν δεν υπήρχε, μια ιδέα που αγνοεί και γελοιοποιεί την ατομική επιθυμία, την ατομική φαντασίωση που καλλιεργήθηκε χωρίς αμφιβολία από σχεδόν όλους τους παριστάμενους, αλλά όπως όλες οι επιθυμίες και οι φαντασιώσεις, λίγο λίγο, με την επιστροφή στην κανονικότητα, εξαφανίστηκε μέσα στο τίποτα.

Αντίθετα αυτή η ιδέα δικαιοσύνης (που κάποιος θα την όριζε "προλεταριακή" εάν, όπως σωστά αναφέρθηκε, αυτός ο όρος δεν κουβαλούσε τη σκουριά χιλιάδων ετών που τον έφτασε να είναι άχρηστος) που μην ξέροντας πως να την πούμε, θα συνεχίσουμε να τη λέμε έτσι, απλά δικαιοσύνη, αυτή η ιδέα της δικαιοσύνης έχει συνεχίσει το δρόμο μέσα σε όλους μας, μας έχει κρατήσει ενωμένους, σύντροφοι που δεν έχουμε ποτέ βρεθεί στενά και ήταν παρόντες εκεί αυτό το απόγευμα, που τους ξαναείδα ελάχιστα κάπου αλλού, απασχολημένους σε άλλες υποθέσεις, αυτοί και εγώ, σύντροφοι που, ας το πούμε ξεκάθαρα, έχω ελάχιστη εκτίμηση για αυτούς, για να μην πω αποστροφή και απέχθεια, λοιπόν για το απλό γεγονός ότι βρίσκονταν και εκείνοι εκεί αυτό το απόγευμα, κάθε φορά που με καλεί η μακρινή αλλά πολύ ζωντανή φωνή της δικαιοσύνης, βάζοντας την καρδιά μου να αδημονεί, σχεδόν αρχίζω να νοιώθω κοντά με αυτούς τους συντρόφους.

Αυτός είναι ο λόγος που ξέρω ποιος σκότωσε τον επιθεωρητή Λουίτζι Καλαμπρέζι στις 17 του Μάη του 1972, έξω από το σπίτι του στην οδό Χερουβίνι 6, στο Μιλάνο, στις 9 και τέταρτο το πρωί. Αυτοί οι χιλιάδες, και περισσότεροι σύντροφοι που ήταν εκεί στον τάφο 434, τομέας 76, στο Νεκροταφείο Ματζιόρε του Μιλάνο, όλοι εμείς πατήσαμε τη σκανδάλη.

Δεν ξεχνάμε. Δεν συγχωρούμε.
Όμορφε Λουγκάνο, αντίο...


1. Στις 12/12 του 1969 στις 4.37μμ, εκρήγνυται μηχανισμός στην εθνική αγροτική τράπεζα στην πιάτσα Φοντάνα στο Μιλάνο σκοτώνοντας 17 και τραυματίζοντας 88 άτομα. Μια δεύτερη βόμβα βρέθηκε στην εμπορική τράπεζα της Ιταλίας στην πιάτσα Ντέλα Σκάλα στο Μιλάνο όπου και έγινε ελεγχόμενη έκρηξη από τους πυροτεχνουργούς της αστυνομίας. Στη Ρώμη στις 4.55μμ στη Βία Βένετο θα σκάσει ακόμα μια βόμβα, κοντά στην εθνική-εργατική τράπεζα τραυματίζοντας 13 άτομα. Άλλες δύο βόμβες εκρήγνυνται και πάλι στη Ρώμη στις 5.20 και 5.30 αντίστοιχα, η μια απέναντι από το μνημείο του αγνώστου στρατιώτη στην πιάτσα Βενέτσια και η δεύτερη στο μουσείο Αναγέννησης, τραυματίζοντας 4 άτομα.

2. Οι έρευνες για τη βομβιστική επίθεση στην πιάτσα Φοντάνα από την αρχή στοχεύουν στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά και τους αναρχικούς. Την ίδια μέρα προσαγάγεται και επί τρεις ημέρες ανακρίνεται ο αναρχικός σιδηροδρομικός εργάτης Τζουζέπε (Πίνο) Πινέλλι, ο οποίος θα βρεθεί νεκρός, πέφτοντας από τον 4ο όροφο του γραφείου του επιθεωρητή Λουίτζι Καλαμπρέζι.

3. Στις 25/4 του 1969 στην εμπορική έκθεση του Μιλάνο, σκάει μια βόμβα τραυματίζοντας 6 άτομα. Άλλη μια εντοπίζεται στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό του Μιλάνο. Ο επιθεωρητής Λουίτζι Καλαμπρέζι στρέφει και πάλι τις έρευνες προς τους αναρχικούς. Μετά από χρόνια θα καταδικαστούν για αυτές τις ενέργειες δύο νεοφασίστες ο Franco Freda και ο Giovanni Ventura.

4. Αργότερα για τις βομβιστικές επιθέσεις στην πιάτσα Φοντάνα κατηγορήθηκαν ως ύποπτοι ο γνωστός αντικομμουνιστής, οπαδός της "στρατηγικής της έντασης" και μετέπειτα πεθερός του δημάρχου της Ρώμης, Alemanno, ο Pino Rauti,ο νεοφασίστας Stefano Delle Chiaie, ο διανοούμενος και καθοδηγητής της μεταπολεμικής ακροδεξιάς Franco "Giorgio" Freda, και άλλοι ακροδεξιοί νεοφασίστες όλοι τους με διασυνδέσεις με τις μυστικές υπηρεσίες και το παρακράτος. Επίσημα δεν καταδικάστηκε ποτέ κανείς. 

5. Το 1970, ο Καλμπρέζι μηνύει την εφημερίδα " Lotta Continua" για συκοφαντική δυσφήμηση λόγω του ότι τον παρουσίαζε ως τον φυσικό αυτουργό της δολοφονίας του Πινέλλι. Η δίκη αυτή θα μετατραπεί σε κατηγορητήριο ενάντια στον Καλαμπρέζι που με νομικίστικους ελιγμούς θα καταφέρει να την κερδίσει. Η δίκη αυτή θα γίνει η αιτία για να ανοίξει και πάλι ο φάκελος της δολοφονίας του Πινέλλι.


6. 16 χρόνια μετά την εκτέλεση του Καλαμπρέζι, εμφανίζεται "μετανοημένος" ο Leonardo Marino, όπου και ισχυρίζεται ότι οι εκτελεστές του επιθεωρητή είναι ο Ovidio Bompressi και εντελοδόχοι οι Giorgio Pietrostefani και Adriano Sofri, στελέχη της Οργάνωσης "Lotta Continua" ενώ για τον εαυτό του ισχυρίζεται ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο διαφυγής. Μετά από συνεχόμενες δίκες θα καταδικαστούν οι τρεις πρώτοι με ποινές κάθειρξης 22 χρόνια ενώ ο Marino με 11.

7. Pentiti (μετανοημένοι) : Ειδική νομική ρύθμιση (δεκαετία 80) που μεταχειρίζεται ευνοϊκά εκείνους που είτε θα μετανοήσουν, είτε θα συνεργαστούν με τις αρχές στην παροχή πληροφοριών και όσους ήταν διατεθειμένοι να αποκηρύξουν τη δράση τους και τον ένοπλο αγώνα. Όσον αφορά τους φυλακισμένους που δεν θα προδώσουν τις επιλογές τους, το κράτος θα είναι δικαιολογημένο στη χρήση της χειρότερης καταστολής. 

8. Υπόθεση Marini: Με βάση τη μαρτυρία της μετανοημένης Namsetci, 6 αναρχικοί καταδικάζονται με την κατηγορία της ένοπλης οργάνωσης με ανατρεπτική δράση.

Αυτές οι σελίδες είναι η εισαγωγή του βιβλίου "Io so chi ha ucciso il commissario Luigi Calabresi", του Αλφρέντο Μ. Μπονάνο που γράφτηκε το 1998. Μεταφράστηκε ΄και κυκλοφόρησε στην Αθήνα και αλλού το ζοφερό Οκτώβρη του 2013, από ανώνυμους αντιεξουσιαστές. Τυπώθηκε σε 500 αντίτυπα από την τυπογραφική κολλεκτίβα Rotta.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Έξω από αυτήν τη Μάσκα (παίρνοντας θέση μπροστά σ' ένα πορτρέτο) ~ Ουώλτ Ουίτμαν

1

Έξω από αυτήν την κυρτωμένη, χοντροκομμένη Μάσκα,
(Όλες οι ευθειότερες, οι ομοιότερες Μάσκες απαρνημένες - αυτή προτιμημένη,)
Τούτη η κοινή αυλαία του προσώπου, περικλεισμένη σε μένα για εμένα,
σε σένα για εσένα, σε κάθε έναν για καθέναν,
(Τραγωδίες, λύπες, γέλιο, δάκρυα - ω ουρανέ!
Τα παθιασμένα, συρρέοντα έργα που αυτή η αυλαία έκρυψε!)
Αυτό το λούστρο απ' του Θεού τον γαληνότερο, τον πιο καθάριο ουρανό,
Αυτή η μεμβράνη από του Σατανά τον κοχλαστό τον λάκκο,
O χάρτης της γεωγραφίας ετούτης της καρδιάς
-αυτή η απέραντη μικρή χώρα-
αυτή η άηχη θάλασσα
Έξω από τις περιελίξεις αυτής της σφαίρας,
Αυτό το πιο δαιμόνιο ουράνιο σώμα από του ήλιου ή της σελήνης
-από του Δία, της Αφροδίτης, του Άρη.Αυτή η συμπύκνωση του Σύμπαντος-
(μάλιστα, να εδώ το μόνο Σύμπαν, εδώ η ιδέα,
όλη σ' αυτή τη μυστηριακή αδραξιά σφιγμένη)
Αυτά τα σκαλισμένα μάτια, που αστράφτουν προς τα σένα,
να περαστούν στους μέλλοντες καιρούς,
Να εκτοξευτούν και να στροβιλιστούν πέρα για πέρα στο γειρτό,
περιστρεφόμενο διάστημα-από αυτά για να πηγάσει,
Προς Εσένα, όποιος και νά 'σαι-ένα Βλέμμα.

2

Ένας Ταξιδευτής σκέψεων και χρόνων,ειρήνης και πολέμων.
Νεότητας από καιρό εξοδεμένης, και μέσης ηλικίας που ξεπέφτει,
(Όπως ο πρώτος τόμος μιας ιστορίας που μελετήθηκε
κι αφέθηκε στην άκρη, και αυτός εδώ ο δεύτερος,τραγούδια,
αποκοτιές, καιροσκοπίες, που πάνε για να κλείσουν,)
Αργοπορώντας μια στιγμή, εδώ και τώρα, σ' Εσένα αγνάντια Εγώ γυρίζω.
Όπως στο δρόμο, ή σε μια πόρτα κουφωτή, τυχόν, ή παραθύρι ανοιχτό.
Στέκοντας, χαμηλώνοντας, γυμνώνοντας την κεφαλή μου, ειδικά Εσένα χαιρετώ.
Να σύρω και να σφίξω την Ψυχή σου, για μια φορά, αδιάρρηκτα με τη δική μου.
Κι έπειτα να ταξιδέψω, να ταξιδέψω εμπρός.
Ω Εαυτέ μου! Ω Ζωή!

Ω εαυτέ μου! ω ζωή!... των ερωτημάτων αυτών που επαναλαμβάνονται.
Των ατελείωτων τρένων,των απίστων πόλεων έμπλεων με τους ανόητους.
Του εαυτού μου αδιάκοπα που μέμφεται τον εαυτό μου,
(καθώς ποιός περισσότερο ανόητος από εμένα, και ποιός περισσότερο άπιστος;)
Ματιών που μάταια ποθούν το φως - των επονείδιστων στόχων -
του αγώνα που αέναα ξαναρχίζει.
Των φτωχών εκβάσεων των πάντων
-των βραδυκίνητων και ρυπαρών όχλων που βλέπω γύρω μου.
Των αδειανών και άχρηστων χρόνων της αδράνειας -
με τον αδρανή εμένα συνυφασμένων.
Το ερώτημα, ω εαυτέ μου!
Τόσο λυπητερό, επανέρχεται.
Τί το καλό μέσα σε αυτά, ω εαυτέ μου, ω ζωή;

Απάντηση.

Ότι είσαι εδώ - ότι ζωή υπάρχει, και ταυτότητα -
Ότι το παντοδύναμο παιχνίδι συνεχίζεται,
και συ μπορείς να συνεισφέρεις μια στροφή.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Άτιτλο ~ Ιορδάνης Τσακαλάκος











Ξημερώνει!όμως νιώθω τις πρώτες ζεστές ακτίνες του ήλιου στο πρόσωπό μου
Το χέρι μου απλωμένο στο ανοιχτό παράθυρο
αντίσταση στην ταχύτητα κι ο αέρας μου χαΐδεύει τα δάχτυλα
περνά ανάμεσα από αυτά και είναι σαν να με χαϊδεύουν
σαν να πλέκονται μαζί μου εκατοντάδες χειραψίες που αντάλλαξα
σαν να περνάνε ανάμεσα από τα δάχτυλά μου, πρόσωπα που άγγιξα
σώματα που χάιδεψα, στιγμές που με άγγιξαν!
Δεν σε ρωτάω πού πηγαίνουμε... κατά βάθος ξέρω!
Ανοίγω τα μάτια και σου χαμογελώ... Φτάσαμε!
Πλέκω τα δάχτυλά μου ανάμεσά στα δικά σου
πριν το καταλάβεις σου έχω ακουμπήσει το βιβλίο!
Δικό σου! Στο χαρίζω!
Το κοιτάς αποσβολωμένη...
- Τι είναι; Δεν έχει καν τίτλο.
- Δώσε του έναν δικό σου. Εμπεριέχει σκέψεις και συναισθήματά μου!
Τα χρέη μου!
- Μα... μα... οι σελίδες είναι κενές και στη μέση έχει ένα πιστόλι!
- Είναι γιατί τα συναισθήματα δεν φυλακίζονται σε σελίδες
και οι λέξεις τραυματίζουν θανάσιμα σαν σφαίρες.
- Και τα χρέη;
Δεν σου απαντώ! Έχω ανοίξει ήδη την πόρτα
κι ο Καμύ μου χαμογελά, όπως ο ήλιος!
Έχω ήδη απομακρυνθεί
το νερό λυτρωτικό με προσκαλεί και ήδη βρέχει τα πόδια μου
όταν μου φωνάζεις:
- ΘΑ ΤΟ ΘΑΨΩ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ
ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΧΕΙ ΒΓΕΙ ΕΝΑ ΠΑΝΕΜΟΡΦΟ ΚΡΙΝΑΚΙ!
Πάλι δεν σου απαντώ
Δεν ελπίζω, απλά προχωρώ. Ο χρόνος μου το έμαθε κι αυτό.
Ποιος ξέρει; Ίσως!
Παραδίνομαι στο βαθύ γαλάζιο. Με αγκαλιάζει!
Βουλιάζω ολοένα μέσα του. Στη στοργή και τη σιωπή του.
Κι αν ακόμα αναρωτιέσαι τι θα κάνω με τις δυο σφαίρες που περίσσεψαν
Ε κάτι θα βρω.
Εξάλλου το διακύβευμα εδώ είναι αν θα χαθώ ή θα σωθώ!
Εξάλλου εδώ δώσαμε το σχήμα του θανάτου στα ρολόγια
Εξάλλου εδώ μερικά πράγματα σκοτώνουν το ίδιο με τις σφαίρες!
Καλοκαίρι... εξάλλου! Εδώ!

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων ~ Κώστας Καρυωτάκης



Από θεούς και ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που ξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.

Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή μπαλάντα
στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.
Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τους είναι χαρισμένη.

Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργάνε.

Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή μπαλάντα
στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει
και αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δοσμένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.

Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή μπαλάντα
στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι ;»



Από θεούς κai ανθρώπους μισημένοι, σαν άρχοντες που ξέπεσαν πικροί, μαραίνονται οι Βερλαίν τους απομένει πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή. Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε. Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι. Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι, και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί, η Αθανασία τους είναι χαρισμένη. Κανένας όμως δεν ανιστορεί και το έρεβος εσκέπασε βαρύ τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργάνε. Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι. Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει και αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί, στην τραγική απάτη τους δοσμένοι πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί, παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή. Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε, νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι. Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί «Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε «την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι ;»

Πηγή: http://frapress.gr/2014/11/katarameni-piisi-meros-2o/
Από θεούς κai ανθρώπους μισημένοι, σαν άρχοντες που ξέπεσαν πικροί, μαραίνονται οι Βερλαίν τους απομένει πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή. Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε. Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι. Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι, και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί, η Αθανασία τους είναι χαρισμένη. Κανένας όμως δεν ανιστορεί και το έρεβος εσκέπασε βαρύ τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργάνε. Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι. Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει και αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί, στην τραγική απάτη τους δοσμένοι πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί, παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή. Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε, νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι. Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί «Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε «την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι ;»

Πηγή: http://frapress.gr/2014/11/katarameni-piisi-meros-2o/

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Ανδαλουσιανός Σκύλος ~ Luis Buñuel


Αυτή η ταινία γεννήθηκε από τη συνάντηση δυο ονείρων. Φτάνοντας στο σπίτι του Νταλί, στο Φιγκουέρας όπου με είχε προσκαλέσει να περάσω μερικές μέρες, του διηγήθηκα ότι πριν λίγο καιρό είχα ονειρευτεί ένα μακρόστενο σύννεφο να κόβει το φεγγάρι κι ένα ξυράφι να σχίζει ένα μάτι. Εκείνος μου διηγήθηκε ότι την προηγούμενη νύχτα είχε δει στον ύπνο του ένα χέρι γεμάτο μυρμήγκια. Και πρόσθεσε "Τι θα 'λεγες να κάναμε μια ταινία ξεκινώντας απ' αυτά;"
Η πρότασή του στην αρχή με βρήκε επιφυλακτικό, πολύ γρήγορα όμως στρωθήκαμε στη δουλειά, στο Φιγκουέρας.
Το σενάριο γράφτηκε σε λιγότερο από μια εβδομάδα, σύμφωνα με ένα πολύ απλό κανόνα, που είχαμε υιοθετήσει μετά από κοινή συμφωνία: να μην κρατάμε καμιά ιδέα, καμιά εικόνα, που να επιδέχεται κάποια εξήγηση λογική, ψυχολογική ή πολιτιστική. Να ανοίξουμε όλες τις πόρτες στο παράλογο. Να μη δεχόμαστε παρά μόνο τις εικόνες που μας έκαναν ισχυρή εντύπωση, χωρίς να ψάχνουμε να βρούμε το γιατί.
Ούτε για μια στιγμή δεν εμφανίστηκε ανάμεσά μας η παραμικρή διαφωνία. Ήταν μια εβδομάδα απόλυτης ταύτισης. Έλεγε, λόγου χάρη, ο ένας "Ο άνθρωπος σέρνει ένα κοντραμπάσο". "Όχι", έλεγε ο άλλος. Κι εκείνος που είχε προτείνει την ιδέα δεχόταν αμέσως αυτή την άρνηση. Αισθανόταν ότι ήταν σωστή. Αντίθετα, όταν η εικόνα που πρότεινε ο ένας γινόταν δεκτή από τον άλλο, μας φαινόταν αμέσως λαμπρή, υπεράνω συζήτησης, κι έμπαινε αμέσως στο σενάριο.
Όταν τελείωσε αυτό το στάδιο, συνειδητοποίησα ότι είχαμε να κάνουμε με μια ταινία τελείως ασυνήθιστη, προκλητική, που κανέναν από τα γνωστά συστήματα δεν θα μπορούσε να δεχτεί. Γι' αυτό ζήτησα ένα χρηματικό ποσό από την μητέρα μου, για να κάνω την παραγωγή μόνος μου. Πείστηκε χάρη στη μεσολάβηση του συμβολαιογράφου, και μου έδωσε τα χρήματα.
Ξαναγύρισα στο Παρίσι. Αφού ξόδεψα τα μισά από τα χρήματα της μητέρας μου στα νυχτερινά κέντρα, όπου περνούσα κάποια βράδια, είπα στον εαυτό μου ότι επιτέλους χρειαζόταν λίγη σοβαρότητα και ότι κάτι θα 'πρεπε να κάνω. Ήρθα σ' επαφή με τους ηθοποιούς, τον Πιέρ Μπατσέφ και τη Σιμόν Μαρέϊγ, με τον Ντυβερζέρ, τον οπερατέρ, και με τα στούντιο Μπιγιανκούρ, όπου η ταινία γυρίστηκε μέσα σε δεκαπέντε μέρες.
Στο πλατό δεν ήμαστε παρά πέντε ή έξι άτομα. Οι ηθοποιοί δεν είχαν ιδέα για το τι έκαναν. Έλεγα παραδείγματος χάρη στον Μπατσέφ "Κοίταζε από το παράθυρο, σαν να περίμενες ν' ακούσεις Βάγκνερ. Ακόμα πιο παθητικά." Αλλά δεν ήξερε που κοιτούσε και τι έβλεπε. Στα τεχνικά θέματα είχα ήδη κάποιες γνώσεις, επαρκές κύρος, και συνεργαζόμουν τέλεια με τον Ντυβερζέρ, τον οπερατέρ.
Ο Νταλί έφτασε μόλις τρεις, τέσσερις μέρες πριν τελειώσει το γύρισμα. Στο στούντιο απασχολήθηκε με το να ρίχνει πίσσα στα μάτια γαϊδουροκεφαλών, που είχαν προηγούμενα ταριχευθεί. Σε μια λήψη έπαιξε τον έναν από τους δυο μαριανούς καλόγερους που τους σέρνει βίαια ο Μπατσέφ, αλλά δεν ήταν αυτή η λήψη που χρησιμοποιήθηκε τελικά (δεν θυμάμαι πια το γιατί). Τον διακρίνει κανείς κάποια στιγμή, από μακριά,να τρέχει κοντά στη Ζαν, τη μνηστή μου, μετά από τη θανάσιμη πτώση του ήρωα. Την τελευταία μέρα του γυρίσματος, στη Χάβρη, ο Νταλί βρισκόταν μαζί μας.
Η ταινία γυρίστηκε και μονταρίστηκε. Τώρα τι να την έκανα; Μια μέρα, στο Dôme, ο Τεριάντ, των Cahiers d' art, που είχε ακούσει να μιλούν για τον Ανδαλουσιανό Σκύλο (το κρατούσα κάπως μυστικό από του φίλους μου του Μονπαρνάς) μου σύστησε τον Man Ray. Αυτός είχε μόλις τελειώσει την Υέρ, στην έπαυλη των Νοάϊγ, το γύρισμα μιας ταινίας με τίτλο Το μυστήριο του πύργου του Ζαριού (ένα ντοκουμέντο πάνω στην κατοικία των Νοάϊγ και τους καλεσμένους τους) κι έψαχνε κάτι για συμπλήρωμα του προγράμματος.
Ο Man Ray μου έδωσε ραντεβού για μερικές μέρες αργότερα, στο μπαρ La Coupole (που είχε ανοίξει πριν ένα ή δυο χρόνια) και μου σύστησε τον Λουί Αραγκόν. Ήξερα ότι και οι δυο ανήκουν στη σουρεαλιστική ομάδα. Μεγαλύτερός μου κατά τρία χρόνια, ο Αραγκόν εμφανιζόταν με όλη τη χάρη των καλών γαλλικών τρόπων. Κουβεντιάσαμε λίγο και του είπα ότι μου φαινόταν πως η ταινία μου, από ορισμένες απόψεις, θα μπορούσε να ονομαστεί μια σουρεαλιστική ταινία.
Ο Man Ray κι ο Αραγκόν την είδαν την επομένη στο Studio des Ursulines. Μετά την προβολή, απόλυτα πεισμένοι, μου είπαν ότι έπρεπε χωρίς άλλη καθυστέρηση να της δώσουμε ζωή, να την δείξουμε, να οργανώσουμε μια πρεμιέρα.
Ο σουρεαλισμός υπήρξε πριν απ' όλα ένα κάλεσμα που το άκουσαν σε διάφορα μέρη, τις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γερμανία, στην Ισπανία, στη Γιουγκοσλαβία, άνθρωποι που ασκούσαν ήδη μια ενστικτώδη και ανορθολική μορφή έκφρασης, χωρίς ακόμη να γνωρίζονται μεταξύ τους. Τα ποιήματα που είχα δημοσιεύσει στην Ισπανία, πριν ακούσω να μιλούν για τον σουρεαλισμό, μαρτυρούν για αυτό το κάλεσμα, που μας οδηγούσε όλους προς το Παρίσι. Κι όταν ο Νταλί κι εγώ δουλεύαμε πάνω στο σενάριο του Ανδαλουσιανού Σκύλου, εφαρμόζαμε ένα είδος αυτόματης γραφής, ήμαστε ήδη σουρεαλιστές χωρίς την ετικέτα.
Κάτι υπήρχε στον αέρα, όπως συμβαίνει πάντα. Αλλά προσθέτω αμέσως ότι, όσο με αφορά, η συνάντηση μου με την ομάδα υπήρξε ουσιαστική και καθόρισε όλη την υπόλοιπη ζωή μου.
Αυτή η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο καφέ Cyrano, στην πλατεία Μπλάνς, όπου η ομάδα έκανε καθημερινά τις συνεδριάσεις της. Γνώριζα ήδη τον Man Ray και τον Αραγκόν. Μου σύστησαν τον Μαξ Ερνστ, τον Αντρέ Μπρετόν, τον Πωλ Ελυάρ, τον Τριστάν Τζαρά, τον Ρενέ Σαρ, τον Πιέρ Υνίκ, τον Τανγκύ, τον Ζαν Αρπ, τον Μαξίμ Αλεξάντρ, τον Μαγκρίτ - όλους εκτός από τον Μπενζαμέν Περέ, που τότε βρισκόταν στη Βραζιλία. Μου έσφιξαν το χέρι, μου πρόσφεραν ένα ποτό και υποσχέθηκαν να μη χάσουν την πρεμιέρα της ταινίας, για την οποία ο Αραγκόν και ο Man Ray τους είχαν μιλήσει με θερμά λόγια.
Αυτή η πρώτη δημόσια προβολή του Ανδαλουσιανού Σκύλου οργανώθηκε με εισιτήρια - προσκλήσεις στο Ursulines και συγκέντρωσε την τότε "αφρόκρεμα" του Παρισιού, μ' άλλα λόγια μερικούς αριστοκράτες, μερικούς συγγραφείς ή ζωγράφους που ήταν ήδη διάσημοι (Πικάσο, Λε Κορμπυζιέ, Κοκτώ, Κριστιάν Μπεράρ, ο μουσικός Ζωρζ Ωρίκ) και βέβαια την σουρεαλιστική ομάδα σε απαρτία.
Γεμάτος νευρικότητα, όπως θα το φαντάζεστε, στεκόμουν πίσω από την οθόνη και, στη διάρκεια της προβολής, ενάλλασσα σ' ένα γραμμόφωνο Τριστάνο και Ιζόλδη και δίσκους με αργεντίνικα ταγκό. Στις τσέπες μου είχα ρίξει μερικά χαλίκια, για να τα πετάξω στο κοινό σε περίπτωση αποτυχίας. Πριν λίγο καιρό οι σουρεαλιστές είχαν γιουχάρει την ταινία της Ζερμαίν Ντυλάκ Το όστρακο και ο κληρικός (σε σενάριο του Αντονέν Αρτώ) -  που ωστόσο εμένα μου άρεσε. Περίμενα το χειρότερο.
Τα χαλίκια δεν μου χρειάστηκαν. Μόλις τελείωσε η ταινία, άκουσα πίσω από την οθόνη παρατεταμένα χειροκροτήματα και ξεφορτώθηκα διακριτικά τα πυρομαχικά μου, ρίχνοντάς τα στο πάτωμα. [...]
Μετά την "θριαμβευτική πρεμιέρα" του Ανδαλουσιανού Σκύλου, η ταινία αγοράστηκε από τον Μωκλαίρ, του Studio 28. Μου έδωσε αρχικά χίλια φράγκα, ύστερα καθώς η ταινία γνώριζε πραγματική επιτυχία (παιζόταν επί οκτώ μήνες), μου έδωσε άλλα χίλια και μετά άλλα χίλια. Συνολικά επτά η οκτώ χιλιάδες νομίζω. Σαράντα με πενήντα μηνυτές παρουσιάστηκαν στα γραφεία της αστυνομίας, βεβαιώνοντας "Πρέπει να απαγορευτεί αυτή η αισχρή και απάνθρωπη ταινία". Ήταν για μένα η απαρχή μιας ατελείωτης σειράς προσβολών και απειλών, που με ακολούθησαν μέχρι τα γεράματά μου.
Μέχρι και δυο αποβολές σημειώθηκαν στη διάρκεια των προβολών. Παρ' όλα αυτά η ταινία δεν απαγορεύτηκε. [...]

Luis Buñuel: Un Chien andalou (1928)

Λόρκα
Λίγο καιρό πριν το γύρισμα του Ανδαλουσιανού Σκύλου, μας χώρισε για κάποιο διάστημα μια επιφανειακή ψυχρότητα. Στη συνέχεια, σαν καχύποπτος Ανδαλουσιανός, πίστεψε, ή έκανε πως πιστεύει, ότι η ταινία ήταν εναντίον του. Έλεγε "Ο Μπουνιουέλ έκανε μια μικρή ταινία τέτοια (χειρονομία με τα δάχτυλα), ονομάζεται Ανδαλουσιανός Σκύλος, κι ο σκύλος είμαι εγώ."
Το 1934 είχαμε εντελώς συμφιλιωθεί. Παρ' όλο που κατά τη γνώμη μου πολλές φορές άφηνε τον εαυτό του να πνίγεται ανάμεσα στους πολυάριθμους θαυμαστές του, περνούσαμε πολλές ώρες μαζί. Αρκετά συχνά, μαζί με τον Ουγκάρτε, ανεβαίναμε στη Φορντ μου για να περάσουμε μερικές ήρεμες ώρες στη γοτθική μοναξιά του Ελ Πωλάρ, μέσα στη σιέρα. Το μοναστήρι ήταν ερειπωμένο, αλλά υπήρχαν έξι ή επτά δωμάτια, πολύ πρόχειρα συγυρισμένα, που τα διατηρούσε η Σχολή Καλών Τεχνών. Μπορούσε να μείνει κανείς εκεί και τη νύχτα, αν είχε μαζί του ένα υπνόσακο. Ο ζωγράφος Πεϊνάντο - που θα τον ξανασυναντούσα τυχαία σ' αυτό το ίδιο μέρος σαράντα χρόνια αργότερα - επισκεπτόταν συχνά το έρημο παλιό μοναστήρι.
Ήταν δύσκολο να συζητάμε για ζωγραφική και για ποίηση, ενώ νιώθαμε την καταιγίδα να πλησιάζει. Τέσσερις μέρες πριν από την απόβαση του Φράνκο ο Λόρκα, που δεν μπορούσε να πάρει στα σοβαρά την πολιτική, αποφάσισε ξαφνικά να φύγει για τη Γρανάδα, την πόλη του. Προσπάθησα να τον μεταπείσω, λέγοντάς του "Φεντερίκο, ετοιμάζονται φρικτά πράγματα. Μείνε εδώ. Θα είσαι πολύ πιο ασφαλής στη Μαδρίτη." Κι άλλοι φίλοι τον πίεσαν, αλλά μάταια. Έφυγε, πολύ αναστατωμένος, πολύ τρομοκρατημένος.
Η αναγγελία του θανάτου του ήταν ένα φοβερό χτύπημα για όλους μας.
Απ' όλα τα ζωντανά πλάσματα που έχω γνωρίσει, ο Φεντερίκο είναι ο πρώτος. Δεν μιλάω ούτε για το θέατρό του, ούτε για την ποίησή του, μιλάω για τον ίδιο. Το αριστούργημα ήταν αυτός ο ίδιος. Μου φαίνεται σχεδόν δύσκολο να φανταστώ κάποιον που να μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Είτε καθόταν στο πιάνο για να μιμηθεί τον Σοπέν είτε αυτοσχεδίαζε μια παντομίμα, μια σύντομη θεατρική σκηνή, ήταν ακαταμάχητος. Οτιδήποτε κι αν διάβαζε, η ομορφιά ανάβλυζε από τα χείλη του. Είχε πάθος, χαρά, νιάτα. Ήταν σαν μια φλόγα.
Όταν τον γνώρισα στην Εστία, ήμουν ένας άξεστος επαρχιώτης αθλητής. με τη δύναμη της φιλίας μας με μεταμόρφωσε, μ' έκανε να γνωρίσω ένα άλλο κόσμο. Του οφείλω περισσότερα απ' όσα θα μπορούσα να πω.
Το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Διάφοροι μύθοι κυκλοφόρησαν γύρω από το θάνατό του κι ο Νταλί μάλιστα - με αρκετή χυδαιότητα - μίλησε για ομοφυλοφιλικό έγκλημα, πράγμα τελείως παράλογο. Στην πραγματικότητα ο Φεντερίκο πέθανε γιατί ήταν ποιητής. Εκείνη την εποχή από την άλλη πλευρά άκουγες να φωνάζουν "Θάνατος στη διανόηση!".
Στη Γρανάδα κατέφυγε στο σπίτι ενός μέλους της Φάλαγγας, του ποιητή Ροσάλεθ, που η οικογένειά του ήταν φίλη με την οικογένεια του Λόρκα. Πίστευε ότι εκεί θα ήταν ασφαλής. Άντρες (ποιας τάσης; λίγο ενδιαφέρει) με αρχηγό κάποιο Αλόνσο πήγαν και τον συνέλαβαν μια νύχτα και τον φόρτωσαν σ' ένα καμιόνι, μαζί με μερικούς εργάτες.
Ο Φεντερίκο φοβόταν πολύ το μαρτύριο και τον θάνατο. Μπορώ να φανταστώ τι ένιωσε, μες στη νύχτα, πάνω στο καμιόνι που τον οδηγούσε στον ελαιώνα όπου θα τον σκότωναν.
Σκέφτομαι συχνά εκείνες τις στιγμές. [...]
 
Αποσπάσματα από το βιβλίο Λουίς Μπουνιουέλ ~ Η Τελευταία Πνοή

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Το Tραγούδι Tου Tάφου ~ Friedrich Nietzsche



Εκεί κάτω είναι το νησί των τάφων, το σιωπηλό: εκεί είναι και οι τάφοι της νιότης μου.
Εκεί θέλω να πάω ένα αειθαλές στεφάνι της ζωής.
Παίρνοντας αυτήν την απόφαση μέσα στην καρδιά μου διέσχισα τη θάλασσα.
Ω εσείς πρόσωπα και απρόσμενες εμφανίσεις της νιότης μου!
Ω εσείς, ματιές της αγάπης όλες, θεϊκές στιγμές!
Πως μου πεθάνατε τόσο γρήγορα! Σας σκέφτομαι σήμερα όπως τους νεκρούς μου.
Από εσάς, νεκροί που περισσότερο αγαπώ, μου έρχεται ένα γλυκό άρωμα, που λύνει την καρδιά μου και τα δάκρυά μου.
Αληθινά, δονεί και λύνει την καρδιά του μοναχικού θαλασσινού.
Πάντα είμαι ο πιο πλούσιος και ο πιο αξιοζήλευτος - εγώ, ο πιο μοναχικός!
Γιατί σας είχα ακόμη και με έχετε ακόμη: πείτε μου, για ποιoν άλλον έπεσαν, εκτός από εμένα, τέτοια κόκκινα μήλα από το δέντρο;
Πάντα είμαι ο κληρονόμος και το επίγειο βασίλειο της αγάπης σας, ανθίζοντας, καθώς σας θυμάμαι, από πολύχρωμες άγριες αρετές, ω εσείς οι πιο αγαπημένοι μου!
Αχ, ήμασταν φτιαγμένοι για να μένουμε κοντά, ω άγνωστα και γλυκά θαύματα.
Και δεν ερχόσασταν σε μένα με διακαή επιθυμία μου σαν δειλά πουλιά - αλλά σαν να εμπιστευόσασταν αυτόν που σας εμπιστευόταν!
Ναι, φτιαγμένοι για την εμπιστοσύνη, σαν εμένα, και για τρυφερές αιωνιότητες: πρέπει εγώ τώρα να σας δώσω το όνομα που ταιριάζει στην απιστία σας, ω εσείς, θεϊκές ματιές και στιγμές: κανένα άλλο όνομα δεν έμαθα ακόμα.
Αληθινά, πολύ γρήγορα μου πεθάνατε, ω φευγαλέοι.
Ωστόσο, δε φύγατε από εμένα κι εγώ δεν έφυγα από εσάς: αθώοι είμαστε, κι εσείς κι εγώ, μέσα στην απιστία μας.
Για να σκοτώσουν εμένα, στραγγάλισαν εσάς, εσάς ωδικά πτηνά των ελπίδων μου!
Ναι, εναντίον σας, πιο αγαπημένοι μου, έριχνε πάντα βέλη η κακία - για να χτυπήσει την καρδιά μου!
Και τη χτύπησε! Πάντα ήσασταν το πιο αγαπημένο πράγμα για μένα, αυτό που είχα στην κατοχή μου, αυτό που με είχε στην κατοχή του: για αυτό έπρεπε να πεθάνετε νέοι πάρα πολύ νωρίς!
Έριξαν βέλη πάνω στο πιο τρωτό πράγμα που κατείχα: σ' εσάς, που το δέρμα σας μοιάζει με χνούδι, και περισσότερο με χαμόγελο, που πεθαίνει με μια ματιά!
Τούτη τη λέξη όμως θέλω να πω στους εχθρούς μου: τι είναι οποιαδήποτε ανθρωποκτονία μπροστά σε αυτό που μου κάνατε!
Αυτό που μου κάνατε είναι το χειρότερο από κάθε ανθρωποκτονία.
Μου πήρατε το ανεπίστρεπτο: - αυτό σας λέω, εχθροί μου!
Σκοτώσατε τις οπτασίες και τα πιο αγαπημένα θαύματα της νιότης μου!
Μου πήρατε τους συμπαίκτες μου, τα μακάρια πνεύματα!
Στη μνήμη τους αποθέτω αυτό το στεφάνι και αυτήν την κατάρα.
Αυτήν την κατάρα ξεστομίζω εναντίον σας εχθροί μου!
Δεν κάνατε μήπως σύντομη την αιωνιότητά μου, σαν τον ήχο που σβήνει μέσα στην κρύα νύχτα! Μου ήρθε μόνον σαν ματιά από θεϊκά μάτια - σαν στιγμή!
Έτσι μίλησε μια μέρα η καθαρότητα μου - την κατάλληλη ώρα: "θεϊκά πρέπει να είναι για μένα αυτά τα όντα".
Τότε πέσατε πάνω μου, βρόμικα φαντάσματα.
Αχ, πού πέταξε άραγε εκείνη η κατάλληλη ώρα!
"Όλες οι μέρες πρέπει να είναι για μένα άγιες" - έτσι είπε μια μέρα η σοφία της νιότης μου: αληθινά, ήταν λόγια μιας χαρούμενης σοφίας!
Τότε όμως, εσείς εχθροί μου, μου κλέψατε τις νύχτες μου και τις πουλούσατε στο άυπνο μαρτύριο: αχ, πού πέταξε άραγε εκείνη η χαρούμενη σοφία;
Κάποτε λαχταρούσα να δω καλούς οιωνούς απ' τα πουλιά: και φέρατε τότε πάνω από το δρόμο μου μια τερατώδη σιχαμένη κουκουβάγια.
Αχ, πού πέταξε η τρυφερή λαχτάρα μου;
Κάποτε υποσχέθηκα να απαρνηθώ κάθε αηδία: τότε μετατρέψατε τους γείτονες και τους πλησίον μου σε αποστήματα.
Αχ, πού πέταξε τότε η πιο ευγενής υπόσχεσή μου;
Σαν τυφλός ακολουθούσα κάποτε μακάριους δρόμους: τότε πετάξατε ακαθαρσία πάνω στο δρόμο του τυφλού: και τώρα του προκαλεί αηδία το παλιό μονοπάτι του τυφλού.
Και όταν έκανα αυτό που ήταν το πιο δύσκολο για μένα και γιόρταζα τις νίκες που είχα πετύχει πάνω στον εαυτό μου: τότε κάνατε εκείνους που μ' αγαπούσαν να φωνάξουν ότι τους έκανα το μεγαλύτερο κακό.
Αληθινά, αυτό κάνατε πάντα: μου πικραίνατε το καλύτερο μου μέλι και χαλούσατε το μόχθο των καλύτερων μελισσών μου.
Στην αγαθοεργία μου στέλνατε πάντα τους πιο αναιδής ζητιάνους.
Γύρω από τον οίκτο μου βάζατε πάντα να σπρώχνονται οι πιο αθεράπευτοι ξεδιάντροποι. Έτσι πληγώσατε τις αρετές μου μέσα στην πίστη τους.
Κι όταν προσέφερα θυσία ό,τι πιο ιερό είχα: η "ευσέβεια" σας έσπευδε τότε να προσφέρει τις πιο παχιές προσφορές της: έτσι που ό,τι πιο ιερό είχα πνιγόταν μέσα στον καπνό του λίπου σας.
Και κάποτε θέλησα να χορέψω, όπως δε χόρεψα ποτέ: θέλησα να χορέψω πάνω απ' όλους τους ουρανούς. Τότε μεταπείσατε τον πιο αγαπημένο μου τραγουδιστή.
Και να που τραγουδούσε με θλιβερό, ζοφερό τόπο.
Αχ, σάλπισε μέσα στ' αφτιά μου σαν δυσοίωνο κόρνο!
Φονικέ τραγουδιστή, όργανο της κακίας, αθωότατε!
Ήμουν έτοιμος για τον καλύτερο χορό: κι εσύ σκότωσες με τους ήχους σου την έκστασή μου!
Μόνο με το χορό ξέρω να πω την παραβολή των ύψιστων πραγμάτων: - και τώρα έμεινε η ύψιστη παραβολή μου ανείπωτη στα μέλη μου!
Η ύψιστη ελπίδα μου έμεινε ανείπωτη και αλύτρωτη!
Και πέθαναν όλες οι οπτασίες και οι παρηγοριές της νιότης μου!
Πώς το άντεξα; Πώς άντεξα και ξεπέρασα τέτοιες πληγές; Πώς αναστήθηκε η ψυχή μου από τέτοιους τάφους;
Ναι, υπάρχει μέσα μου κάτι άτρωτο, που τίποτε δεν μπορεί να το θάψει, κάτι που ανατινάζει βράχους: αυτό είναι η θέλησή μου!
Σιωπηλή και αναλλοίωτη βαδίζει μέσα στα χρόνια.
Θέλει να βαδίζει με το βήμα της, πάνω στα πόδια μου, η γριά μου η θέληση.
Το πνεύμα της είναι σκληρόκαρδο και άτρωτο.
Άτρωτος είμαι μόνο στη φτέρνα μου.
Κι εσύ ζεις πάντα και μένεις όμοια του εαυτού σου, εσύ η πιο υπομονετική!
Πάντα καταφέρνεις να βρίσκεις δρόμο ανάμεσα στους τάφους!
Ζει ακόμη μέσα σου το αλύτρωτο της νιότης μου.
Και σαν ζωή και νιότη κάθεσαι εδώ ελπίζοντας πάνω στα κίτρινα χαλάσματα των τάφων.
Ναι, είσαι ακόμη για μένα ο χαλαστής όλων των τάφων: χαίρε, θέλησή μου!
Και μόνον εκεί όπου υπάρχουν τάφοι, υπάρχουν αναστάσεις.

Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Εμπρός, στην πορεία. ~ Arthur Rimbaud



 
 
Ποιος θα ξαναδώσει ζωή στις βίαιες δίνες της φωτιάς
αν όχι εμείς που θεωρούμαστε αδέρφια;
Ελάτε λοιπόν!
Νέοι σύντροφοι: αυτό θα σας αρέσει.
Δε θα δουλέψουμε ποτέ, ώ δίνες της φωτιάς!
Αυτός ο κόσμος μέλει να εκραγεί.
Αυτό είναι το μονοπάτι του στ΄ αλήθεια.
Εμπρός, στην πορεία.
 
 

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

"Αν μάθεις πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη πως ήταν φόνος" - Η ζωή, η δράση και ο θάνατος της Ουλρίκε Μάινχοφ


Στις 9 Μαΐου του 1976, η Ουλρίκε Μάινχοφ βρέθηκε απαγχονισμένη στο κελί με τον αριθμό 719 στις φυλακές Στάμχαϊμ στη Στουτγάρδη. Γύρω από το λαιμό της μια θηλιά φτιαγμένη από σκισμένες λωρίδες πετσέτας. Η επίσημη εκδοχή για τον θάνατό της, "αυτοκτονία".

Στις 7 Μαΐου την είχε επισκεφθεί ένας Ιταλός, συνήγορος των ιταλικών Ερυθρών Ταξιαρχιών, μεταφέροντάς της την επιθυμία για επικοινωνία μεταξύ των δυο οργανώσεων. Ήταν ο τελευταίος επισκέπτης της.
 
Η αδελφή της Ουλρίκε, Βίνκε Τσίτσλαφ, θα δηλώσει ότι όταν την είχε επισκεφτεί λίγο πριν από τον θάνατό της της είχε πει "Αν μάθεις πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη ότι ήταν φόνος". 'Επειτα από απαίτηση της Βίνκε γίνεται μια δεύτερη έρευνα, στα πλαίσια της οποίας ο δικανικός παθολόγος Γιάνσεν κατέληξε ότι η πιθανότερη αιτία του θανάτου ήταν "αυτοκτονία δια απαγχονισμού" ωστόσο, για να αποφανθεί οριστικά, επέμεινε να του δοθεί πρόσβαση στην έκθεση της πρώτης αυτοψίας, διευκρινίζοντας ότι πολλές εξετάσεις δεν μπορούσαν να γίνουν πλέον, το οποίο δεν έγινε ποτέ.
 
Μια διεθνής επιτροπή έρευνας, από επιστήμονες και δημοσιογράφους, αμφισβητούσε την εκδοχή της αυτοκτονίας της Ουλρίκε Μάινχοφ. Προσπάθησε να διαλευκάνει τις συνθήκες του θανάτου της, όμως το γερμανικό κράτος δεν της αναγνώρισε δικαίωμα έρευνας. Η επιτροπή στηριζόμενη στα επίσημα έγγραφα κατέληξε ότι η Μάινχοφ είχε πεθάνει πριν απαγχονιστεί, το πόρισμα της βέβαια αμφισβητείται από πολλούς αλλά οι συνθήκες θανάτου και η δημοσίευση των αποτελεσμάτων της έρευνας αυτής, οδήγησαν ακόμη περισσότερους στο συμπέρασμα πως το δυτικογερμανικό κράτος θα μπορούσε να είναι υπεύθυνο για το θάνατό της.
 
Στις 11 Μαΐου 1976, ο πρόεδρος του δικαστηρίου προσπαθεί να συνεχίσει την δίκη σαν να μη τρέχει τίποτα. Οι τρεις εναπομείναντες κατηγορούμενοι και οι δικηγόροι κάνουν αιτήσεις για διακοπή της διαδικασίας και αμφισβητούν την εκδοχή της αυτοκτονίας. Όλες οι αιτήσεις απορρίπτονται και μέσα στην φασαρία που ακολουθεί οι κατηγορούμενοι αποβάλλονται και οι δικηγόροι αποχωρούν. Ο Γιαν-Καρλ Ράσπε εμφανίζεται αργότερα στο δικαστήριο μόνο και μόνο για να κάνει μια δήλωση προς τον πρόεδρο "Ήθελα απλώς να σου πω ότι ο τρόπος που λειτουργείς δεν αφήνει άλλο τρόπο αντιμετώπισής σου, εκτός από το να σε περιμένει κάποιος σε μια γωνία με το πιστόλι στο χέρι".
 
Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις γίνονται διαδηλώσεις με μεγαλύτερες και βιαιότερες αυτές στο Βερολίνο και την Φρανκφούρτη. Εκρήξεις βομβών στη Γαλλία (στο γερμανικό προξενείο της Νίκαιας, σε κτίρια γερμανικών εταιρειών στο Παρίσι, στο Ινστιτούτο Γκαίτε στην Τουλούζη), στην Ιταλία (σε γερμανικό τουριστικό γραφείο στη Ρώμη, στη Λουφτχάνσα της Νάπολη και σε γερμανικό σουπερμάρκετ) και βέβαια στη Γερμανία (στο ραδιοφωνικό σταθμό της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας στην Φρανκφούρτη και στο δικαστήριο του Ντόρτμουντ). Μερικούς μήνες αργότερα (στις 31 Μαρτίου του 1977), το ελληνικό φορτηγό πλοίο "Εόλιαν Γουίντ" καταλαμβάνεται από το πλήρωμά του στο λιμάνι του Ρίο ντε Τζανέιρο, ανακηρύσσεται "κοινωνική περιουσία των εργαζομένων" και μετονομάζεται σε "Ουλρίκε Μάινχοφ". Η εξέγερση καταστέλλεται από τα βραζιλιάνικα ΕΚΑΜ.

Στις 16 Μαΐου 1976, η Ουλρίκε Μάινχοφ κηδεύτηκε στο νεκροταφείο του Μαρίεντοφ στο Δυτικό Βερολίνο, στη θέση Α-12-19. Στην κηδεία συμμετείχαν και διαδήλωσαν 4.000 άνθρωποι.
 

Η Ουλρίκε Μάινχοφ γεννήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1934 στο Όλντενμπουργκ, ήταν παιδί του πολέμου. Προερχόταν από μια γνήσια γερμανική οικογένεια, μέσα στην οποία οι χριστιανοί προτεστάντες συνθηκολόγησαν με τον ναζιστικό φασισμό. Το 1938 πεθαίνει ο πατέρας της και μετά το θάνατο της μητέρας της το 1948 την επιμέλεια της αναλαμβάνει η καθηγήτρια ιστορίας Ρενάτε Ρίμεκ. Ως έφηβη ήταν ήδη αντισυμβατική, φορούσε χρωματιστά παντελόνια, κάπνιζε, διάβαζε πολλά βιβλία, αγαπούσε την όπερα, άκουγε τζαζ στη διαπασών, έπαιζε βιολί και ντραμς και ήρθε σε ρήξη με τη θετή της μητέρα. Σπούδασε φιλοσοφία, παιδαγωγική, κοινωνιολογία και γερμανική φιλολογία στο Μάρμπουργκ, το Μίνστερ και το Αμβούργο. Το 1957 πήγε στο πανεπιστήμιο του Μίνστερ όπου προσχώρησε στην οργάνωση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και έγινε εκπρόσωπος της επιτροπής Anti-Atomtod-Ausschuss, ενός αντιπυρηνικού κινήματος κατά των σχεδίων της χριστιανοδημοκρατικής κυβέρνησης του Κόνραντ Αντενάουερ, που προέβλεπαν τον πυρηνικό εξοπλισμό του γερμανικού στρατού. Το 1958, σε μια εκδήλωση κατά των πυρηνικών όπλων, γνώρισε τον Ράινερ Ρελ, αρχισυντάκτη της εφημερίδας Konkret.
 
Για να έχει πολιτική κάλυψη, προσχώρησε στο SDS, τη φοιτητική παράταξη του SPD (Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας). Σύντομα όμως τη διέγραψαν οπότε έγινε μέλος του KPD, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας, που είχε δεσμούς με το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας. Η δεκαετία του '60 ήταν γεμάτη γεγονότα που καθόρισαν την μελλοντική πορεία της Μάινχοφ. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ, οι διαδηλώσεις των Αμερικανών φοιτητών έκαναν τους Γερμανούς νέους να δραστηριοποιούνται συνεχώς. Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα και η εγκαθίδρυση ενός ακόμα δικτατορικού καθεστώτος, μετά την Πορτογαλία και την Ισπανία, προβλημάτισε την Μάινχοφ, που φοβήθηκε πως το ίδιο μπορούσε να συμβεί και στην πατρίδα της.
 
Εργάστηκε από το 1959 έως το 1969 ως δημοσιογράφος της αριστερής εφημερίδας Konkret στο Αμβούργο, όπου από το 1960 μέχρι το 1964 ήταν αρχισυντάκτρια. Το διάστημα αυτό πήρε μέρος σε πολυάριθμες δημόσιες οργανώσεις και διαμαρτυρίες και έτσι εξελίχθηκε σε συμβολική μορφή της γερμανικής αριστεράς.
 

Τον Δεκέμβριο του 1961 παντρεύτηκε τον εκδότη της Konkret, Κλάους Ράινερ Ρελ, και έγινε μητέρα δίδυμων κοριτσιών, της Ρεγγίνα και της Μπετίνα.
 
 
Με αφορμή την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσκε, του συμβόλου του φοιτητικού και εξωκοινοβουλευτικού κινήματος, που έγινε στις 11 Απριλίου του 1968, η Μάινχοφ δημοσίευσε σχετικό σχόλιο στην Konkret. Στα ακόλουθα αποσπάσματα εκδηλώνεται η κατοπινή της ριζοσπαστικοποίηση.
"Διαμαρτυρία είναι όταν λέω πως αυτό κι αυτό δεν μου αρέσει. Αντίσταση είναι όταν φροντίζω αυτό που δε μου αρέσει, να μη συνεχίζεται."
"Το όριο μεταξύ προφορικής διαμαρτυρίας και σωματικής αντίστασης ξεπεράστηκε στα πλαίσια των διαμαρτυριών κατά της απόπειρας δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσκε, πραγματικά και όχι μονάχα συμβολικά, για πρώτη φορά μαζικώς."
"Τώρα που δείχθηκε ότι είναι διαθέσιμα και άλλα μέσα εκτός μονάχα από διαδηλώσεις, διοργανώσεις διαμαρτυρίας, αλλά εκτός από αυτά που απέτυχαν αφού δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσε, τώρα που έσπασαν τα δεσμά του ήθους και της αξιοπρέπειας, μπορεί και πρέπει συζητηθεί εκ νέου η βία και η αντιβία [...] Η αντιβία διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει βία, όπου η βιαιότητα της αστυνομίας καθορίζει το νόμο της δράσης, όπου η ανήμπορη οργή αντικαθιστά την ανώτερη φρόνηση, όπου η παραστρατιωτική ενέργεια της αστυνομίας απαντάται με παραστρατιωτικά μέσα."
"Τα αστεία σταμάτησαν."

Τον Απρίλιο του 1968 στα πλαίσια της δημοσιογραφικής της εργασίας σχετικά με την πυρπόληση ενός πολυκαταστήματος στην Φρανκφούρτη, γνώρισε τους κατηγορούμενους Θόρβαλντ Προλ, Χορστ Σένλαϊν και τους μετέπειτα ιδρυτές της Φράξιας Κόκκινος Στρατός, Αντρέας Μπάαντερ και Γκούντρουν Ένσλιν. Η Μάινχοφ γράφει στην Konkret "Ο νόμος που παραβιάζεται με τον εμπρησμό δεν προστατεύει τους ανθρώπους αλλά την ιδιοκτησία. Το προοδευτικό στοιχείο σ' έναν εμπρησμό πολυκαταστήματος δεν εντοπίζεται τόσο στην καταστροφή των εμπορευμάτων όσο στην "εγκληματικότητα" της πράξης, δηλαδή στο ίδιο το γεγονός της παραβίασης του νόμου."
 
Τον Μάρτιο του 1968 το ζευγάρι χωρίζει, ακολουθεί το διαζύγιο και η Μάινχοφ τον Απρίλιο του 1969 αποχωρεί από την Konkret, μετακομίζει στο Βερολίνο όπου εγκαταστάθηκε με τα παιδιά της. Εργάζεται ως ελεύθερη δημοσιογράφος στον Τύπο και το ραδιόφωνο και διδάσκει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο. 
 
Το Φεβρουάριο του 1970 φιλοξενεί στο σπίτι της για δύο εβδομάδες τον Μπάαντερ και την Ενσλίν, που κρύβονται μετά την καταδίκη τους σε τρία χρόνια φυλάκισης για τον εμπρησμό του πολυκαταστήματος. Είχαν εκτίσει τους 14 μήνες και ήλπιζαν -μάταια- σε ευνοϊκή κατάληξη της έφεσής τους. Η Μάινχοφ είχε υποβάλλει για λογαριασμό τους μια αίτηση για άρση της επαναφυλάκισής τους η οποία απορρίφθηκε. Μετακομίζουν στη συνέχεια σε καινούριο σπίτι μιας και το διαμέρισμα της Μάινχοφ δεν θεωρείται πλέον ασφαλές. Η ίδια εξακολουθεί να περιορίζεται σε ένα ρόλο "συμπάθουσας" χωρίς να αναμειγνύεται ενεργά.
Τον ίδιο μήνα αρχίζει να γυρίζει την ταινία Bambule, για την οποία έγραψε και το σενάριο. Στην ταινία αυτή επέκρινε τις αυταρχικές μεθόδους και τις συνθήκες ζωής σε ένα άσυλο κοριτσιών του Δυτικού Βερολίνου. Μερικά από τα κορίτσια θα επαναστατήσουν κατά της αυταρχίας αυτής. Η ταινία θα προβάλλονταν από το γερμανικό κανάλι ARD στις 24 Μαΐου 1970. (Η προβολή όμως ακυρώθηκε λίγες μέρες πριν, όταν η Μάινχοφ άρχισε την τρομοκρατική της δράση με την απελευθέρωση του Αντρέας Μπάαντερ, ο οποίος ήταν φυλακισμένος στο Βερολίνο).

Η τομή στη ζωή της Ουλρίκε Μάινχοφ

Η Μάινχοφ συνέχισε στο εξής να γίνεται περισσότερο ριζοσπαστική και ασυμβίβαστη. Στις 4 Απριλίου 1970 ο Μπάαντερ συλλαμβάνεται σε αστυνομικό μπλόκο. Στη φυλακή δέχεται επισκέψεις από τους δικηγόρους του, την Μάινχοφ και τη "δόκτωρ Γκρέτελ Βαιτεμέγιερ" (έτσι τουλάχιστον γράφει η πλαστή ταυτότητα της Ενσλίν). Αρχίζει ο σχεδιασμός της απόδρασής του. Υποβάλλεται αίτημα για να του επιτραπεί να συμβάλλει με συνεντεύξεις του στην συγγραφή ενός βιβλίου της Μάινχοφ με θέμα "Νεανική εγκληματικότητα και η αντιμετώπισή της από την κοινωνία". Το αίτημα εγκρίνεται και αμέσως επιβάλλεται ένα νέο αίτημα προκειμένου οι συναντήσεις του με την Μάινχοφ να γίνονται εκτός φυλακής, στο Γερμανικό Ινστιτούτο Κοινωνικών Ζητημάτων, με αιτιολογικό πως εκεί υπάρχει άμεση πρόσβαση στην σχετική βιβλιογραφία. Το αίτημα αρχικά απορρίπτεται αλλά τελικά επιτυγχάνεται η έγκρισή του.


Στις 14 Μαίου η Μάινχοφ συμμετέχει (μαζί με την Γκούντρουν Ενσλίν και δυο ακόμα συντρόφους της) στην επιτυχημένη απόδρασή του Μπάαντερ από τη βιβλιοθήκη του Γερμανικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ζητημάτων.

Ο Μπάαντερ μεταφέρεται στο αναγνωστήριο του Γερμανικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ζητημάτων, προκειμένου να εργαστεί για την έκδοση ενός βιβλίου μαζί με τη δημοσιογράφο Ουλρίκε Μάινχοφ. Η δραστήρια Μάινχοφ, γνωστή μέσα από τις εκπομπές της για τα παιδιά των ιδρυμάτων, είχε χρησιμοποιήσει όλες τις γνωριμίες της για αυτή τη συνάντηση. Σκοπός δεν ήταν το βιβλίο αλλά η απόδραση του κρατουμένου. Η σύντροφος του Μπάαντερ, Γκούντρουν Ενσλίν, μαζί με δυο ακόμη γυναίκες και έναν κουκουλοφόρο άνδρα όρμησαν στο κτίριο για να τον απελευθερώσουν. Στην επιχείρηση πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε σοβαρά ο Γκέοργκ Λίνκε, ο αρχιφύλακας του ιδρύματος. Η Μάινχοφ άφησε την τσάντα της που πρόδωσε την ταυτότητά της.
Οι συζητήσεις της ομάδας είχαν αρχίσει μήνες νωρίτερα. Η Μάινχοφ προετοιμαζόταν προοδευτικά για το πέρασμα στο αντάρτικο πόλεων. Η απελευθέρωση του Μπάαντερ καλείται γενικώς η πρώτη δράση της RAF και η "ιδρυτική της πράξη". Από την ημέρα αυτή η αναγνωρισμένη δημοσιογράφος Ουλρίκε Μάινχοφ πέρασε στην παρανομία και καταζητείται. Ύστερα από λίγες ώρες το Δυτικό Βερολίνο πλημμύρισε με τις φωτογραφίες της καταζητούμενης με την επικήρυξη των 10.000 μάρκων ενώ άρχισε ένα ανθρωποκυνηγητό, το μεγαλύτερο μετά το 1945 στη Γερμανία. Κανένας εγκληματίας πολέμου δεν είχε καταδιωχτεί με τόση λύσσα. 
 

Τρεις εβδομάδες μετά την απελευθέρωση του Μπάαντερ, η ιδρυτική διακήρυξη της RAF (Rote Armee Fraktion) δημοσιεύεται στο περιοδικό "Agit 883", με τίτλο "Ιδρύουμε τον Κόκκινο Στρατό".
"Πίστευαν πραγματικά τα γουρούνια πως θα αφήναμε τον σύντροφο Μπάαντερ να λιώνει μέσα στην φυλακή; Πίστευαν πραγματικά πως θα μιλάγαμε για ανάπτυξη της ταξικής πάλης και ανασύνταξη του προλεταριάτου χωρίς ταυτόχρονα να οπλιζόμαστε; Μήπως τα γουρούνια που μας πυροβόλησαν πρώτα, πίστευαν πως θα επιτρέπαμε στους εαυτούς μας να σκοτωθούμε ειρηνικά σαν τα πρόβατα; Όσοι δεν οπλίζονται πεθαίνουν. Όσοι δεν πεθαίνουν είναι θαμμένοι ζωντανοί στις φυλακές, στα αναμορφωτήρια, στα πέτρινα φέρετρα των νέων στεγαστικών προγραμμάτων, στα ασφυκτικά σχολεία, στις κατακαίνουριες κουζίνες και κρεβατοκάμαρες, τις γεμάτες χαριτωμένα έπιπλα αγορασμένα επί πιστώσει. Ξεκινήστε τώρα την Ένοπλη Αντίσταση! Οικοδομήστε τον Κόκκινο Στρατό!"

Στις 21 Ιουνίου 1970 η Μάινχοφ μαζί με τους Αντρέας Μπάαντερ και Γκρούντουν Ενσλίν περνούν στο Ανατολικό Βερολίνο. Μεταμφιέζονται σε άραβες και πηγαίνουν στο αεροδρόμιο όπου ο παλαιστίνιος σύνδεσμος τους δίνει διαβατήρια των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Το άλλο απόγευμα φτάνουν στην Δαμασκό και από εκεί περνούν τα σύνορα με την Ιορδανία. Εκπαιδεύτηκαν στρατιωτικά μεταξύ άλλων μαζί τους και οι Χορστ Μάλερ, Πέτερ Χόμαν, Μπριγκίτε Άσντονκ, σε στρατόπεδο της Παλαιστινιακής οργάνωσης Αλ Φατάχ στην Ιορδανία. Στις 9 Αυγούστου επιστρέφουν στο Βερολίνο.

Η οργάνωση, μετά την επιστροφή της από την Ιορδανία συνεχίζει τις προετοιμασίες για τον ένοπλο αγώνα. Νοικιάζονται διαμερίσματα, αποκτώνται οχήματα, οικονομικοί πόροι συλλέγονται, γίνονται νέες στρατολογήσεις.


Στις 29 Σεπτεμβρίου η Μάινχοφ λήστεψε τράπεζα για πρώτη της φορά. Στα τέλη 1970 ο υπουργός εσωτερικών θέτει τις έρευνες για την "Συμμορία Μπάαντερ - Μάινχοφ" υπό την δικαιοδοσία του Ομοσπονδιακού Γραφείου Διερεύνησης Εγκλημάτων και ανατείθεται στον Άλφρεντ Κλάους (αξιωματούχου του ΒΚΑ) η δημιουργία μιας ειδικής επιτροπής για την "τρομοκρατία" και του παραχωρείται ένα συγκρότημα γραφείων στη Βόννη. Εκεί συντάσσει μια 60σέλιδη προκαταρκτική αναφορά η οποία καλύπτει τη δράση της ομάδας, ξεκινώντας από τους εμπρησμούς της Φρανκφούρτης.

Την ίδια εποχή η Μάινχοφ αναλαμβάνει τη συγγραφή ενός "ιδεολογικού μανιφέστου", το κείμενό της "Το Σχέδιο Του Αντάρτικου Πόλης" είναι τυπικά η απαρχή της "Φράξιας Κόκκινος Στρατός" καθώς για πρώτη φορά χρησιμοποιείται το όνομα αλλά και το διάσημο έμβλημα της οργάνωσης, το αστέρι με το υποπολυβόλο και τα αρχικά "ΡΑΦ".
 

"Το αντάρτικο πόλης ξεκινά με την αναγνώριση του γεγονότος ότι δεν θα υπάρχει ο "αυστηρός βηματισμός" με τον οποίο πολλοί αυτοαποκαλούμενοι επαναστάτες θα ήθελαν να "οδηγήσουν" τον λαό στη μάχη". Ξεκινά με την αναγνώριση ότι όταν έρθει η στιγμή για τον (μαζικό) ένοπλο αγώνα, θα είναι ήδη πολύ αργά να αρχίσουμε τότε να οργανωνόμαστε γι' αυτόν. Ότι σ' ένα κράτος που η δυνατότητά του για άσκηση βίας είναι τόσο ισχυρή και που οι επαναστατικές του παραδόσεις είναι τόσο ηττημένες, δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει -χωρίς να παρθούν άμεσες πρωτοβουλίες από τους επαναστάτες- ένας επαναστατικός προσανατολισμός ακόμα και αν οι συνθήκες του επαναστατικού αγώνα καλυτερεύουν (πράγμα που θα γίνει σαν αναπόφευκτη συνέπεια της εξέλιξης του ύστερου καπιταλισμού. Ως προς αυτό, το αντάρτικο πόλης είναι η λογική συνέπεια της άρνησης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η μόνη και αναπόφευκτη απάντηση στους "νόμους εκτάκτου ανάγκης", είναι η ετοιμότητα για πάλη με τα ίδια βίαια μέσα μ' αυτά που το σύστημα επέλεξε στην προσπάθειά του βα εξαλείψει τους αντιπάλους του. Το αντάρτικο πόλης βασίζεται στην κατανόηση των όσων συμβαίνουν και όχι σε μια στάση απολογίας για τα όσα συμβαίνουν. Στόχους του αντάρτικου πόλης είναι η επίθεση κατά του κρατικού μηχανισμού ελέγχου σε συγκεκριμένα καίρια σημεία τα οποία τείθονται εκτός μάχης καταστρέφοντας έτσι τον μύθο του πανταχού παρόντος και άτρωτου κράτους (...)
Εκατό λουλούδια άνθισαν.
Είναι οι εκατό Ένοπλες Επαναστατικές Ομάδες.
Φράξια Κόκκινος Στρατός "
 
Στις 11 Μαΐου του 1972 η οργάνωση τοποθετεί εκρηκτικά στο αρχηγείο της 5ης Στρατιάς των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στη Φραγκφούρτη. Ο αντισυνταγματάρχης Μπλούμχιστ σκοτώνεται. Μια ημέρα μετά εκρήγνυται μια βόμβα στο Αρχηγείο της Υπηρεσίας Δίωξης Κοινού Εγκλήματος του Μονάχου και δυο ακόμη προκαλούν έκρηξη στο Αρχηγείο της Αστυνομίας του Αουγκσμπουργκ. Υπήρξαν μόνο τραυματίες. Η RAF συνεχίζει με την ανατίναξη του αυτοκινήτου του δικαστή Μπούντενμπεργκ, από την οποία η σύζυγος του δικαστή μένει ανάπηρη. Στις 19 Μαΐου σειρά έχει ο εκδοτικός οίκος Springer. Δεκαεπτά άνθρωποι τραυματίζονται. Στη Χαιδελβέργη, στις 24 Μαΐου, σκοτώνονται τρεις αμερικανοί στρατιώτες από βόμβα.

Το 1971 και 1972 η Ουλρίκε Μάινχοφ έγραψε συνολικά τρεις διακηρύξεις της RAF, οι οποίες προσέφεραν ιδεολογικό υπόβαθρο στον λεγόμενο ένοπλο αγώνα. Η Μάινχοφ είναι ο νους πίσω από τις προκηρύξεις της RAF, η γυναίκα που κρατούσε καλύτερα την πένα παρά το όπλο.


Η πορεία προς το λευκό κελί
 
Στις 31 Μαΐου 1972 η αστυνομία λαμβάνει μια ανώνυμη καταγγελία ότι σ' ένα γκαράζ στην Φρανκφούρτη "μπαινοβγαίνουν υπόπτως κάποιοι νεαροί". Σε έρευνα που ακολουθεί βρίσκονται εκρηκτικές ύλες και το γκαράζ τείθεται υπό επιτήρηση. Η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει. Μέσα σε σαράντες ημέρες, σ' ένα κλίμα αντι-"τρομοκρατικής" υστερίας και πανικού, η ΡΑΦ θα τεθεί σχεδόν ολοκληρωτικά εκτός μάχης.
 
Στις 15 Ιουνίου η αστυνομία του Λάνγκενχάγκεν κοντά στο Αννόβερο έλαβε πληροφορίες από το δάσκαλο Φριτς Ρόντεβαλντ, ο οποίος υποψιαζόταν ότι οι νεοι του ενοικιαστές ήταν μέλη της RAF. Η αστυνομία συνέλαβε τον οπλισμένο Γκέρχαρντ Μύλερ και την αγνώριστη λόγω εξωτερικής εμφάνισης Ουλρίκε Μάινχοφ, η οποία αντιστάθηκε στην σύλληψή της. Είχαν προηγηθεί οι συλλήψεις του Αντρέας Μπάαντερ, του Χόλγκερ Μάινς, του Γιαν-Καρλ Ράσπε και της Γκούντρουν Ενσλίν. Η πρώτη γενιά της RAF έχει εξαρθρωθεί.


Στο μεταξύ, τα μέλη της ΡΑΦ αρχίζουν να βιώνουν την τραγική πραγματικότητα των "λευκών κελιών". Απόλυτη απομόνωση σε ηχομονωμένα και χωρίς φυσικό φως κελιά. Η "γραμμή" της ΡΑΦ προς τα μέλη της είναι απόλυτη "Ούτε μια λέξη στα γουρούνια, με όποια μορφή κι αν εμφανίζονται, ειδικά ως γιατροί. Ούτε μια λέξη. Και φυσικά δεν τους βοηθάμε σε τίποτα, δεν κουνάμε ούτε το δάχτυλό μας. Τίποτα εκτός από εχθρότητα και περιφρόνηση. Δεν τους προκαλούμε -αυτό είναι σημαντικό-, όμως θα υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας αδυσώπητα, ανυποχώρητα, με κάθε ανθρωπίνως δυνατό τρόπο".
 
Η Μάινχοφ οδηγείται σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. Από τις 16 Ιουνίου 1972 μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 1973 η Μάινχοφ κρατήθηκε τελείως απομονωμένη στην λεγόμενη "νεκρή πτέρυγα" (το όνομα αυτό της δόθηκε από την ίδια την Μάινχοφ που υπέφερε από την απομόνωσή της) της φυλακης Όσεντορφ της Κολωνίας, κάτω από ιδιαιτερα σκληρές συνθήκες. Έγκλειστη σε λευκό κελί, η ψυχική της κατάρρευση επέρχεται βασανιστικά. Το διάστημα αυτό έγραψε το κείμενο "Επιστολή από την νεκρή πτέρυγα", το οποίο μεταφέρθηκε κρυφά έξω από την φυλακή και δημοσιεύτηκε, το κείμενο αυτό είχε μεγάλη απήχηση στους υποστηρικτές της. "Η αίσθηση οτι ανατινάζεται το κεφάλι σου. Ότι όπου να 'ναι το κρανίο σου θα κλατάρει, θα σκάσει. Η αίσθηση ότι ο εγκέφαλός σου συρρικνώνεται σιγά-σιγά σαν το μήλο που ψήνεται στον φούρνο. Η αίσθηση ότι ο ειρμός της σκέψης σου κόβεται ξαφνικά με τσεκούρι. Η αίσθηση ότι κατουράς την ψυχή έξω από το σώμα σου, ότι σου φεύγει σαν να μην μπορείς να κρατήσεις τα ούρα σου. Η αίσθηση ότι το κελί κινείται. Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια σου και το κελί ταξιδεύει. Δεν μπορείς με τίποτα να αποφύγεις την αίσθηση της κίνησης. Δεν μπορείς να καταλάβεις αν τρέμεις από το κρύο ή την ζέστη. Δεν μπορείς να εξηγήσεις γιατί τρέμεις. Κρύώνεις. Για να μιλήσεις πρέπει να προσπαθήσεις πολύ, σαν να θέλεις να φωνάξεις δυνατά. Η αίσθηση ότι βουβαίνεσαι. Οι δεσμοφύλακες, οι επισκέπτες, η αυλή, όλα φαίνονται σαν να κοιτάς μέσα από ζελατίνα. Πονοκέφαλοι - Φλας. Δεν ελέγχεις την φρασεολογία, την γραμματική, το συντακτικό. Όταν γράφεις δυο σειρές, στο τέλος της δεύτερης δεν θυμάσαι την αρχή της πρώτης. Η επιθετικότητά σου φουσκώνει και δεν υπάρχει βαλβίδα ασφαλείας. Είναι ξεκάθαρο, δεν έχεις καμμιά πιθανότητα να ζήσεις. Αποτυγχάνεις να τα μεταδώσεις όλα αυτά. Από τις επισκέψεις δεν σου μένει τίποτα. Μετά από μισή ώρα δεν ξέρεις αν το επισκεπτήριο ήταν σήμερα ή την περασμένη εβδομάδα. Η αίσθηση ότι ο χώρος και ο χρόνος μπαίνουν ο ένας μέσα στον άλλο, σαν να βρίσκεσαι σε δωμάτιο με παραμορφωτικούς καθρέφτες, τρεκλίζεις."
 
Στα τέλη του 1972 ξεκινά νέα δίκη του Μάλλερ στο Βερολίνο και ο Μπάαντερ καλείται σαν μάρτυρας. Εκεί ανακοινώνει την πρώτη απεργία πείνας της ΡΑΦ που θα διαρκέσει σχεδόν δυο μήνες και θα διακοπεί όταν ο Ομοσπονδιακός Εισαγγελέας δέχεται να χαλαρώσει τις συνθήκες κράτησής τους και ειδικά της Μάινχοφ, υπόσχεση που τηρήθηκε μονάχα για λίγο.
Στις 27 Αυγούστου 1974 δικάζονται στις φυλακές Μόαμπιτ του Βερολίνου οι Μάλερ, Μπάκερ και Μάινχοφ για την απόδραση του Μπάαντερ. Η Μάινχοφ ανακοινώνει την τρίτη απεργία πείνας της ΡΑΦ με αίτημα ελεύθερο επισκεπτήριο και αλληλογραφία.
Στις 2 Οκτώβρη απαγγέλοναι επισήμως κατηγορίες κατά των Μάινχοφ, Μπάαντερ, Ενσλίν, Μάινς και Ράσπε για 5 ανθρωποκτονίες. Στις 29 Νοεμβρίου 1974 η Μάινχοφ καταδικάστηκε σε οκτώ χρόνια φυλάκιση για την βομβιστική επίθεση στο κεντρικό κτίριο του εκδοτικού οίκου Axel Springer στο Αμβούργο. Τώρα πια βρίσκονται όλοι στο Στάμχαιμ εκτός από τον Μάινς που η υγεία του έχει καταρρεύσει από την απεργία πείνας. Επιβάλεται υποχρεωτική σίτιση σ' όλους τους απεργούς.
Η απεργία πείνας την εξαντλεί και σωματικά, ενώ η δίκη μοιάζει με παρωδία. Οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των κρατουμένων νομιμοποιούνται από ειδικούς νόμους.


Ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Γκουστάβ Χάινεμ το φθινόπωρο του 1974 απηύθυνε δημόσια έκκληση στη φυλακισμένη Ουλρίκε Μάινχοφ ζητώντας της να διακόψει την απεργία πείνας που την έφερε στο κατώφλι του θανάτου. Η πρόταση όμως συνοδευόταν από το γνωστό κλισέ ότι "η απεργία δεν σας απαλλάσει από το καθήκον να δώσετε λόγο στη δικαιοσύνη". Η Μάινχοφ απάντησε ότι "μετά από μια απομόνωση που διαρκεί επί χρόνια, μετά τρεις μήνες απεργία πείνας, μετά την υποχρεωτική σίτιση που συνιστά το πιο ωμό βασανιστήριο, μετά την εκτέλεση του Χόλγκερ Μάινς από την "Ομάδα Ασφαλείας" της Βόνης, μετά ολα αυτά, θα ήταν κυνική προσβολή εναντίον μας να φανταστεί κανείς ότι θα αρκεστούμε σε ορισμένες τροποποιήσεις του ειδικού καθεστώτος κράτησής μας". Η Μάινχοφ πρότεινε μια δεκαπεντάλεπτη συνάντηση που όμως εκείνος απέκλεισε κατηγορηματικά.

Στις 21 Μαΐου 1975 πρώτη μέρα της δίκης του Στάμχαϊμ (σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο της φυλακής) στην οποία η Μάινχοφ κατηγορήθηκε για τετραπλή ανθρωποκτονία. Οι κατηγορούμενοι (Μπάαντερ, Μάιχοφ, Ένσλιν, Ράσπε) υποβαλλουν ένσταση κατά των διορισμένων από το δικαστήριο δικηγόρων. Η δίκη θα συνεχιστεί για μήνες αναλωνόμενη κυρίως σε συνεχείς ενστάσεις, αναβολές, αποχωρήσεις συνηγόρων, αποβολές κατηγορούμενων, καταθέσεις εμπειρογνωμόνων για το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είναι σε θέση να παρακολουθήσουν την δίκη.

Τον Ιανουάριο του 1976 οι γιατροί που έχει ορίσει το δικαστήριο, κρίνουν πως οι "4 του Στάμχαϊμ" δεν είναι σε θέση να παραβρίσκονται στην δίκη για περισσότερο από 3 ώρες την ημέρα. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου αποφασίζει πως η δίκη θα συνεχιστεί ακόμα και απουσία των κατηγορούμενων. Μετά από οκτώ μήνες τώρα μόλις αρχίζει ουσιαστικά η δίκη. Πριν όμως καταδικαστεί η Μάινχοφ "αυτοκτόνησε".
Ο Ρολφ Πόλε είχε δηλώσει "Η Ουλρίκε δολοφονήθηκε, γιατί τα βασανιστήρια της απομόνωσης οδηγούν στην καταστροφή της προσωπικότητας, είναι δολοφονία, ακόμα και αν ο δολοφονούμενος κρεμαστεί τελικά μόνος του."

Το 1998 η RAF εξαγγέλει επίσημα την αυτοδιάλυσή της.


"Η Μάινχοφ ήταν ένας άνθρωπος με πολλές δυνατότητες. Έξυπνη, μορφωμένη, συναισθηματική, με φαντασία και συνέπεια. Είχε, όμως, τη μεγάλη ατυχία να μεγαλώνει στη Γερμανία, ανάμεσα σε γερασμένους φασίστες που κάθονταν ξανά σε θέσεις εξουσίας. [...] Μεγάλωσε εν μέσω Ψυχρού Πολέμου και μιας σοσιαλδημοκρατίας που πρόδιδε κάθε κίνηση και κίνημα. Άνθρωποι σαν τη Μάινχοφ ήταν εμπόδια στον δρόμο του κεφαλαίου και του κράτους της Δυτικής Γερμανίας [...] Ήταν ένας από τους πρώτους δημοσιογράφους που έγραψαν εναντίον της χούντας στην Ελλάδα και αυτών που τη στήριζαν." Από συνέντευξη της Γιούττα Ντίτφουρτ
 
Πηγές:
Φράξια Κόκκινος Στρατός - Εκδόσεις Δαίμων του Τυπογραφείου
Ουλρίκε Μάινχοφ, Η Βιογραφία - Γιούττα Ντίτφουρτ, Εκδόσεις Νάρκισσος
Η Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ, η RAF και η ένοπλη πάλη στη Γερμανία, 1963-93
Wikipedia
Διάφορα άρθρα στο διαδίκτυο σχετικά με τη ζωή και τη δράση της Ουλρίκε Μάινχοφ