Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Το Κυρίαρχο Σκουλήκι ~ Edgar Allan Poe


Κοιτάξτε! Μια πανηγυρική παράσταση είναι
Σε αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια.
Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο
Με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο
Κάθεται σ’ένα θέατρο για να δει
Ένα δράμα από ελπίδες και φόβους καμωμένο
Ενώ η ορχήστρα στενάζει κάθε τόσο
Τη μουσική των Κόσμων...

Μίμοι, στο σχήμα του Υψίστου ντυμένοι
Σιγομιλάν και σιγομουρμουρίζουν
Και δώθε κείθε ξεπετάγονται
Νευρόσπαστα σωστά, που πηγαινόρχονται
Στις διαταγές τεράστιων άμορφων στοιχείων
Που αλλάζουνε τα σκηνικά μπρος πίσω
Σαλεύοντας με όρνιου φτερά
Την αόρατη ένα γύρω Δυστυχία...

Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα
Δεν θα βολέψει να λησμονηθεί
Μ’ αυτό το Φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται
Από 'να πλήθος, όπου δε βολεί να το τσακώσει
Μεσ’ έναν κύκλο, όπου αιώνια στρέφοντας
Ματαγυρνά στην ίδια θέση πάντα
Κι όπου περίσσα τρέλα και πιότερη Αμαρτία
Και φρίκη της πλοκής του, ειν’ η ψυχή...

Μα δέστε, μεσ’ στη χλαλοή των μίμων
Μια χαμόσυρτη μορφή που εισβάλει
Ένα πράμα αιματοκόκκινο, που νηματόστριφο
Προβάλλει από τα ερημοσκότεινα βάθη της σκηνής.
Σα νήμα γυροστρέφει, γυροστρέφει
Και σ’αγωνία θνητών οι μίμοι γίνονται βορά του
Και κλαίνε λυγμικά τα σεραφείμ
Θωρώντας τις μασέλες του ερπετού
Από αίμα ανθρώπινο να ξεχειλάνε...

Κι έσβησαν,έσβησαν με μιας όλα τα φώτα
Κι εμπρός απ’ όλες τις τρεμουλιαστές μορφές
Η αυλαία νεκροσάβανο
Πέφτει με τη μανία μιας καταιγίδας
Ενώ οι άγγελοι χλωμοί κι αποσβησμένοι
Σηκώνονται, ρίχτουνε τα πέπλα και βεβαιώνουνε
Πως το έργο αυτό ειν’ η τραγωδία που λέγεται " Άνθρωπος "
Κι ο ήρωάς του είναι το Κυρίαρχο Σκουλήκι...

το κουμπί ~ μιχάλης τάδε

Ο Τιμολέων εργαζόταν στο κτίριο Γ, στον όροφο 17, στο τμήμα 23 της Υπηρεσίας Ελέγχου. Η δουλειά του ήταν να μην πατάει το Κουμπί. Όχι οποιοδήποτε κουμπί. Υπήρχαν μάλιστα πολλά κουμπιά, τα οποία πατούσε ανελλιπώς κάθε μέρα, όπως τα κουμπιά του τηλεφώνου, τα κουμπιά της τηλεόρασης, τα κουμπιά του αυτόματου πωλητή καφέ κ.λ.π. Όχι. Το ζητούμενο ήταν να μην πατήσει ποτέ το Κουμπί. Του πλήρωναν έναν παχουλούτσικο μισθό, για να κάθεται οχτώ ώρες την μέρα στο γραφείο του και να αποφεύγει να το πατήσει. Το Κουμπί ήταν κόκκινο και δέσποζε στο κέντρο του μεταλλικού γραφείου του κάτω από μια ταμπέλα που έγραφε με μεγάλα κόκκινα γράμματα: «ΠΡΟΣΟΧΗ! ΚΟΥΜΠΙ! ΜΗΝ ΤΟ ΠΑΤΗΣΕΤΕ!» Κατά τ' άλλα ήταν ένα χαριτωμένο κουμπί.
Ο Τιμολέων είχε ανέλθει σε αυτή τη θέση με μέσον. Για την ακρίβεια είχε κινήσει κάποια νήματα ο θείος του, ο Βδελυκλέων, ο οποίος τύγχανε γενικός γραμματέας του Υπουργείου. Ήταν ικανοποιημένος απ' τον μισθό του αλλά έβρισκε το καθήκον του ιδιαίτερα κουραστικό και ψυχοφθόρο. Ήταν πράγματι εξαιρετικά δύσκολο να μην πατάς το Κουμπί. Ο κύριος Βδελυκλέων είχε αναγκαστεί να υποχρεωθεί στον Υπουργό, τον κύριο Πέογλο, για να εξασφαλίσει στον αγαπημένο του ανιψιό αυτή την απαιτητική θέση μαζί με το κύρος, τα οικονομικά οφέλη και τις ευκολίες εύρεσης μιας καλής κοπέλας που αυτή συνεπαγόταν. Ωστόσο ο αρχικά ενθουσιώδης Τιμολέων ανακάλυψε σύντομα ότι θα προτιμούσε να εργάζεται σε κάποιο άλλο γραφείο, όπου το πάτημα πλήκτρων θα επιτρεπόταν ή και θα ήταν υποχρεωτικό. Δεν μπορούμε όμως να έχουμε και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, εκτός φυσικά αν είμαστε ο σκύλος.
Έτσι περνούσε τις μέρες και τα χρόνια του ο Τιμολέων, αποφεύγοντας να πατήσει το Κουμπί. Περιττό να πούμε ότι η ορμή να το πατήσει δεν απωθήθηκε ποτέ αποτελεσματικά. Μάλιστα τροφοδοτείτο συνεχώς απ' την περιέργεια για τις πιθανές συνέπειες της πράξης. Τι κρύβει ετούτο το Κουμπί; Είναι όντως σημαντικός ο ιδρώτας που χύνω ή μήπως το Κουμπί αποτελεί την δικαιολογία μιας αργομισθίας; Μήπως από πίσω κρύβεται καμιά ιστορία με ξέπλυμα βρώμικου χρήματος; Μήπως, αν το πατήσω, θα αναποδογυρίσουν η Γη και ο Ουρανός; Μήπως είναι το σύνθημα που περιμένουν οι Γκλορκ, η εκδίκηση που τους υποσχέθηκε ο Ζντρονκ; Μήπως τότε θα έρθει το τέλος όλων των μυστικών, η κατάρρευση της αυτοκρατορίας του Αντιχρίστου και η έναρξη της Χιλιετούς Βασιλείας του Θεού; Μήπως θα γίνουν κατοικίδια τα λιοντάρια και οι αρκούδες θα μιλήσουν με ανθρώπινη λαλιά; Αν δεν έχει πατηθεί ποτέ, πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι λειτουργεί σωστά; Αυτές και άλλες σκέψεις βασάνιζαν το ευφάνταστο μυαλό του άμοιρου Τιμολέοντος. Και οι μέρες περνούσαν και γίνονταν χρόνια, και τα χρόνια μαζεύονταν σε δεκαετίες και συζητούσαν ψιθυριστά ρίχνοντας καχύποπτες ματιές τριγύρω.
Εκείνο το πρωί ο Τιμολέων είχε στραβοξυπνήσει (όλο το βράδυ ονειρευόταν ότι έραβε κουμπιά σε ένα κόκκινο πουκάμισο δίχως κουμπότρυπες) και η αποχή απ' την πίεση του Κουμπιού ήταν υπέρ του συνήθους ανυπόφορη. Πήρε μια προσομοίωση καφέ απ' το αυτόματο μηχάνημα και κάθισε στο γραφείο του. Άναψε τσιγάρο. Το κάπνισε αργά προσπαθώντας να αγνοεί το Κουμπί. Είχε την εντύπωση ότι εκείνο τον κοίταζε επίμονα. Όμως, όποτε ο Τιμολέων έστρεφε απότομα το βλέμμα προς τα εκεί, το Κουμπί παρίστανε το αδιάφορο. Αυτό το ψυχροπολεμικό φλερτ συνεχίστηκε για περίπου τρεις ώρες. Προς το τέλος της τρίτης ώρας ο Τιμολέων ένιωθε πλέον άρρωστος. Σηκώθηκε και έτρεξε στην τουαλέτα, όπου ξέρασε. Έμεινε για λίγη ώρα πάνω απ' την λεκάνη, για να καθυστερήσει την επιστροφή του στο Κουμπί. Όμως η επαγγελματική ευσυνειδησία τον καλούσε πίσω. Το Κουμπί δεν έπρεπε να μείνει μόνο του, εκτεθειμένο στα ξένα δάχτυλα. Στο κάτω-κάτω της γραφής, αν ήταν να το πατήσει κάποιος, αυτός θα έπρεπε να είναι ο Τιμολέων. Είχε κερδίσει αυτό το δικαίωμα με τον ιδρώτα της πολυετούς αποχής του απ' την πράξη. Σύρθηκε πίσω στο γραφείο του και έμεινε με το κεφάλι μέσα στα χέρια του για άλλη μια ώρα. Μα το Κουμπί ήταν απαιτητικό. Τον έπιασε πονοκέφαλος. Δεν άντεχε άλλο. Το χέρι του έτρεμε, το δάχτυλό του είχε τεντωθεί και τον τραβούσε προς την γλυκιά κόκκινη ρόγα. «Δε γαμιέται, ας με απολύσουν,» σκέφτηκε. Και το πάτησε.
Αμέσως σήμανε συναγερμός σε ολόκληρο το κτίριο. Κόκκινα λαμπάκια αναβόσβηναν, πανικόβλητοι υπάλληλοι έτρεχαν δεξιά και αριστερά., κάποιος βούτηξε απ' το παράθυρο και έσκασε στον δρόμο σαν πινελιά του Πόλλοκ. Ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Ελέγχου, ο κύριος Γρόμπαλος, όρμησε υστερικά στο γραφείο του Τιμολέοντα. «Τι έκανες;» του φώναξε. «Καταλαβαίνεις τι έκανες; Ήρθε το Τέλος!» Ο Τιμολέων ζάρωσε πίσω απ' το γραφείο του και άρχισε να κλαίει.
Τότε συνέβη αυτό που όλοι φοβόντουσαν: Άνοιξε μια μεγάλη καταπακτή στο πάτωμα και από μέσα βγήκε ο Ρουμπής, ο Κουμπής, ο Ρουμποκομπολογής, το αιμοβόρο κτήνος της μαύρης κολάσεως. Ήταν γνωστός στους πάντες απ' τους θρύλους και τα παραμύθια. Τα παιδιά τον έτρεμαν, οι άντρες τον έφερναν στο νου τους και λιποψυχούσαν, οι γυναίκες τον ονειρεύονταν και υγραίνονταν και όλοι μα όλοι εύχονταν να μην είχε ποτέ γεννηθεί. Και τώρα ήταν επιτέλους ελεύθερος και πεινασμένος μετά από χίλια χρόνια εγκλεισμού στα έγκατα του σκότους. Συγχαρητήρια Τιμολέοντα, καλά τα κατάφερες!
Το φριχτό τέρας βρυχήθηκε, άρπαξε με ένα πλοκάμι τον κύριο Γρόμπαλο και τον έκανε μια χαψιά. Έπειτα κινήθηκε προς τα άλλα γραφεία γκρεμίζοντας τους τοίχους και σπέρνοντας παντού θάνατο και καταστροφή. Οι δακτυλογράφοι λιποθυμούσαν, καθώς το απαίσιο έκτρωμα ρούμπευε, κούμπευε και ρουμποκομπολόγευε τα ρουμπιά του, τα κουμπιά του και τα αποτρόπαια ρουμποκομπολογιά του. Το αίμα έτρεχε ποτάμι. Είχε έρθει λοιπόν το τέλος της Ανθρωπότητας;
Μα όχι, διότι έχουν γνώσιν οι φύλακες και η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία: Η Υπηρεσία Εκτάκτου Ανάγκης, που ειδοποιήθηκε εγκαίρως απ' τον συναγερμό, έστειλε στον τόπο του ατυχήματος τον Τζιτζιμιτζικότζιρα, ο οποίος πάλεψε γενναία με τον μαινόμενο Ρουμποκομπολογή, τον έσφαξε και τον έφαγε ωμό. Και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Όσο για τον Τιμολέοντα, φτηνά την γλίτωσε. Χάρη στην παρέμβαση του θείου Βδελυκλέωνα απέφυγε την πειθαρχική δίωξη και μετατέθηκε στην Υπηρεσία Ανόδου-Καθόδου, όπου εργάστηκε μέχρι τα βαθιά γεράματα ως παιδί του ασανσέρ. Εκεί ενεπλάκη στο περίφημο σκάνδαλο του Παπά του Παχύ, για το οποίο θα ήταν καλύτερα να μιλήσουμε μια άλλη φορά. Προς το παρόν σας χαιρετώ καλά μου παιδιά και να ακούτε πάντα τους γονείς σας!
Μάρτιος 2005

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Γλυκόλογα για Μολότοφ ~ Αντώνης Αντωνάκος



Η εξέγερση είναι δυναμωτικό
διεγερτικό
τονωτικό
ο Γκόγια ζωγράφισε την εξέγερση
κουφάρια και σαρκοβόρους πετεινούς
κι ήταν σα σκύλος που καθόταν στην άκρη της στέρνας
και οι βολβοί των ματιών του
φύτρωναν στο χώμα
κι ο Πικάσσο με τους ακροβάτες του
καταβρόχθιζε την Αμερική
βίοι αγίων σε πεινασμένα σκυλιά
Αλβανοί στα γκέτο και τις σκαλωσιές
με άυπνο βλέμμα ποντικίσιο
σαν του φτασμένου ποιητή
παιδιά αθόρυβα ασήμαντα
με το σταρένιο της νεότητας ψωμί
βεγγαλικά και μέλι
να μοσχοβολάν μολότοφ
που λιώνει υπέροχα πάνω στου δρόμου την κοιλιά
κι ο ήλιος στη διαπασών αφροδισιακό
με τις αχτίνες να βαρά τα πλήκτρα δυνατά
είναι μέρα ιερής γιορτής η εξέγερση
τα πλοκάμια τρελαμένων στους δρόμους
σημαδεύει το θανατηφόρο μας εγώ
είναι σπασμένες τράπεζες κι αηδόνια
που καταπίνουν σκυλιά
χείμαρροι που ξεσπούν στα χωράφια
δεν γονατίζουν σημαδεύουν ισόβια
του ετοιμοθάνατου κόσμου τα κλομπ
τους λοβούς του Αρχάγγελου
και τα στήθη της νύχτας

Ελευθερία ~ Πωλ Ελυάρ



Πάνω στα τετράδια του σχολείου
Στα θρανία μου και τα δένδρα
Πάνω στην άμμο και το χιόνι
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω σ΄ όλες τις διαβασμένες σελίδες
Πάνω σ΄ όλες τις λευκές σελίδες
Στην πέτρα το αίμα το χαρτί τη στάχτη
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στις χρυσωμένες εικόνες
Στ΄ άρματα των πολεμιστών
Στην κορώνα των βασιλιάδων
Γράφω τ’ όνομά σου
Στη ζούγκλα και την έρημο
Στις φωλιές και τα σπαρτά
Στην ηχώ των παιδικών μου χρόνων
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στα θαύματα της νύχτας
Στο άσπρο ψωμί των ημερών
Στις μνηστευμένες εποχές
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω σ΄ όλα τα γαλάζια κουρέλια μου
Στο μουχλιασμένο έλος του ήλιου
Στη ζωντανή λίμνη σελήνη
Γράφω τ’ όνομά σου
Στους αγρούς στον ορίζοντα
Στις φτερούγες των πουλιών
και στο μύλο των ίσκιων
Γράφω τ’ όνομά σου
Σε κάθε φύσημα της αυγής
Στη θάλασσα και τα πλοία
Πάνω στο τρελό βουνό
Γράφω τ’ όνομά σου
Στον αφρό απ΄ τα σύννεφα
Στους ιδρώτες της καταιγίδας
Στην βροχή την πυκνή και ανούσια
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στα σχήματα που σπιθίζουν
Στις καμπάνες των χρωμάτων
Πάνω στη φυσική αλήθεια
Γράφω τ’ όνομά σου
Στα μονοπάτια που ξύπνησαν
Στους δρόμους που ξεδιπλώθηκαν
Στις πλατείες που ξεχείλισαν
Γράφω τ’ όνομά σου
Στη λάμπα που ανάβει
Στη λάμπα που σβήνει
Στα ενωμένα μου σπίτια
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο φρούτο το κομμένο στα δύο
Του καθρέφτη και της κάμαράς μου
Στο κρεβάτι μου άδειο κοχύλι
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο λαίμαργο και τρυφερό σκύλο μου
Στα ορθωμένα αυτιά του
Στο αδέξιο πόδι του
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο σκαλοπάτι της πόρτας μου
Στα γνώριμά μου αντικείμενα
στο κύμα της ευλογημένης φωτιάς
Γράφω τ’ όνομά σου
Σε κάθε σάρκα σύμφωνη
Στο μέτωπο των φίλων μου
Σε κάθε χέρι που προσφέρεται
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο κρύσταλλο των εκπλήξεων
Στα προσεκτικά χείλια
Πολύ πιο πάνω απ΄ τη σιωπή
Γράφω τ’ όνομά σου
Στα χαλασμένα καταφύγιά μου
Στους γκρεμισμένους μου φάρους
Στους τοίχους της ανίας μου
Γράφω τ’ όνομά σου
Στην απουσία χωρίς πόθο
Στη γυμνή μοναξιά
Στα σκαλιά του θανάτου
Γράφω τ’ όνομά σου
Στην υγεία που ξανάρθε
Στον κίνδυνο που εξαφανίστηκε
Στην ελπίδα χωρίς ανάμνηση
Γράφω τ’ όνομά σου
Και με τη δύναμη της λέξης
Ξαναρχίζω τη ζωή μου
Γεννήθηκα για να σε γνωρίσω
Για να πω τ΄ όνομά σου
Ελευθερία!

Πρωινό Μέθης ~ Arthur Rimbaud

Ω Αγαθό μου!

Ω το Ωραίο μου!

Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου!

Στρεβλή μαγική!

Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά. Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών, θα τελειώσει από αυτά. Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας, ακόμα και όταν, καθώς η φανφάρα στραφεί, θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία.
Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια. Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας, αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη.

Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα!

Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε τον πολύ αγνό μας έρωτα. Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε, μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την αιωνιότητα, αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.

Γέλιο των παιδιών, διακριτικότητα των σκλάβων, αυστηρότητα των παρθένων, φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων, να είστε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας. Να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.

Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο! όταν αυτό δε θα ήταν παρά για τη μάσκα που μας χάρισες.
Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε!
Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από τις ηλικίες μας. Έχουμε πίστη στο δηλητήριο.
Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.

Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Federico Buono ~ Η αποπροσωποποίηση του ατόμου

 
"Πρώτα απ’ όλα τσακίζεις και καταστρέφεις αυτό τον κόσμο και βλέπουμε μετά αν ένας άλλος υψώνεται"
J. W. Goethe

Η αληθινή ζωή, αυτή που βιώνεται πλούσια σε εμπειρίες, έχει ανάγκη από προώθηση. Ανάγκη να τσακίσει την κοινωνική πραγματικότητα η οποία είναι φτιαγμένη από εξατομικευμένα ζόμπι.

Να μεταθέτεις το "εμείς είμαστε" σε "εγώ θέλω", ερμηνεύει με πολιτικούς όρους την ίδια την καθημερινότητα. Ένας τοίχος φτιαγμένος από κενή ηθικότητα εγείρει και προσδιορίζει τους ίδιους τους ζωτικούς παλμούς. Το ένστικτο οδηγεί, αλλά δεν μας ανήκει πια, κυριευμένο από αυτό που είναι η αλλοτριωμένη κοινωνία.

Δε με κατανοείς, αλλά το δηλητήριο είναι διοχετευμένο με συστηματικό τρόπο. Αυτό που αντιλαμβάνεσαι δεν είναι πια ο ορίζοντας, αλλά ένα όριο…
Σ’ ένα "αδιαπέραστο όριο" μετατρέπεται η δική σου ύπαρξη. Ακόμα και μόνος, μετά από λίγες μέρες το μυαλό σου οδηγείται στα όρια, ανάμεσα στα κιγκλιδώματα κι έναν τοίχο από τσιμέντο.

Η προσαρμογή στα κυρίαρχα μέτρα δε θα μπορούσε να είναι εφικτή χωρίς τον εθισμό στην κανονικότητα. Σκοπός της κυριαρχίας είναι μια συστηματική κατάργηση των οπτικών-νοητικών ερεθισμάτων που έχουν οι έξω…

"Η αληθινή ζωή είναι απούσα, εμείς δεν είμαστε στον κόσμο"
A. Rimbaud

Η υπενθύμιση αυτών που έχω βιώσει και αισθανθεί από τη στιγμή της σύλληψής μας είναι περίπλοκη όταν φαντασιώνεσαι κάτι που δεν υπάρχει. Η πραγματικότητα ανατρέπεται ολοκληρωτικά με μία δεύτερη ματιά. Κλεισμένος μέσα σε ένα κελί λίγων τετραγωνικών μέτρων "η ζωή είναι απούσα". Η εξουσία διαιωνίζεται ακριβώς γιατί πραγματοποιεί την αποδιδόμενη υπακοή σε έναν αρχειοθετημένο χωροχρόνο.

Όταν ο μπάτσος με χτύπαγε στον τοίχο και μου έδινε μπουνιές και κλωτσιές, μόνο εγώ μπορούσα να κοιτάω έντονα και για πολύ ώρα, αυτό που ζούσα. Οι ψυχολογικές πιέσεις υπό την απουσία νομικής δύναμης (δικηγόροι κτλ) παρέσυραν τα γεγονότα σε μία δίνη εξευτελισμού χωρίς δρόμο διαφυγής! Εκείνη τη στιγμή η εμπειρία και η αίσθησή μου με επαναστατικούς όρους μαζί με την αποφασιστικότητά μου να μην οπισθοχωρήσω, μου επέτρεψαν να αντιτάξω μία πεισματική άρνηση και σιωπή στην ψυχολογική καθυπόταξη που ζούσα εκείνη τη στιγμή.

"Αυτό που κάνει το αίνιγμα (της ένδειξης) είναι η σύνδεση ανάμεσα σε μία σχέση τυχαιότητας και μία σχέση αιτίας. Να ακολουθείς μία ένδειξη, να ανατρέχεις σε μία ένδειξη, πρακτικά συνιστά το να εκπληρώνεις την ένωση των δύο όψεών της, το να τις συγκροτείς όπως τη σχέση αιτίας αποτελέσματος".

Το αίνιγμα αυτό των 15 ωρών μέσα στο κελί απομόνωσης ήταν η ερώτηση του τι έχει συμβεί: η σχέση τυχαιότητας ήταν έργο των μπάτσων ή κάτι άλλο;

Η κατάργηση της ίδιας της θέλησης μετατίθεται στην κατάργηση της κάθε φυσικής χειρονομίας. Το ανθρώπινο πλήθος μέσα στις αυλές κινείται με συστηματικό τρόπο, με γραμμικό βάδισμα. Αυτό το βάδισμα δε μπορεί και δεν πρέπει να σταματήσει. Εκεί ξεκινά η συνήθεια της φυλακής και ο έλεγχος των ίδιων των ζωτικών ενστίκτων (πάντα αν και εφόσον υπάρχουν). Η αυτοματοποίηση των κινήσεων περιορίζει το χώρο της εξέγερσης, καθορίζοντας τη συμφιλίωση του μυαλού και του σώματος στο εσωτερικό μιας εξαναγκαστικής δομής.

Η πρόσληψη των ψυχοφαρμάκων μειώνει το επίπεδο επιθετικότητας, έτοιμο να εκραγεί σε κάθε ελάχιστη χειρονομία που περιμένει, που στην εξωτερική πραγματικότητα θα ήταν εντελώς ασταθές.

Στο κελί στο Σαν Βιττόρε, ο κόσμος τσακώνεται ακόμα και αν δεν μπορεί να δει μία ταινία: το κανάλι ήταν πάντα ίδιο, τα έργα επίσης, αλλά η πραγματική επανάληψη ήταν η ίδια η ζωή των συγκελιτών μου! Το "ασήμαντο" είναι η πλευρά που κυριαρχεί στη ζωή της φυλακής. Ή καλύτερα, αυτό που είναι ασήμαντο στην πραγματικότητα γίνεται θεμελιώδες.

Οι παλιές ιστορίες αναφέρονται σε μία κοινωνία (φυλακισμένη) φτιαγμένη από τιμή και σεβασμό. Όμως οι εξεγέρσεις και η καταστροφή των κελιών και των φυλακών, σε μία προοπτική ανατροπής της υπάρχουσας τάξης είναι μία σβησμένη και μακρινή ανάμνηση. Η συστηματική σταθερή παρουσία των εικόνων με αγίους που υπάρχουν πάνω σε τοίχους του κάθε κελιού αλλά και σε κάθε γραφείο με τοίχο γενικά, προσκολλούν τους φυλακισμένους σε ιερούς πατέρες ή τον πάπα και την παναγία, κυριαρχώντας σε κάθε τετραγωνικό μέτρο του τέρατος-φυλακή.

Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους φύλακες και τους κρατούμενους, είναι κάτι περισσότερο από έναν ρόλο λόγω θέσης. Οι φύλακες, όταν άκουγαν τις φωνές που έφταναν στο κελί μου, μιλούσαν με τους ποινικούς για ποιο πράγμα ήταν μέσα ένας και πως ήταν εφικτό να βγεις από τη φυλακή με συγκεκριμένες λογικές προσαρμογής και αποδοχής των νόμων τους. Κάτι σαν βραβείο, αποφεύγοντας το πολλά χρόνια, εκμεταλλευόμενος συγκεκριμένους κανόνες.

Η εξουσία διαιωνίζει την ίδια κυριαρχία μέσω της σταθεροποίησης καθορισμένων άγραφων νόμων που η μάζα των κρατουμένων αποδέχεται. Κάθε ακτίνα έχει ένα "κεφάλι". Κάθε κελί έχει το δικό του "κεφάλι". Όποιος φτάνει πρώτος ή ξέρει να επιβάλλεται, καθορίζει τη ροή των γεγονότων στο κελί. Η αντίληψη αυτής της κατασταλτικής δομής αποτελεί την ψυχοσυμπεριφορά που πρέπει να μπαίνει το κάθε άτομο.

Ο καθένας πρέπει να αρχίσει να προβλέπει σίγουρες όψεις όποιου έχει μπροστά του: "Η φυλακή είναι σαν ένα παλκοσένικο". Όλα στηρίζονται στο ποιος είσαι, τι λες, πώς το λες, ποιον γνωρίζεις.

Οι αισθήσεις μειώνονται: η ακοή αντιλαμβάνεται τις φωνές, το χτύπημα των πορτών και των καταραμένων κλειδιών. Εμποδίζει αυτόν που φτάνει. Αιχμαλωτίζει φωνές που θα μπορούσαν να σου μιλήσουν. Η σίγουρη παράνοια είναι απαραίτητη, ακόμα για να καταλάβεις όποιον σου λέει κάτι, τι θέλει να αντιληφθείς.

Στην Κρεμόνα πριν μπεις στην πτέρυγα σε περνάνε από ανιχνευτή μετάλλων, σε ρωτάνε όνομα και επίθετο, σημάδια από παλιότερους καυγάδες ή μαχαιρώματα. Για μία ολόκληρη εβδομάδα δεν μας έρχεται τίποτα και δεν μαθαίνουμε τίποτα απ’ έξω. Όλα τα γράμματα μου έφταναν με αξιοσημείωτη καθυστέρηση. Αυτοί λένε ότι φταίει το ταχυδρομείο, αλλά όταν περνάω από το ταχυδρομείο που κρατάνε τα πακέτα καταλαβαίνω πως τα σταματάνε επίτηδες! Όλα αυτό υπό το σκληρό έλεγχο της διευθύντριας!

Είσαι πάντα υπό επιτήρηση…

Ο χρόνος υπαγορεύεται από την αργή προφορά της λέξης τονίζοντας κάθε συλλαβή του "συσσιτίου". Από το χτύπημα των κιγκλιδωμάτων και την έξοδο στο τσιμεντένιο προαύλιο. Στην Κρεμόνα αξιοσημείωτο είναι η σταθερή παρουσία, στους διαδρόμους, ρολογιών κολλημένων στους τοίχους, όπου το καθένα έχει διαφορετική ώρα. Στην αρχή δεν καταλάβαινα, αλλά ύστερα το μυστήριο αποκαλύφθηκε: είναι βαλμένα επίτηδες για να σε κάνουν να χάσεις την αίσθηση του χρόνου.

Μερικές φορές όταν η τηλεόραση ανοίξει το πρωί, η οποία ταιριάζει τέλεια μέσα σε ένα σιδερένιο κλουβί χρώματος μπλε, μου φαίνεται σαν να βλέπω στα κανάλια διαφορετική ώρα. Η αμφιβολία και η παράνοια για να ξαναρχίσεις να…

Η πυραμοειδής δομή δεν το κουνάει αν πρώτα δεν εκμηδενιστούν τα νοητικά θεμέλια.

Αυτή είναι η σπατάλη του ανθρώπου!

"Παντού λάσπη, κατακλυσμός θεού μελαγχολικού, ονειρεμένη εικόνα του μελαγχολικού Ιεζεκιήλ".
C. Baudelaire


Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τα φυλακισμένα μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς/Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία - Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο (ΣΠΦ/FAI-IRF)

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Όνειρο μέσα σ’ ένα όνειρο ~ Edgar Allan Poe

 
Δέξου το φιλί αυτό στο μέτωπο!
Και, φεύγοντας μακριά σου τώρα,
Έτσι άφησέ με να ομολογήσω-
Ότι δεν έχεις άδικο, εσύ που θεωρείς
Ότι οι μέρες μου υπήρξαν ένα όνειρο:
Κι όμως κι αν η ελπίδα έχει πετάξει μακριά
Σε μια νύκτα, ή σε μια μέρα,
Μέσα σε μια οπτασία, ή σε καμιά
Είναι ως εκ τούτου λιγότερο χαμένη;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Δεν είναι παρά ένα όνειρο μέσα σ’ ένα όνειρο.


Στέκομαι μεσ' το βρυχηθμό
Μιας κυματοδαρμένης ακτής,
Και μεσ' το χέρι μου κρατώ
Κόκκους απ’ τη χρυσαφένια άμμο-
Πόσο λίγοι! Κι όμως πώς γλιστρούν
Μεσ’ απ’ τα δάκτυλα μου προς την άβυσσο,
Ενώ θρηνώ- ενώ θρηνώ!
Ω Θεέ! Δεν μπορώ να τους συγκρατήσω
Με μια πιο σφιχτή λαβή;
Ω Θεέ! Δεν μπορώ να γλιτώσω
Μονάχα έναν απ’ το ανηλεές κύμα;
Είναι όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε μόνο ένα όνειρο μέσα σ’ ένα όνειρο;
 
 

Alfredo M. Bonanno

... Ιδού τι σημαίνει η ισοδυναμία μεταξύ θεωρίας και πράξης. Σημαίνει ότι δεν έχει νόημα η μελέτη, δεν έχει νόημα η εκβάθυνση, δεν έχει νόημα να διαθέτεις επεξεργασμένες με σαφή τρόπο θέσεις, δεν έχει νόημα να ξέρεις να μιλάς, να σκέφτεσαι, να σχεδιάζεις αν δεν γνωρίζεις ταυτόχρονα να δρας, αν δεν είσαι σε θέση να κάψεις στην ίδια φωτιά που ανάψαμε τη στάχτη της γνώσης και τη φλόγα της δράσης. Ιδού γιατί η εξέγερση είναι συνεχής σχέση-πέρασμα μεταξύ θεωρίας και δράσης ...

Εξέγερση ~ Rodolfo González Pacheco

Η επανάσταση είναι μια πέτρα μες στη λάσπη.
Η επανάσταση, γι’ αυτήν είναι εύκολο να σταθεί στη λάσπη όσο για ’να πουλί το να πετάξει
ή για ’να αγριόχορτο να βλαστήσει.

Καθάρια είν’ η πτήση ενός πουλιού, καθάρια η βλάστηση ενός λουλουδιού
Και καθάρια για μιαν αληθινή αναρχία είν’ η δικιά της επανάσταση.
Κι ενάντια στην καθαροσύνη αυτή δεν υπάρχει καμιά βρομιά να πάει.

Αναρχικοί, αυτή ’ναι η στιγμή μας. Με φωτιά τη νύχτα, σαν γερή πέτρα
Μες στη λάσπη, σαν τα πουλιά με μια καθάρια πτήση
Ας περάσει η επανάσταση στη δράση.

Εξέγερση, εξέγερση, εξέγερση!

Rodolfo González Pacheco (1882-1949)
Carteles I, από την αγγλική μτφρ. του αναρχικού κρατουμένου Rafael Martinez Zea (Jon-Bala) περιοδικό «325», τ. 9, Οκτώβρης 2011, σ. 46

Maurizio de Simone ~ Ο Θρίαμβος της Καταστροφικής Ιδιοφυΐας

Ω! Η ευωδία και η δυσωδία ανακατεμένες.
Για να σκαρφαλώσεις στην κορυφή χρειάζονται νύχια κοφτερά και χέρια έτοιμα για τις πιο επίπονες πληγές.
Καθώς σκαρφαλώνεις στην κορυφή μιας παρηκμασμένης ανθρωπότητας, πέφτουν, οι πέτρες που θρυμματίζονται κάτω από τα δάχτυλα σου πέφτουν.
Να δρας αποφασιστικά! Να τολμάς! Νάτοι λοιπόν, λυσσασμένοι, οι κοινωνικοί φόβοι αναμεμιγμένοι με μνησικακία ενάντια στην ατομική μας αυτονομία.
Συνάντησα τα όνειρα και τους εφιάλτες του Filippi…
Ένας αδάμαστος διάβολος ανυψώνεται πάνω από το πλήθος, γεννημένος από τύχη.
Ένας διάβολος που δεν δέχεται να τον κρίνει η σχεδόν τελειωμένη εξουσία σας…
Από τις ορθόδοξες εκκλησίες σας βγάλατε εντάλματα εις βάρος μας, τους αλήτες της σκέψης και της δράσης, εμείς οι διάβολοι του τρόμου, που φτύνουν και ξερνούν πάνω στα ιερά σας μνημεία…
Εμείς οι διάβολοι του τρόμου, ανώνυμοι, ιλλεγκαλιστές, μηδενιστές και επαναστάτες…
Ότι γεννιέται δικαίως πέφτει! Έτσι αστραποβόλησε ο Γκαίτε από την κορυφή του!
Η ένωση σας των αδύναμων, που αποκαλείται κράτος και κοινωνία δεν έχει ανοσία σε αυτόν τον νόμο των πραγμάτων…
Ο θρίαμβος της καταστρεπτικής ιδιοφυΐας, σας περιμένει…
Οι αφορισμοί και τα εμπόδια που δημιουργήθηκαν από τους υπηρέτες της Αδελφής Manuela Comodi* δε θα είναι αρκετά…
Δόθηκε μία "κρατική απάντηση"… το ιερόσυλο γέλιο αντηχεί στα κελιά, για κάθε έναν που συλλαμβάνεται θα υπάρξει ένας νέος επαναστάτης μηδενιστής, έτοιμος να επιτεθεί.
Η φωτιά δε μας καίει, προερχόμαστε από ένα μέρος πολύ πιο θερμό και έχουμε προετοιμάσει τους εαυτούς μας για την κόλαση.
Χαιρετισμούς στο σινάφι μoυ, τους συντρόφους της ανώνυμης Μαύρης Διεθνούς και σε όσους έχουν συλληφθεί και ερευνώνται σχετικά με την επιχείρηση "Ardire".
Απόλυτη συνωμοσία σιωπής και καμία αντιπροσώπευση.
Για την αναρχία και το θρίαμβο του Εγώ.

*Η επικεφαλής εισαγγελέας για την επιχείρηση "Ardire". Ο χαρακτηρισμός Αδελφή είναι ειρωνικός.

"Ο Θρίαμβος της Καταστρεπτικής Ιδιοφυΐας", είναι κείμενο του αναρχοατομικιστή, μηδενιστή συντρόφου Maurizio de Simone και κυκλοφόρησε από τις αναρχικές εκδόσεις Edizioni Cerbero. Ο σύντροφος βρίσκεται αιχμάλωτος του ιταλικού κράτους στα πλαίσια της επιχείρησης Ardire. Μέλη των εκδόσεων διώκονται επίσης.
 
Πηγή στα αγγλικά: The Triumph of the Destroyer Genious, 325.nostate.net
Μετάφραση στα ελληνικά: Parabellum
 

Max Stirner ~ Ο μοναδικός και το δικό του

... Η επανάσταση κι η εξέγερση δε θα 'πρεπε να εκλαμβάνονται ως συνώνυμα.
Η πρώτη έγκειται σε μια ανατροπή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, της δομής του κράτους ή της κοινωνίας. Κατά συνέπεια είναι μια πράξη πολιτική ή κοινωνική.
Η δεύτερη, αν και αναπόφευκτα συνεπάγεται μια ανατροπή της κατεστημένης τάξης, δεν ξεκινά απ αυτήν. Είναι γέννημα της δυσαρέσκειας των ανθρώπων για τον εαυτό τους και για ότι τους περιβάλλει. Δεν πρόκειται για μια έγερση αιτημάτων, αλλά για μια εξέγερση ατόμων, μια ανταρσία που αμελεί πλήρως τους θεσμούς που ίσως να γεννήσει.
Η επανάσταση αποσκοπεί σε νέους κανόνες.
Εξέγερση σημαίνει να μην αφήνουμε κανέναν να μας διοικεί αλλά να διοικούμαστε μόνοι μας. Η εξέγερση δεν οραματίζεται τους μελλοντικούς "θεσμούς". Είναι μια μάχη ενάντια στο υπάρχον. Εάν υπερνικήσει, η υπάρχουσα τάξη καταρρέει. Δεν είναι άλλο από την απελευθέρωση του δικού μου "Εγώ" από την κατεστημένη τάξη, η οποία, μόλις την ξεπεράσω βυθίζεται στον θάνατο και την αποσύνθεσή της. Κι εφόσον δεν αποσκοπώ στην αντικατάσταση των θεσμών της κατεστημένης τάξης αλλά στην απελευθέρωση μου απ'  αυτήν τα κίνητρα και οι πράξεις μου δεν είναι πολιτικά ή κοινωνικά αλλά "εγωιστικά" ...

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι ~ Το όνειρο ενός γελοίου

... Μια παλιά αλήθεια, μα όχι και τόσο, μερικών αιώνων μονάχα.
Το κακό έγκειται σ' αυτό.
Η συνείδηση της ζωής αξίζει περισσότερο από τη ζωή, η συνείδηση των νόμων της ευτυχίας αξίζει περισσότερο από την ευτυχία.
Να τι πρέπει να χτυπήσουμε ...

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Η ταξιθέτρια του χάους ~ Ζαχαρίας Στουφής

 
Από τότε που διορίστηκα ταξιθέτρια του χάους
Δεν προλαβαίνω να ασχοληθώ καθόλου με την ποίηση.

Εσείς όμως, οι νεο-μυημένοι στη γραφή
Και εσείς οι ακούραστοι διώκτες της σιωπής
Είναι καιρός, νομίζω, να γράψετε τα αδιάβαστα ποιήματα.
Δεν θα τα τραγουδήσουν οι γενιές που δεν θα ’ρθούν
Θα παραμείνουν σε βιβλία κλειστά όταν
Οι σαβάνες θα πολιορκούν τα τσιμέντα.
Στο ενδεχόμενο ενός οριστικού τέλους
Να γίνετε οι πιο μάταιοι προφήτες
(Αφού κανένας δεν θα υπάρχει για να σας δικαιώσει)
Γράφτε την ατραγούδιστη και ύστερη κατάσταση
Του τέλους...

William Blake ~ Μια θεία εικόνα

 
H βαρβαρότητα έχει μια ανθρώπινη καρδιά
Ο φθόνος το σχήμα του ανθρώπινου προσώπου
Ο τρόμος είναι η θεία ανθρώπινη μορφή
H μυστικότητα το ρούχο του ανθρώπου...

Το ανθρώπινο ρούχο είναι σίδερο χυτό
H ανθρώπινη μορφή πύρινος καυστήρας
Το ανθρώπινο πρόσωπο καμίνι σφαλιστό
H ανθρώπινη καρδιά αχόρταγος κρατήρας...

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Primo Levi ~ Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (Αποσπάσματα)

[...] Τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένοι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα, είμαστε στον πάτο. Πιο κάτω δεν γίνεται να πάμε, μας στέρησαν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μας· εάν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν, και εάν μας άκουγαν δεν θα μας καταλάβαιναν. Θα μας στερήσουν και το όνομά μας κι αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να βρούμε τη δύναμη μέσα μας, τη δύναμη να το σώσουμε και μαζί μ’ αυτό να σώσουμε κάτι από μας, απ’ αυτό που υπήρξαμε.
Ξέρουμε ότι οι άλλοι δύσκολα θα μας καταλάβουν, αλλ’ όμως ας είναι έτσι. Ας αναλογιστούμε τώρα την αξία και το νόημα που κλείνουν μέσα τους οι πιο απλές καθημερινές μας συνήθειες, τα μικρά αντικείμενα που έχει ακόμα και ο πιο δυστυχής ζητιάνος, ένα μαντίλι, ένα παλιό γράμμα, τη φωτογραφία ενός αγαπημένου προσώπου. Αυτά τα αντικείμενα είναι κομμάτι του εαυτού μας, σχεδόν σαν τα μέλη του σώματός μας· θα διανοηθούμε να τα αποχωριστούμε μόνο εάν βρούμε άλλα που θα τα αντικαταστήσουν, άλλα αντικείμενα δικά μας που να φυλάγουν και ξυπνούν αναμνήσεις.
Ας σκεφτούμε έναν άνθρωπο που του στερούν όχι μόνο τα αγαπημένα του πρόσωπα αλλά και το σπίτι του, τις συνήθειές του, τα ρούχα του, κυριολεκτικά οτιδήποτε του ανήκει, θα είναι πλέον ένας άδειος άνθρωπος, θα οδηγηθεί στην ένδεια και στη θλίψη, θα χάσει την αξιοπρέπειά του και τη λογική του, γιατί είναι εύκολο αν χάσεις τα πάντα να χάσεις και τον ίδιο σου τον εαυτό. Κι όταν βρεθεί σ’ αυτήν την κατάσταση, άλλοι θα ορίζουν την ζωή του και θα αποφασίζουν για το θάνατό του χωρίς κανέναν αίσθημα ανθρωπισμού ή στην καλύτερη περίπτωση με μόνο κριτήριο το όφελος. Τότε θα γίνει κατανοητή η διπλή σημασία του όρου "στρατόπεδο συγκέντρωσης", θα γίνει κατανοητό τι θέλουμε να εκφράσουμε μ’ αυτή τη φράση: είμαστε στον πάτο [...]

[...] Βρίσκομαι στον πάτο. Μαθαίνει κανείς πολύ γρήγορα να σβήνει το παρελθόν εάν σπρώχνει η ανάγκη. Μετά από δεκαπέντε μέρες στο Λάγκερ, υποφέρω ήδη από χρόνια πείνα, αυτή την πείνα που είναι άγνωστη στους ελεύθερους ανθρώπους, την πείνα που την ονειρεύεσαι τη νύχτα και που εξουσιάζει όλα μας τα μέλη· ξέρω πώς να φυλάγομαι για να μη με κλέψουν, και αν βρω κάποιο κουτάλι τριγύρω, σπάγκο ή κουμπί και δεν υπάρχει κίνδυνος να με αντιληφθούν, τα βάζω στην τσέπη μου και τα θεωρώ δικά μου· τα πόδια μου είναι γεμάτα πληγές που δεν θα γιατρευτούν. Σπρώχνω βαγόνια, σκάβω με το φτυάρι, εξαντλούμαι στη βροχή, τρέμω στο κρύο· δεν αισθάνομαι πλέον το σώμα για δικό μου, η κοιλιά μου έχει πρηστεί, τα μέλη μου είναι αδύνατα και ξερά σαν ξύλα, το πρόσωπό μου πρησμένο το πρωί και βαθουλωμένο το βράδυ· σε μερικούς κιτρίνισε το δέρμα, σε άλλους είναι γκρίζο· αν δεν ιδωθούμε για τρεις τέσσερις μέρες, μετά δύσκολα αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον [...]

[...] Ka-Be [το αναρρωτήριο στη γλώσσα του στρατοπέδου του Άουσβιτς] είναι το ίδιο το Λάγκερ χωρίς τη σωματική ταλαιπωρία. Γι’ αυτό το λόγο σε όποιον έχει απομείνει σπόρος συνείδησης, εδώ, η συνείδηση αφυπνίζεται, γι’ αυτό και στις άδειες μέρες μας δεν μιλάμε για την πείνα και τη δουλειά αλλά μιλάμε για το πώς μας κατάντησαν, για όλα όσα μας αφαίρεσαν, για το τι είναι αυτή η ζωή. Στο Ka-Be, παρένθεση σχετικής ηρεμίας, αντιληφθήκαμε ότι η ανθρώπινη υπόσταση είναι εύθραυστη, ότι αυτή κινδυνεύει περισσότερο από τη ζωή. Και οι αρχαίοι σοφοί αντί να μας νουθετήσουν "να θυμάσαι ότι θα πεθάνεις", θα ήταν καλύτερο, να μας υπενθύμιζαν ότι αυτός είναι ο πιο σοβαρός κίνδυνος. Εάν μέσα από τα στρατόπεδα θα μπορούσε να δραπετεύσει ένα μήνυμα και να φτάσει στους ελεύθερους ανθρώπους θα ήταν αυτό: Προσπαθήστε να μην υποστείτε στο σπίτι σας αυτό που έχει επιβληθεί σε μας εδώ.
Όταν δουλεύουμε, υποφέρουμε τόσο που δεν υπάρχει καιρός για σκέψη, τα σπίτια μας είναι πλέον μια θολή ανάμνηση. Εδώ όλος ο χρόνος είναι δικός μας (αν και απαγορεύεται) πηγαίνουμε από κουκέτα σε κουκέτα και μιλάμε, μιλάμε. Το ξύλινο παράπηγμα, όπου στοιβάζεται πλήθος δυστυχισμένων ανθρώπων, αντηχεί από συζητήσεις, αναμνήσεις και από μια άλλη θλίψη, "Heimweh" είναι η γερμανική λέξη γι’ αυτή τη θλίψη, είναι μια ωραία λέξη, σημαίνει "η νοσταλγία του σπιτιού".
Ξέρουμε από πού ερχόμαστε, οι αναμνήσεις του έξω κόσμου κατοικούν στα όνειρά μας και στην ξαγρύπνια μας, έκπληκτοι βλέπουμε πως τίποτα δεν ξεχάσαμε, καθετί που ανακαλούμε στη μνήμη μας, αναδύεται με βασανιστική διαύγεια.
Αλλά δεν ξέρουμε πού πάμε. Ίσως να επιζήσουμε απ’ τις αρρώστιες και να γλιτώσουμε απ’ την επιλογή, ίσως ν’ αντέξουμε τη δουλειά και την πείνα που μας αφανίζουν. Kαι μετά; Εδώ, προσωρινά μακριά από τις βρισιές και το ξύλο, ξαναβρήκαμε τον εαυτό μας και μπορούμε να σκεφτούμε, και είναι φανερό ότι δεν θα ξαναγυρίσουμε. Ταξιδέψαμε ως εδώ μέσα σε σφραγισμένα βαγόνια· είδαμε τις γυναίκες και τα παιδιά μας να τους καταπίνει το σκοτάδι· σκλάβοι, πηγαινοερχόμαστε χιλιάδες φορές στη βουβή δουλειά, νεκροί στην ψυχή πριν των ανώνυμο θάνατο. Δεν θα ξαναγυρίσουμε. Κανείς δεν πρέπει να βγει από δω, κανείς που θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο μαζί με το χαραγμένο στη σάρκα του νούμερο τη δυσοίωνη είδηση του τι κατάφερε να κάνει άνθρωπος στον άνθρωπο στο Άουσβιτς[...]
 
[...] Αντίθετα αξίζει να προσέξουμε αυτό το γεγονός: έρχεται στο φως η ύπαρξη δύο κατηγοριών ανθρώπων σαφώς ξεχωριστών: αυτοί που σώθηκαν και αυτοί που βούλιαξαν. Άλλα ζεύγη αντιθέτων (οι καλοί και οι κακοί, οι σώφρονες και οι ανόητοι, οι δειλοί και οι θαρραλέοι, οι τυχεροί και οι άτυχοι) είναι λιγότερο σαφή, αναφέρονται μάλλον σε επίκτητα χαρακτηριστικά και κυρίως επιτρέπουν περισσότερες και πιο σύνθετες διαβαθμίσεις.
Στην κανονική ζωή, αυτή η διάκριση είναι πολύ λιγότερο προφανής· είναι πιο δύσκολο να χαθεί ο άνθρωπος στην κανονική ζωή, επειδή δεν είναι μόνος του αλλά στην άνοδο και στην πτώση του είναι συνδεδεμένος με την τύχη των γύρω του· για το λόγο αυτό είναι σπάνιο κάποιος να αποκτά απεριόριστη δύναμη ή να βαδίζει από ήττα σε ήττα ως την καταστροφή. Επιπλέον ο καθένας διαθέτει αποθέματα σωματικά, πνευματικά ακόμα και οικονομικά, έτσι ώστε οι πιθανότητες ενός ναυαγίου ή μιας αδυναμίας απέναντι στη ζωή να είναι περιορισμένες. Αλλά και οι νόμοι μετριάζουν αυτή την πιθανότητα, καθώς και η ηθική συνείδηση που λειτουργεί σαν εσωτερικός νόμος· γιατί πράγματι, πολιτισμένη θεωρείται μια χώρα όταν οι πιο σοφοί και αποτελεσματικοί νόμοι της είναι ακριβώς εκείνοι που εμποδίζουν τον δυστυχή να γίνεται πιο δυστυχής και τον ισχυρό να γίνεται ισχυρότερος.
Αλλά στο Λάγκερ είναι διαφορετικά: εδώ ο αγώνας για την επιβίωση είναι ανελέητος, γιατί ο καθένας είναι απελπιστικά και βασανιστικά μόνος του. Εάν ο οποιοσδήποτε Νουλ Άχτζεν τρεκλίζει, δεν θα βρει κανέναν να του απλώσει χέρι βοηθείας αλλά πολλούς που θα του καταφέρουν ένα χτύπημα στα πλευρά, γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται εάν ένας επιπλέον "μουσουλμάνος" [στην αργκό του στρατοπέδου του Άουσβιτς, "μουσουλμάνος" (άγνωστο για ποιο λόγο) ονομαζόταν ο κρατούμενος σε κατάσταση λιμοκτονίας] σέρνεται κάθε μέρα στη δουλειά· και αυτός που με κάποιο θαύμα πανουργίας και άγριας υπομονής θα επινοήσει μια καινούρια απάτη για να ξεφύγει από τη βαριά δουλειά, μια νέα τέχνη που θα αποδώσει μερικά γραμμάρια ψωμί, θα κάνει το παν για να κρατήσει μυστικό τον τρόπο και γι’ αυτό όλοι θα τον σέβονται και τον εκτιμούν και θα έχει εξαιρετικό προσωπικό όφελος· θα αποκτήσει δύναμη και επομένως θα τον φοβούνται και, εκ προοιμίου, αυτός που προκαλεί φόβο έχει ελπίδες να επιβιώσει.
Στη ζωή και στην ιστορία μοιάζει να επικρατεί μερικές φορές ένας νόμος απάνθρωπος, που ακούγεται ως εξής "αυτός που θα έχει, θα λάβει· αυτός που δεν έχει, θα του αφαιρεθεί". Στο Λάγκερ, όπου ο άνθρωπος είναι μόνος και ο αγώνας για τη ζωή εξέπεσε στην πρωτόγονη μορφή του, ο νόμος της αδικίας είναι σε πλήρη ισχύ και αποδεκτός από όλους. Με τους ικανούς, τους δυνατούς και τους ραδιούργους, οι ίδιοι οι αρχηγοί διατηρούν ευχαρίστως σχέσεις, μερικές φορές φιλικές, επειδή ελπίζουν ότι αργότερα ίσως αποκομίζουν κάποιο όφελος. Αλλά δεν αξίζει να μιλάς στους "μουσουλμάνους" , στους διαλυμένους ανθρώπους, γιατί θα άρχιζαν να παραπονιούνται και θα διηγούνταν τι έτρωγαν στο σπίτι τους. Ακόμα λιγότερο αξίζει να τους κάνεις φίλους γιατί δεν διαθέτουν λαμπρές γνωριμίες, δεν τρώνε τίποτα έξτρα, δεν δουλεύουν σε προνομιακά Κομάντο και δεν ξέρουν κανέναν μυστικό τρόπο "οργάνωσης". Και τέλος όλοι ξέρουν ότι είναι περαστικοί από δω, και σε μια εβδομάδα θα απομείνει από αυτούς μια χούφτα στάχτης σε κάποιον κοντινό αγρό και ένα νούμερο ξεθωριασμένο σε κάποια λίστα. Αν και συγχωνευμένοι και παρασυρμένοι διαρκώς απ’ το αμέτρητο πλήθος των ομοίων τους, υποφέρουν και βυθίζονται σε μια θολή και κλειστή μοναξιά, πεθαίνουν ή εξαφανίζονται μέσα στη μοναξιά χωρίς ν’ αφήσουν ίχνη στη μνήμη κανενός.
 
[...] Να υποκύψεις είναι πολύ απλό, αρκεί να εκτελείς όλες τις διαταγές, να αρκεστείς στη μερίδα σου, να συμμορφώνεσαι με την πειθαρχία της δουλειάς και του στρατοπέδου. Η εμπειρία απέδειξε ότι σπάνια αντέχεις πάνω από τρεις μήνες. Όλοι οι "μουσουλμάνοι" που οδηγούνται στους θαλάμους αερίων έχουν την ίδια ιστορία ή μάλλον δεν έχουν ιστορία. Ακολούθησαν τον κατήφορο μέχρι το τέρμα, όπως τα ρυάκια που καταλήγουν στη θάλασσα. Οδηγημένοι στο στρατόπεδο από βασική τους αδυναμία ή από κακή τύχη ή από ένα τυχαίο συμβάν ηττήθηκαν πριν καν προλάβουν να προσαρμοστούν· ηττήθηκαν εξαρχής, γιατί αρχίζουν να καταλαβαίνουν τα γερμανικά και να ξεχωρίζουν κάτι από αυτό το διαβολικό σύμπλεγμα νόμων και διαταγών μόνο όταν το σώμα τους είναι ήδη νεκρό και δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να τους σώσει από την επιλογή ή από το θάνατο λόγω εξάντλησης. Η ζωή τους είναι σύντομη αλλά το πλήθος τους αμέτρητο· αυτοί οι Muselmänner, αυτοί που βούλιαξαν είναι η ψυχή του στρατοπέδου· αυτοί, η ανώνυμη μάζα, ακατάπαυστα ανανεούμενη και πάντα η ίδια, η μάζα των μη-ανθρώπων που βαδίζουν και εξαντλούνται μες στη σιωπή, με σβησμένη μέσα τους τη θεία φλόγα, άδειοι μέσα τους για να υποφέρουν πραγματικά. Διστάζει κανείς να τους ονομάσει ζωντανούς, διστάζει να ονομάσει θάνατο το θάνατό τους, που δεν τον φοβούνται καν γιατί είναι πολύ κουρασμένοι ακόμα και να τον αισθανθούν.
Η χωρίς πρόσωπο παρουσία τους κατακλύζει τη μνήμη μου και εάν θα μπορούσα να κλείσω σε μια εικόνα το κακό της εποχής μας, θα διάλεγα αυτήν την οικεία σε μένα εικόνα. Ένας άνθρωπος λιπόσαρκος, με σκυμμένο το κεφάλι και κυρτούς ώμους, χωρίς ίχνος σκέψης στα μάτια και το πρόσωπό του.
Εάν αυτοί που βούλιαξαν δεν έχουν ιστορία και ο δρόμος του αφανισμού είναι μόνο ένας και μεγάλος, αντίθετα οι δρόμοι της σωτηρίας είναι πολλοί, σκληροί και απροσδόκητοι [...]

Μαρία Πολυδούρη ~ Προδοσία


Ζωή πως με παράδωσες μ' ένα φιλί στους δήμιους...

Οι δήμιοι σου, καλόγνωμοι, θάνατο δεν προστάζουν.
Είναι κι' αυτοί απ' τους τίμιους σου και τους ευγενικούς!
Χαμόγελο τα χείλη τους και γλυκό λόγο στάζουν
Κ' έχουν κι' αγάπη και σκοπούς ωραίους και ιπποτικούς...

Ω, εμένα το αίμα μου έλειψεν απ' τη φριχτή αγωνία
Στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σέρνεται η θηλιά
Και να μη σφίγγει. Ω, ευγενική των δημίων μου μανία
Έχω μέσα στα στήθη μου σπασμένη την καρδιά...

Έχω σπασμένη την καρδιά. Μ' έχει η ζωή προδώσει
Και μου ζητάνε να γελάσω αθώα και τρυφερά
Και να 'ναι μες στα μάτια μου χαρά και λάμψη τόση
Που να γενεί στα ευγενικά σας όνειρα φτερά...

Εγώ πρέπει απ' τη λίγη μου σταγόνα να σας θρέψω
Του αίματος, που φαρμάκωσε κι' αυτή μες στην καρδιά
Τα φάσματα των πόθων μου λουλούδια να σας δρέψω
Και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά...

Κι' αν η σπασμένη μου καρδιά τρίξει στο σαρκασμό μου
Κι' αν αντί δάκρυ στάξουνε τα μάτια μου φωτιά
Θα μου ραβδίσετε το χυδαίο κι' άπρεπο στοχασμό μου
Ευγενικά στυλώνοντας την βλοσυρή ματιά...

Όμως η βαριά μοίρα μου δεν είναι ο θάνατός μου
Μες στην καρδιά βόσκουνε πληγές από φωτιά
Ποιος από σας, ανύποπτα, τίμιος θα γίνει εχθρός μου
Στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σφίξη τη θηλιά!

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Voltairine De Cleyre ~ Είμαι

Είμαι! Οι αιώνες κυλάνε επί αιώνες:

Κι αυτό που είμαι, ήμουν και θα είμαι

Nα γιομίζω ανώτερο γραφτό με όγκο σιγανό

Και να τείνω, ολοένα, στο φαρδύτερο σκοπό...

Ο λίθος είμαι που κοιμήθηκε· ο παλιός, παλιός εκείνος ύπνος
Άφησε το πολυκαιρισμένο χνάρι του πολύ βαθιά εντός μου

Το φυτό είμαι που ονειρεύτηκε· και ιδού! Ακόμα τη θωρεί

Να κατοικεί επί τ’ ανθρώπινου προσώπου 'κείνη την ονειρο-ζωή...

Κοιμήθηκα, ονειρεύτηκα, και ξύπνησα: άνθρωπος είμαι!

Το καλύβι φυτρώνει ανάκτορα· τα βάθη θρέφουνε φως

Ακόμα επί! περνούν μορφές· αλλά μορφή βαστάει δύναμη

Πιο βασιλοπρεπή!

Ο αοιδός, πεθαίνοντας στ’ αρχίνημα του τραγουδιού του

Ακόμα ζει εντός μου· και γι’ άλλη μια φορά μέλλει

Να ξεσφραγίσει χείλια ωραιότερων ωδών·
Γιατί είν’ οι χίλιες γλώσσες της αθανασίας μιλιές μου...
Γενάρης 1892

Αναδημοσίευση από contra info

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Raoul Vaneigem ~ Το τέλος της εξάρτησης (Προειδοποίηση προς τους μαθητές γυμνασίου και λυκείου)

Ιδού τέσσερις τοίχοι.
Η γενική συγκατάθεση απαιτεί να βρισκόμαστε εκεί, με υποκριτικό σεβασμό, φυλακισμένοι και περιορισμένοι, να μας ενοχοποιούν, να μας κρίνουν, να μας τιμούν,  να μας τιμωρούν, να μας ταπεινώνουν, να μας κολλάνε ετικέτες, να μας χειραγωγούν, να μας περιποιούνται, να μας βιάζουν, να μας παρηγορούν, να μας μεταχειρίζονται ως εκτρώματα που ζητιανεύουν βοήθεια και αρωγή[...]

Η μάθηση θεμελιώθηκε πάνω στην καταπίεση των επιθυμιών...
Πως να εκπλαγούμε όταν τα σχολεία μιμούνται τόσο καλά, στην αρχιτεκτονική και πνευματική αντίληψή τους, τις φυλακές όπου οι κολασμένοι απομακρύνονται από τις συνηθισμένες χαρές της ύπαρξης; [...]

Και με ποιον τρόπο ο εκπαιδευτικός, που δεν είναι ούτε καν ικανός να ξαναγίνει παιδί μέσα από την καθημερινή του αναγέννηση, θα διδάξει στα παιδιά που έχει μπροστά του; Εκείνος που φέρει μέσα στην καρδιά του το πτώμα της παιδικής του ηλικίας, δε θα εκπαιδεύσει τίποτα άλλο παρά νεκρές ψυχές [...]

The destructive character ~ Peter Demetz

Ο ξεριζωμένος δεν θεωρεί τίποτα μόνιμο.
Όμως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, βλέπει παντού έναν δρόμο.
Εκεί που οι άλλοι συναντούν τείχη ή βουνά, ακόμα κι εκεί, αυτός βλέπει έναν δρόμο.
Επειδή, όμως, βλέπει έναν δρόμο παντού, είναι αναγκασμένος πάντα να αφανίζει τα πράγματα στο πέρασμά του…
Επειδή βλέπει δρόμους παντού, τοποθετείται πάντα στα σταυροδρόμια.
Καμία στιγμή δεν μπορεί να ξέρει τι μπορεί να φέρει η επόμενη. Ό,τι υπάρχει το κατεδαφίζει, όχι χάριν της κατεδάφισης, αλλά για το δρόμο που περνάει μέσα απ’ αυτό...


Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Henry David Thoreau ~ Πολιτική Ανυπακοή

[...] Επιθυμητό δεν είναι να καλλιεργούμε το σεβασμό προς το νόμο αλλά το σεβασμό προς το δίκαιο. Η μόνη υποχρέωση που πρέπει να έχω είναι να κάνω πάντοτε ό,τι θεωρώ σωστό [...]

Ο σοφός άνθρωπος δεν θα αφήσει το ορθό στο έλεος της τύχης ούτε [θα το εμπιστευθεί] στη δύναμη της πλειοψηφίας [...]

Όταν υπάρχουν άδικοι νόμοι πρέπει να τους υπακούμε ή να πρέπει προσπαθούμε να τους αλλάξουμε; Και μέχρι να καταφέρουμε να τους αλλάξουμε πρέπει να τους υπακούμε ή πρέπει να τους παραβιάζουμε αμέσως; Οι άνθρωποι γενικά πιστεύουν ότι πρέπει να περιμένουμε μέχρι να πείσουμε την πλειοψηφία να τους αλλάξει. Νομίζουν ότι αν αντισταθούν το φάρμακο είναι χειρότερο από το κακό. Αλλά η κυβέρνηση ευθύνεται γι’ αυτό. Εκείνη είναι που δημιουργεί αυτή την κατάσταση. Ας είναι καλύτερη κι ας προβλέπει την αποφυγή τέτοιων αδικιών[...]

Αλλά αν [η αδικία] είναι τέτοιας φύσης ώστε να απαιτεί από σένα να γίνεις φορέας της αδικίας σε βάρος άλλου, τότε λέω παραβίασε το νόμο. Άφησε τη ζωή σου να γίνει η αντίθετης φοράς τριβή που σταματάει τη μηχανή. Αυτό που πρέπει να κάνω είναι να εξασφαλίσω, όπως και να ΄χει, το ότι δεν προσφέρομαι στο άδικο το οποίο καταδικάζω [...]

Κάτω από μια κυβέρνηση που φυλακίζει οποιονδήποτε άδικα, ο πραγματικός χώρος για τον δίκαιο άνθρωπο είναι η φυλακή [...]