Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

Μαύρες παντιέρες ~ Renzo Novatore


I.

Μαύρα λάβαρα στον άνεμο
βαμμένα με αίμα και ήλιο.
Μαύρα λάβαρα στον ήλιο
ουρλιαχτό δόξας στον άνεμο!

Χρειάζεται να επιστρέψουμε στις ρίζες.
Να πιούμε νερό απ’ τις αρχαίες πηγές!…

Χρειάζεται να επιστρέψουμε στον ηρωικό αναρχισμό, στο ατομικό, βίαιο, αλόγιστο, ποιητικό, αποκεντρωτικό θράσος…

Και χρειάζεται να επιστρέψουμε με κάθε κομμάτι του σύγχρονού μας ενστίκτου, κάθε κομμάτι της νέας μας αντίληψης για τη ζωή και την ομορφιά, κάθε κομμάτι του υγιούς και συνειδητού πεσιμισμού μας, που δεν είναι παραίτηση ή αδυναμία αλλά ανθισμένο λουλούδι της πληθωρικής ζωής. Είμαστε οι αληθινοί μηδενιστές της πραγματικότητας και οι πνευματικοί κατασκευαστές των ιδεατών κόσμων.

Είμαστε καταστροφικοί φιλόσοφοι και δημιουργικοί ποιητές.

Περπατάμε μες στη νύχτα
μ’ έναν ήλιο στο τσερβέλο·
και με πυρωμένα μάτια
δύο πελώρια χρυσά αστέρια.
Περπατάμε…


II.


Κάμποσα χρόνια πριν, όλοι οι βασιλείς της γης κι όλοι οι τύραννοι του κόσμου διέσχισαν το κατώφλι του χρόνου και (γυρνώντας την πλάτη στην αυγή) κάλεσαν (διά βοής) τα φαντάσματα του παρελθόντος: του πιο ζοφερού παρελθόντος!

Οι φωνές των τυράννων και των βασιλέων ενώθηκαν ακόμα και με τις βραχνές φωνές όλων των μεγάλων σπαγκοραμμένων του πνεύματος, της τέχνης, της σκέψης και της ιδέας! Κι απ’ τις φωνές των τυράννων, των βασιλιάδων και των σπαγκοραμμένων, φαντάσματα και πνεύματα σηκώθηκαν απ’ τους τάφους τους κι ήρθαν να χορέψουνε ανάμεσά μας…

Το «κράτος», η «φυλή», η «πατρίδα» γίναν τα μακάβρια σύννεφα που ’καναν έφοδο στους ουρανούς, απειλητικά φαντάσματα που κρύψανε τον ήλιο· που μας πετάξαν πίσω στη σκοτεινή νύχτα των μακρινών μεσαιωνικών καιρών…


III.


Θάνατος!
Ποιος θυμάται τον μακάβριο χορό του οδυνηρού και τερατώδους θεού του πολέμου;
Ποιος θυμάται ακόμα τον πόλεμο;

Πολύς καιρός έχει περάσει μεταξύ του χθες και του σήμερα, αλλά πάνω σ’ αυτή την άτυχη μα ακόμα ευγενή γη, γονιμοποιημένη από υπολείμματα πρησμένων πτωμάτων και άγονου αίματος, κανένα τέλειο, παρθένο λουλούδι, δημιουργημένο από την πνευματικότητα και την αγνότητα, δεν φυτρώνει σήμερα.

Όχι, τα λουλούδια που γεννιούνται τώρα απ’ το ξηρό έδαφος, τόσο μάταια ποτισμένα στο αίμα, δεν είναι τα λουλούδια της ακμάζουσας ζωής, ικανά για τη μεγάλη ελπίδα, για τον γενναίο αγώνα, της σθεναρής σκέψης˙ είναι μάλλον λουλούδια του θανάτου, γεννημένα στη σκιά, που αναπτύσσονται με το μαρτύριο του υποσυνείδητου, παρασυρόμενα στη θύελλα, μεταφέρονται μαζί με την κίνηση του ποταμού της λησμονιάς…
Δεν είμαι συναισθηματικός… αλλά έχω την φρικτή μνήμη του πολέμου.
Ακόμα και το πνεύμα του μεγάλου Ζαρατούστρα (που ήταν ο αληθινότερος εραστής του πολέμου και ο πιο ειλικρινής φίλος του πολεμιστή) πρέπει να έχει αρρωστήσει τρομερά απ’ αυτόν τον πόλεμο…

Πρέπει να ήταν φοβερά άρρωστος, γιατί τον άκουσα να κραυγάζει: «Πρέπει να αναζητήσετε τον δικό σας εχθρό, πολεμήστε για το δικό σας πόλεμο, και για τις δικές σας ιδέες!»

Κι αν η ιδέα σας ενδίδει, η εντιμότητά σας κραυγάζει για τη νίκη.

Αλλά φευ! το ηρωικό κήρυγμα του μεγάλου απελευθερωτή έπεσε στο κενό!

Το ανθρώπινο κοπάδι δεν ήξερε πως να διακρίνει τον εχθρό του ή να παλέψει για τον πόλεμο των δικών του ιδεών. (Το κοπάδι δεν είχε κανένα δικό του ιδεώδες!)

Και μη ξέροντας τα δικά του ιδεώδη που θα μπορούσαν να θριαμβεύσουν, ο Άβελ πέθανε στα χέρια του Κάιν για ακόμη μια φορά.

Μη γνωρίζοντας πως να πει Ναι ή Όχι! Προχωρά σαν δειλός, σαν ρομπότ (1), όπως πάντα.

Αν είχε τουλάχιστον την ικανότητα να πει το Ναι της ενθουσιώδους υποταγής (αφού δεν είχε την ηρωική δύναμη να πει το τιτάνιο Όχι της τραγικής άρνησης) θα μπορούσε να αποδείξει τελικά ότι πίστευε στην «υπόθεση» για την οποία πέθανε, πολεμώντας…
αλλά δεν ήξερε πως να πει ναι ή όχι!

Πήγε!
Σαν δειλός, όπως πάντα!
Έτσι…
Και ξεκίνησε να πάει προς το θάνατο.
Πήγε προς το θάνατο του χωρίς να ξέρει γιατί.
Όπως πάντα!
Κι ο θάνατος δεν περίμενε…
Ήρθε!…
Ήρθε και χόρεψε.
Χόρεψε και γέλασε!
Για πέντε ολόκληρα χρόνια…
Γελούσε και χόρευε πάνω απ’ τα λασπωμένα ορύγματα όλων των πατρίδων του κόσμου.
Ένας μακάβριος χορός!
Ω, τι ηλίθιος και μακάβριος (πόσο θηριώδης και ωμός) είναι αυτός ο θάνατος που χορεύει χωρίς να κουβάλα τα φτερά κάποιου ιδεώδους.
Χωρίς μια βίαια ιδέα που υπονομεύει και καταστρέφει.
Χωρίς μια γόνιμη ιδέα που παράγει και δημιουργεί.
Τι ηλίθιο και φρικτό πράγμα είναι να πεθαίνουν σαν δειλοί, χωρίς να ξέρουν το γιατί.
Τον είδαμε (όπως χόρευε) ο Θάνατος.
Ήταν ο μαύρος Θάνατος, αδιάφανης, χωρίς καμιά ευκρίνεια φωτός.
Ήταν ένας Θάνατος χωρίς φτερά!…
Πόσο άσχημος και χυδαίος ήταν.
Πόσο άχαρος ήταν ο χορός του!
Και πως τους θέριζε (χορεύοντας) όλους τους περίσσιους, όλους εκείνους που περίσσευαν!
Εκείνους για τους οποίους (ο μεγάλος απελευθερωτής λέει πως) το κράτος εφευρέθηκε.
Αλλά, δυστυχώς, δεν θέρισε μόνο αυτούς…
Ναι! Ο Θάνατος (για να εκδικηθεί το Κράτος) θέρισε αυτούς που δεν ήταν άχρηστοι. Αυτούς που ήταν αναγκαίοι…
Θέρισε ακόμα αυτούς των οποίων η ζωή ήταν ένα βαθυστόχαστο ποίημα που η υποσυνείδητη του θλίψη τραγούδησε ένα εύθυμο ρεφρέν…
Αλλά αυτοί οι οποίοι δεν περίσσεψαν, αυτοί που δεν ήταν περίσσιοι, αυτοί που πέφτοντας κραυγάζουν το επαναστατικό και ισχυρά τιτάνιο Όχι! αυτοί θα εκδικηθούν.
Θα εκδικηθούμε γι’ αυτούς!
Θα εκδικηθούμε γι’ αυτούς γιατί ήταν τα αδέρφια μας˙ γιατί πέθαναν με τα άστρα μες στα μάτια τους˙ γιατί όπως πεθαίναν, έπιναν τον ήλιο.
Τον ήλιο του Ονείρου.
Τον ήλιο της Μάχης.
Τον ήλιο της Ζωής.
Τον ήλιο της Ιδέας!


IV


Ο πόλεμος!…
Τι ανανέωσε ο πόλεμος;
Που είναι η ηρωική μεταμόρφωση του πνεύματος;
Πότε ορθώθηκαν οι λαμπερές πινακίδες των νέων ανθρώπινων αξιών;
Σε ποιο ιερό ναό έχουν τον θαυματουργό χρυσό αμφορέα, που περιέχει τις φλεγόμενες καρδιές των δημιουργικών ιδιοφυϊών και των επιβλητικών ηρώων, που οι παράφρονες υποστηρικτές του μεγάλου πολέμου υποσχεθήκαν;
Που λάμπει ο μεγαλοπρεπής ήλιος του νέου μεγάλου μεσημεριού;
Τρομερά ποτάμια αίματος ποτίσαν τη χλόη όλου του κόσμου και προχωρήσαν ουρλιάζοντας σε όλους τους δρόμους της γης.
Τρομαχτικοί χείμαρροι δακρύων έγιναν η σπαρακτική, αγωνιώδης ηχώς του θρήνου τους που αντηχεί μέσα απ’ τις πιο απομονωμένες, τις σκοτεινότερες δίνες όλων των ηπείρων του κόσμου.
Βουνά ανθρώπινων οστών και δέρματος σαπισμένα παντού μες στη λάσπη, και κλάματα σ’ όλο το φως του ήλιου.
Αλλά τίποτα δεν άλλαξε: δεν ωφέλησε σε τίποτα!
Ο ιός που μαστίζει τις κοιλιές των αστών απλά εξαπλώνεται από κορεσμό˙ και η κοιλιά των προλετάριων παραπονιέται απ’ την πολλή πείνα!
Και αρκετά!
Αν με το Χριστό και τον χριστιανισμό, το ανθρώπινο πνεύμα καταστέλλεται μέσα στο κρύο και άδειο διάστημα της μετά θάνατον ζωής, με τον Καρλ Μαρξ και το σοσιαλισμό, ξεπέφτει απλά στο έντερο…
Ο βρυχηθμός που ακούστηκε σε όλο τον κόσμο μετά τον πόλεμο, συγκλονίζοντας την ανθρωπότητα, δεν ήταν παρά ο ήχος των στομαχιών που ο σοσιαλισμός πρόδωσε, εξάλειψε, κατέπνιξε και κρέμασε μόλις αντιλήφθηκε ότι αυτός ο βρυχηθμός άρχιζε να παίρνει ένα κομμάτι απ’ το χρώμα του περιεχομένου της ιδέας…
Αυτή η ανώτατη, ανώνυμη δειλία χρησιμοποίησε την πιο μαύρη, την πιο γυμνή, την πιο άθλια αντίδραση που γεννήθηκε και μεγάλωσε δραματικά.
Ήταν λογική-φυσική-θανατηφόρα!
Ήταν ανθρώπινη…


V


Η εποχή μας (παρά την κενότητα και σε αντίθεση με τα φαινόμενα) βρίσκεται ήδη στα τέσσερα κάτω από τους βαρείς τροχούς της νέας Ιστορίας.
Η απαίσια ηθική του μπάσταρδου χριστιανικού-φιλελεύθερου-αστικού-πληβειακού πολιτισμού μας, στρέφεται προς το ηλιοβασίλεμα.
Η ψευδής κοινωνική μας οργάνωση καταρρέει μοιραία˙ αδυσώπητα!
Το φασιστικό φαινόμενο είναι η πιο σίγουρη, αναμφισβήτητη απόδειξη γι’ αυτό.
Στην Ιταλία όπως παντού…
Για να το αντιληφθείτε δεν χρειάζεται να γυρίσετε πίσω στο χρόνο και να ρωτήσετε την Ιστορία. Αλλά αυτό δεν είναι αναγκαίο! Το παρόν μιλάει αρκετά εύγλωττα…
Ο φασισμός δεν είναι τίποτα παραπάνω παρά η κτηνωδία, ο σπασμός μιας κοινωνίας που πνίγηκε τραγικά στο τέλμα των ψεμάτων της.
Επειδή (ο φασισμός) πραγματικά γιορτάζει διονυσιακά με φλεγόμενες πυρές και μοχθηρά όργια αίματος˙ αλλά το σκοτεινό τρίξιμο της αναψοκοκκινισμένης φωτιάς του δεν εκπέμπει ούτε μια σπίθα ζωντανής πνευματικής καινοτομίας˙ ενώ το αίμα που χύνεται μεταμορφώνεται σε κρασί, που εμείς (οι προάγγελοι του χρόνου) σιωπηλά συλλέγουμε στα κόκκινα κύπελλα του μίσους που προορίζεται να γίνει το ηρωικό ποτό για να κοινωνήσουν τα χλωμά παιδιά της νύχτας και της θλίψης στη μοιραία επικοινωνία της μεγάλης εξέγερσης.
Θα πάρουμε απ’ το χέρι αυτά τα αδέρφια μας για να πορευτούμε μαζί και να αναρριχηθούμε μαζί προς νέες πνευματικές αυγές, προς τις νέες αυγές της ζωής, προς τις νέες κατακτήσεις της σκέψης, προς τις νέες γιορτές φωτός˙ νέα ηλιόλουστα μεσημέρια.
Γιατί είμαστε εραστές του απελευθερωτικού αγώνα.
Γιατί είμαστε τα παιδιά της θλίψης που αυξάνεται και της δημιουργικής σκέψης.
Είμαστε ανήσυχοι αλήτες.
Οι τολμηρότεροι σε κάθε εγχείρημα˙ οι προβοκάτορες κάθε δοκιμασίας.
Και η ζωή μια «δοκιμασία» είναι! Ένα βάσανο! Μια τραγική μάχη.
Μια φευγαλέα στιγμή!


VI


Η θέλησή μας ηρωική!
Όλα θα γίνουν ένα κύμα μίσους στην καρδιά του κόσμου και θα μετατραπούν όλα σε μια καταιγίδα της αβύσσου.
Σ’ ένα τυφώνα των κορυφών.
Σε κραυγές των ψυχών.
Σε ουρλιαχτά λευτεριάς!
Γιορτάζοντας τον κοινωνικό επικήδειο, θα προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε την ζωή του ατόμου: του λεύτερου και μεγάλου Εγώ.
Για να μη θριαμβεύει πλέον το σκοτάδι.
Για να μη μας τυλίγουν οι σκιές πια.
Για να γίνει η αστείρευτη φωτιά του ήλιου αιώνια και να διαιωνίζει τη γιορτή του φωτός πάνω σε στεριά και θάλασσα!
Γιατί ‘μαστε φλογισμένοι ονειροπόλοι του αδύνατου: οι επικίνδυνοι κατακτητές των άστρων!


VII


Ο φασισμός (παρά την κενότητα και σε αντίθεση με τα φαινόμενα) είναι κάτι πολύ εφήμερο και ανήμπορος να αποτρέψει την ελεύθερη, αχαλίνωτη πορεία της επαναστατικής σκέψης η οποία ξεχειλίζει και εξαπλώνεται ορμητικά πάνω από κάθε φράγμα και μαίνεται αχαλίνωτα πέρα από κάθε όριο (ως ισχυρή και ζωογόνος δύναμη) πίσω απ’ τα γιγάντια βήματα της σθεναρής και τιτάνιας δράσης του σκληρού ανθρώπινου μυ.
Ο φασισμός είναι ανίσχυρος γιατί είναι ωμή βία.
Είναι ύλη χωρίς πνεύμα.
Είναι σώμα χωρίς νου.
Μια νύχτα χωρίς αυγή.
Είναι το άλλο πρόσωπο του σοσιαλισμού…
Δυο καθρέφτες χωρίς φως: δυο έκπτωτοι αστέρες!
Ο σοσιαλισμός είναι η αριθμητική (υλιστική) δύναμη που, δρώντας στη σκιά ενός δόγματος, διαλύει και διαλύεται σ’ ένα άθλιο «όχι» της πνευματικότητας˙ που την εκκενώνει από κάθε αδέσμευτο, εκούσιο, ηρωικό, ιδεώδες. Ο φασισμός είναι το επιληπτικό παιδί του πνευματικού «όχι», που αποκτηνώνεται από τη (μάταια) προσπάθεια για το χυδαίο υλιστικό «ναι».
Στο πεδίο των ηθικών αξιών είναι ίσοι. Φασισμός και σοσιαλισμός είναι δυο αντάξια αδέρφια. Ακόμα κι αν αποκαλέσετε τον τελευταίο Άβελ και τον πρώτο Κάιν. Ένα κοινό Όνειρο τους ενώνει. Κι αυτό τ’ όνειρο λέγεται Εξουσία.



VIII



Μαύρα λάβαρα στον άνεμο
βαμμένα με αίμα και ήλιο.
Μαύρα λάβαρα στον ήλιο
ουρλιαχτό δόξας στον άνεμο!
Αυτό που δεν έκανε και δεν μπορούσε να κάνει ο πόλεμος,

μπορεί και θα το κάνει η επανάσταση!

Ω, μαύρες παντιέρες υψωμένες
απ’ την πυγμή του εξεγερμένου ανθρώπου
-που συγκεντρώνει τη ματιά του έντονα
πέρα απ’ το κυρίαρχο ψέμα
-ανεμίζοντας στον ήλιο και τον άνεμο
ανεμίζοντας στον άνεμο και τον ήλιο
Η νίκη γελά στο βάθος!
Στο βάθος – στο βάθος – στο βάθος!
Στο μεγαλείο του ήλιου και τ’ ανέμου!



IX


Φασισμός και σοσιαλισμός είναι τσιρότα στο χρόνο: αυτοί που αναβάλουν την πράξη!
Είναι θυμωμένα αποκρυσταλλωμένα απολιθώματα που ο αποφασιστικός δυναμισμός (με τον οποίο σχεδιάζουμε την ιστορία όπως προχωρά) θα εξαφανίσει στον ίδιο τάφο των καιρών. Γιατί στο πεδίο των πνευματικών και ηθικών αξιών, οι δυο εχθροί είναι ολόιδιοι.
Είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Κι οι δυο δεν διαθέτουν το φως της αιωνιότητας!
Μόνο οι μεγάλοι πνευματώδεις αλήτες (φορείς της μαύρης σημαίας) μπορούν να ‘ναι η φωτεινή ζωογόνος δύναμη που ωθώντας την αιώνια επανάσταση σπρώχνει τον κόσμο προς τα μπρος.


X


Η αποφασιστική ψυχή μας είναι πολύμορφη…
Διαπερνά τον παλλόμενο καυτό ήλιο και τα τρεμάμενα απ’ τη συγκίνηση άστρα!
Είμαστε ποιητές της επανάστασης και φιλόσοφοι της καταστροφής.
Είμαστ’ αναρχικοί.
Εικονοκλάστες!
Ατομικιστές,
άθεοι,
μηδενιστές!
Είμαστε φορείς των μαύρων σημαιών.
Περπατάμε μες στη νύχτα
μ’ έναν ήλιο στο τσερβέλο·
και με πυρωμένα μάτια
δύο πελώρια χρυσά αστέρια.
Περπατάμε!…
Και στο θέατρο της ανθρωπότητας, η θέση μας είναι η πιο ακραία απ’ όλη την άκρα αριστερά.


XI


Πίσω απ’ τα γιγάντια, μαύρα σύννεφα που εξακολουθούν να κρύβουν τον ουρανό, ένα κόκκινο λυκόφως αναβοσβήνει.
Η τραγική γιορτή του κοινωνικού δειλινού πλησιάζει.
Το τελευταίο βράδυ θα είναι μαύρο με το πορφυρό του αίματος.
Μ’ αίμα και φωτιά.
Γιατί το αίμα, αίμα ζητά.
Είναι παλιά ιστορία…
Κι έπειτα τα παιδιά μας (τα παιδιά της Αυγής) πρέπει να γεννηθούν από αίμα και να σφυρηλατηθούν από φωτιά.
Γιατί οι νέες ατομικιστικές ιδέες πρέπει να γεννηθούν πιο παρθένες και όμορφες από τις μεγάλες κοινωνικές τραγωδίες: από τις θύελλες των νέων τυφώνων.
Κι είναι μόνο απ’ τη μεγάλη καταστροφή της φωτιάς και του αίματος που ο αληθινός Αντίχριστος από το βάθος της ανθρωπότητας και της σκέψης θα γεννηθεί. Το αληθινό τέκνο της γης και του ηλίου ικανό να σκαρφαλώσει πάνω απ’ τις κορφές και να ερευνεί την άβυσσο.
Γιατί ο Αντίχριστος είναι Αετός και Φίδι.
Κατοικεί στις κορφές και στα βάθη.
Αυτός (το πνεύμα του νέου ανθρώπου) θα περάσει μέσα απ’ τα καπνισμένα ερείπια του παλιού, κατεστραμμένου κόσμου για να υψωθεί πάνω απ’ το μεγαλοπρεπές μυστήριο της παρθένας αυγής που πλησιάζει.
Εκείνος (όμορφος και θαυμαστός) θα σταθεί στο κατώφλι του νέου πρωινού ποτισμένου απ’ την άγρια, σπινθηρίζουσα δύναμη της υπεράνθρωπης ομορφιάς, λέγοντας στους ανθρώπους που διστάζουν: Εμπρός, εμπρός!
Τρέχουμε πέρα από κάθε σύστημα
Τρέχουμε πέρα από κάθε φόρμα
Πετάμε προς την υπέρτατη λευτεριά
Προς την ακραία ΑΝΑΡΧΙΑ!



XII


Εμείς (τα λεύτερα πνεύματα) οι αλήτες της ιδέας, άθεοι της μοναξιάς, δαίμονες της αφανούς ερήμου που δεν έχει μάρτυρες.
Εμείς (τα Τέρατα του νυχτερινού φωτός), έχουμε ήδη προχωρήσει προς τις ακραίες κορυφές.
Περπατάμε μες στη νύχτα
μ’ έναν ήλιο στο τσερβέλο·
και με πυρωμένα μάτια
δύο πελώρια χρυσά αστέρια.
Και (μαζί με μας) όλα πρέπει να οδηγούνται στην ανώτερη συνέπειά τους.
Ακόμα και το μίσος.
Ακόμα και η βία.
Ακόμα και το «έγκλημα»!
Γιατί το μίσος δίνει τη δύναμη που τολμά.
Η βία και το «έγκλημα» είναι η ιδιοφυΐα που καταστρέφει και η ομορφιά που δημιουργεί.
Και θέλουμε να τολμήσουμε.
Καταστρέφοντας (ανανεώνοντας) να δημιουργήσουμε!
Επειδή όλα αυτά που είναι ρηχά και χυδαία πρέπει να υπονομευτούν και να διαλυθούν.
Πρέπει να μείνει μόνο ότι είναι εξαίρετο.
Γιατί ότι είναι εξαίρετο ανήκει στην Ομορφιά.
Και η ζωή θα πρέπει να είναι όμορφη.
Ακόμα και στη θλίψη.
Ακόμα και μες στη θύελλα!…


XIII


Έχουμε σκοτώσει τον «καθήκον» της αλληλεγγύης, έτσι ώστε η ελεύθερη επιθυμία μας για αυθόρμητη αγάπη και εθελοντική πατρότητα να αποκτά μια ηρωική αξία στη ζωή.
Σκοτώσαμε το έλεος γιατί είναι ένα ψευδές χριστιανικό συναίσθημα και επειδή θέλουμε να δημιουργήσουμε τον ευγενή, ακατανόητο δοτικό εγωισμό.
Στραγγαλίσαμε το ψευδές κοινωνικό δικαίωμα (δημιουργό ταπεινών, δειλών και επαιτών) έτσι ώστε ο άνθρωπος να σκάψει ως το βαθύτερο, το πιο μυστικό «ΕΓΩ» του για να βρει τις δυνάμεις του Μοναδικού.
Επειδή το γνωρίζουμε από μόνοι μας.
Η ζωή κουράστηκε να έχει καχεκτικούς εραστές.
Γιατί η γη κουράστηκε να καταπατείται μάταια από τεράστιες ορδές νάνων που ψέλνουν ηλίθιες χριστιανικές προσευχές.
Και τέλος γιατί εμείς κουραστήκαμε απ’ αυτούς τους ψόφιους «αδελφούς» μας που ‘ναι ανίκανοι για ειρήνη ή πόλεμο. Κατώτεροι του μίσους και της αγάπης.
Ναι! Βαρεθήκαμε!
Η ανθρωπότητα πρέπει να ανανεωθεί.
Πρέπει το επικό και βάρβαρο τραγούδι της νέας και παρθένας ζωής να ‘αντηχήσει σ’ ολάκερο τον κόσμο.
Είμαστε οι φορείς
των αναμμένων πυρσών.
Είμαστε οι φλογιστές
των αναμμένων πυρών.
Η σημαία μας μαύρη.
Ο δρόμος μας είναι το άπειρο.
Και το ύψιστο ιδανικό μας
είναι η κορφή και η άβυσσος.
Περπατάμε!…
Περπατάμε μες στη νύχτα
μ’ έναν ήλιο στο τσερβέλο·
και με πυρωμένα μάτια
δύο πελώρια χρυσά αστέρια.
Περπατάμε…
Κι αν τα όνειρά μας είναι μια χίμαιρα;
Κι αν οι αγώνες μας είναι άχρηστοι και μάταιοι;
Κι αν η ανανέωση της ανθρωπότητας είναι αδύνατον να επιτευχθεί;
Α, όχι. Θα περπατήσουμε παρ’ όλα αυτά.
Για την αξιοπρέπειά μας.
Για την αγάπη των ιδανικών μας.
Για την λευτεριά του πνεύματός μας.
Για το πάθος του μυαλού μας.
Για την αναγκαιότητα της ζωής μας.
Καλύτερα να πεθάνουμε σαν ήρωες στην προσπάθεια γι΄ απελευθέρωση και αυτό-ανύψωση του εαυτού μας, παρά να φυτοζωούμε ως ανίκανοι και δειλοί στην απεχθή αυτή πραγματικότητα.

Ω μαύρες παντιέρες,
ω μαύρα τρόπαια,
εμβλήματα και σύμβολα
της αιώνιας εξέγερσης.
Εσείς είστε η ματωμένη απόδειξη όλης της ανθρώπινης τόλμης:
Είστε οι υπονομευτές όλων των προκαταλήψεων:
Εσείς που είστε οι μόνοι πραγματικοί εχθροί όλης της ανθρώπινης ντροπής˙ όλων των απαίσιων ψεμάτων!
Εσείς που τραγουδάτε την αιώνια εξέγερση, ποτισμένοι απ’ τη θλίψη και το αίμα!
Την σφίγγω μες στη γερή γροθιά μου
και μες στις θύελλες και τους ανέμους
την υψώνω στο μεγαλείο του ήλιου.
Στο μεγαλείο του ήλιου και των ανέμων…
Των ανέμων και του ήλιου και του φωτός.




Από το Il Proletario, τ. 2, Ποντρεμόλι, Ιούλης 1922

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Renzo Novatore ~ O Ιππότης του Μηδενός

"Να απομακρύνω δελεάζοντας πολλούς από το κοπάδι, γι' αυτό το πράγμα έχω έρθει. Ας θυμώσουν μαζί μου λαός και κοπάδι, αυτό που θέλει ο Ζαρατούστρα είναι να τον αποκαλέσουν άρπαγα οι βοσκοί".
Φ. Νίτσε
 
Ο Renzo Novatore (Αμπέλε Ριτσιέρι Φερράρι) σκοτώθηκε σε σύγκρουση με καραμπινιέρους στην Τέλια στις 29 Νοεμβρίου του 1922.
Γεννήθηκε στις 12 Μαΐου του 1890 στην ‘Αρκολα, στην περιοχή Λα Σπέτσια.
Υπήρξε ποιητής, φιλόσοφος, καλλιτέχνης και "στρατευμένος" αναρχικός.
Από το 1908 προσχώρησε στο αναρχικό κίνημα.
Ατομικιστής και αντικληρικός, τη νύχτα της 15ης προς 16η Μαΐου καίει την εκκλησία της παναγίας των αγγέλων, στην Άρκολα. Για την ενέργεια αυτή θα δικαστεί στις 5 Ιουνίου του ίδιου έτους, αλλά στη δίκη που διεξήχθη στη Σαρτσάνα, θα αθωωθεί λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων.
Την άνοιξη του 1911 καταζητείται για κλοπές και ληστείες. Στις 30 Σεπτεμβρίου τον συλλαμβάνουν και 10 μέρες αργότερα τον παραδίδουν στις δικαστικές αρχές με μία επιπλέον κατηγορία για βανδαλισμούς.
Στις 20 Ιουνίου του 1912 καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία όμως στις 26 Ιουλίου απολύεται.
Συνεργάζεται με διάφορα αναρχικά περιοδικά και εφημερίδες από το 1917.
Άρθρα του βρίσκουμε στο Cronaca Libertaria, στο Libertario, στο Iconoclasta πριν το 1920, ενώ γράφει και για το Scamicciati.
Μαζί με το λογοτεχνικό κριτικό Τιντίνο Ράσι και το φουτουριστή ζωγράφο Τζιοβάνι Γκοβερνάτο, δημιουργούν το Vertice όπου υπογράφει με διάφορα ψευδώνυμα όπως "Brunetta L’ Incendiaria", "Sibilla Vane", "Mario Ferrento". Στο πρώτο τεύχος του Iconoclasta ο σύντροφος και φίλος του, Γκοβερνάτο προαναγγέλλει ότι το Vertice θα φιλοξενήσει "μονάχα έργα ευφυών ελεύθερων πνευμάτων , συγγραφείς και καλλιτέχνες απροκάλυπτους".
Στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου μιας και χρειάζεται κρέας για τα κανόνια, τον ξανακαλούν αλλά στις 26 Απριλίου εξαφανίζεται από το στρατόπεδο χωρίς να ξαναδώσει σημεία ζωής και πλέον καταζητείται για λιποταξία, ενώ καταδικάζεται σε θάνατο από το στρατιωτικό δικαστήριο.
Δίνεται όμως αμνηστία και έτσι συμμετέχει στις εξεγέρσεις του Μαΐου και του Ιουνίου του 1919 στη Λα Σπέτσια.
Συλλαμβάνεται στις 30 Ιουνίου και τον περιμένει μια νέα δίκη, όμως για καλή του τύχη στις 12 Σεπτεμβρίου δίνεται εκ νέου γενική αμνηστία.
Ένα χρόνο αργότερα στις ταραχές που θα ακολουθήσουν τις καταλήψεις στα εργοστάσια, θα ηγηθεί των επιθέσεων κατά μιας πυριτιδαποθήκης στη Ρέτζια Μαρίνα και κατά των οχυρών και των πολυβολείων που περιέβαλαν την πόλη.
Το καλοκαίρι του 1922 ένοπλοι φασίστες εισβάλλουν στο σπίτι του Νοβατόρε στην Άρκολα.
Ο Ρέντσο καταφέρνει να διαφύγει κάνοντας χρήση χειροβομβίδων.
Εκείνο τον καιρό είναι που θα ενωθεί με την ομάδα του ληστή Σάντε Ντέτσιμο Πολάστρο. Στις 14 Ιουλίου θα ληστέψουν το υποκατάστημα της αγροτικής τράπεζας στην Τορτόνα και θα σκοτώσουν τον ταμεία όταν αυτός επιχείρησε να αντισταθεί.
Ήταν η αρχή και το τέλος της τελευταίας φυγοδικίας του Ρέντσο, τα μέσα της εποχής τους βάφτισαν υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνο και ο κλοιός ολοένα έσφιγγε γύρω τους.
Τον Οκτώβρη στην τοποθεσία Μπετλέμε, στα περίχωρα της Νόβι, ένα απόσπασμα υπό τις οδηγίες του ανθυπασπιστή Λουπάνο, θα ανακαλύψει το κρησφύγετο του Πολάστρο και του λιποτάκτη Κομόλο και ο τελευταίος στον πανικό του θα αρχίσει να τρέχει στο λιβάδι και θα τον σκοτώσουν, αντίθετα ο Πολάστρο θα κατορθώσει να διαφύγει πυροβολώντας με τα δύο του πιστόλια.
Στις 29 Νοέμβρη στην Τέλια, λίγο έξω από τη Γένοβα, το ίδιο απόσπασμα θα εντοπίσει σε μια ταβέρνα το Ρέντσο και τον Πολάστρο.
Στη σύγκρουση που ακολουθεί, θα χάσουν τη ζωή τους ο ανθυπασπιστής Λουπάνο και ο Ρέντσο, ενώ ο Πολάστρο για άλλη μια φορά θα διαφύγει και θα συλληφθεί πέντε χρόνια αργότερα στο Παρίσι.

 Ο Ρέντσο έπεσε με τα όπλα στα χέρια

[Απόσπασμα από τη νεκρολογία που δημοσιεύτηκε στο Avenire Anarchico στις 8 Δεκεμβρίου 1922 και επαναδημοσιεύτηκε με διάφορες προσθήκες στο Il Proletario τέσσερις μέρες αργότερα].

[...] Ο δικός μας Ρέντσο Νοβατόρε, ο καλλιτέχνης, ο ποιητής και φιλόσοφος, ένας άνθρωπος της δράσης έπεσε από τις σφαίρες των εχθρών που του κατατρύπησαν τη μεγάλη του καρδιά.
Έπεσε με τα όπλα στα χέρια, σαν εξεγερμένος απαντώντας με το θάνατο στο θάνατο.

Στην Espresso σε ήμι-ανώνυμη [...] επιστολή έγραψαν τα εξής...

"O Ρέντσο Νοβατόρε δολοφονήθηκε.
Έπεσε μαχόμενος, γιατί εκείνος φιλοσοφούσε και μαχόταν συγχρόνως.
Ήταν εδώ και καιρό καταδιωκόμενος.
Βρισκόταν σε μια κατάσταση διαρκούς εξέγερσης.
Στο θάνατο απάντησε με θάνατο.
Πέθανε όπως ακριβώς έζησε, σαν αναρχικός που το στοχασμό του, βαθύς και αριστοκρατικός στοχασμός, τον συμπλήρωνε με την επαναστατική δράση…
[...] Ας μην μιλάμε άλλο γι' αυτόν, τουλάχιστον για την ώρα, μέχρι να φτάσουν νέες ειδήσεις και πιο ακριβείς πληροφορίες..."

Ύστερα... από το λησμονημένο Ντε Λουίτζι, ο Ρέντσο Νοβατόρε.
Οι λίγοι "εικονοκλάστες" ο ένας μετά τον άλλον καίγονται στην πυρά του "Ιδεώδους".

...Αλλά  ο Ρέντσο Νοβατόρε δεν είναι μόνο ένας "απαλλοτριωτής", ένας επίβουλος, ή ένας εξεγερμένος αντιφασίστας, αλλά αυτός ο ατομικιστής αναρχικός είναι κι ένας ποιητής, ένας καλλιτέχνης, ένας φιλόσοφος με έξοχο λόγο που μεταφέρει μια βαθιά σκέψη και εξαίρετες εικόνες...
Εμίλ Αρμάντ

Από το βιβλίο "Renzo Novatore, Ο Ιππότης του Μηδενός. Επιλεγμένα κείμενα 1917-1922, Εκδόσεις ΔΙΑΔΟΣΗ...

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Τα δώρα της Σελήνης ~ Charles Baudelaire

H Σελήνη, που είναι η ίδια η ιδιοτροπία, κοίταξε ανάμεσ' απ' το παράθυρο, ενώ κοιμόσουνα στο λίκνο σου, και είπε μέσα της "Αυτό το παιδί μ' αρέσει".

Και κατέβηκε μαλθακά τη σκάλα της από σύννεφα, και πέρασε αθόρυβα μεσ' απ' τα τζάμια.

Έπειτα ξαπλώθηκε πάνω σου με την ευλύγιστη τρυφερότητα μιας μητέρας, κι εναπόθεσε τα χρώματα της στο πρόσωπο σου. Έτσι οι κόρες των ματιών σου απόμειναν πράσινες και τα μαγουλά σου εξαιρετικά χλομά.

Από την ενατένιση αυτής της επισκέπτριας τα μάτια σου μεγάλωσαν τόσο παράξενα και σ' έσφιξε τόσο τρυφερά στο λαιμό που διατήρησες έτσι για πάντα την επιθυμία να κλαις.
Ωστόσο, μες στο ξεxείλισμα της χαράς της, η Σελήνη πλημμύριζε ολόκληρο το δωμάτιο, σα μια ατμόσφαιρα φωσφορική, σαν ένα φεγγοβόλο δηλητήριο και όλο το ζωντανό τούτο φως στοχάζονταν κι έλεγε...

"Θα υφίστασαι αιώνια την επήρεια του φιλιού μου. Θα 'σαι όμορφη με τον τρόπο μου. Θ' αγαπάς ό,τι αγαπώ κι ό,τι μ' αγαπά το νερό, τα σύννεφα, τη σιωπή και τη νύχτα, την απέραντη και πράσινη θάλασσα, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δε θα βρίσκεσαι, τον εραστή που δε θα γνωρίσεις, τα τερατώδη άνθη τ' αρώματα που φέρνουν παραλήρημα, τις γάτες που λιγοθυμούν πάνω στα πιάνα και που θρηνούν σαν τις γυναίκες με μια φωνή βραχνή και γλυκιά."
 
"Και θα σ' αγαπούν οι εραστές μου και θα ερωτοτροπούν μαζί σου οι φίλοι μου. Θα 'σαι η βασίλισσα των ανθρώπων με τα πράσινα μάτια, που έχω σφίξει κι εγώ τον λαιμό της στα νυχτερινά μου χάδια. Εκείνων που αγαπούν τη θάλασσα, την απέραντη θάλασσα, την πολυτάραχη και πράσινη, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δεν βρίσκονται, τη γυναίκα που δεν γνωρίζουν, τ' απαίσια άνθη που μοιάζουν με τα θυμιατήρια μιας άγνωστης θρησκείας, τ' αρώματα που συγχύζουν τη θέληση και τ' άγρια και φιλήδονα ζώα που είναι τα εμβλήματα της παραφροσύνης τους."

Και γι' αυτό, καταραμένο αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ' όλη την ύπαρξή σου την ανταύγεια της τρομερής Θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτριας τροφού όλων των σεληνιακών…

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Μια μέρα σαν τις άλλες ~ Τάσος Λειβαδίτης

Το να ξυπνάς ντυμένος στο κρεβάτι, σ’ ένα δωμάτιο που το βλέπεις για πρώτη φορά, είναι βέβαια, ένας κακός οιωνός για τη μέρα που αρχίζει. Μα να μη θυμάσαι καθόλου το πώς βρέθηκες μέσα σε τούτο το άγνωστο σπίτι καταντάει λίγο σαν εφιάλτης.
"Μήπως με βρήκαν μεθυσμένο χτες το βράδυ και με περιμάζεψαν;" σκέφτηκα.
Μου συνέβαινε καμιά φορά. Το στόμα μου όμως ήταν περίφημα, χωρίς εκείνη την ξινή, τραχιά γεύση του χωνεμένου κρασιού. Και το κεφάλι μου ανάλαφρο.

Κοίταξα γύρω το δωμάτιο μήπως μπορέσω να θυμηθώ. Ήταν ευρύχωρο, σχεδόν βαρετά ευρύχωρο, με ψηλό ταβάνι, τέτοια δωμάτια πρέπει να ’χουν κάτι παλιά γερασμένα αρχοντικά που βλέπεις καμιά φορά σε μακρινά σημεία της πόλης. Μοναδική επίπλωση το κρεβάτι που’ μουνα πλαγιασμένος, κι αυτό παλαιϊκό, φαρδύ, με μαύρα σιδερένια κάγκελα, και σε μια εσοχή του τοίχου ένας θαμπός νιπτήρας, σαν κείνους στα φτηνά ξενοδοχεία των συνοικιών. Το πιο περίεργο απ’ όλα ήταν ένα παράθυρο κοντά στην οροφή. Μα ένα παράθυρο που δεν ήταν δικό μου, θέλω να πω, δεν ήταν της κάμαρας που βρισκόμουνα. Το παράθυρο ανήκε στο διπλανό σπίτι κι οι γρίλιες του ανοίγαν προς τα μένα.
"Τόσο έφτασε, λοιπόν, στο αδιαχώρητο η ανοικοδόμηση της πόλης, συλλογίστηκα, που τα παράθυρα του ενός σπιτιού κοιτάζουν μέσα στο άλλο;"
Πίσω στα τζάμια ένας άνθρωπος απροσδιόριστος, έκανε πως τηλεφωνεί, ενώ με την άκρη του ματιού κάρφωνε κάθε κίνησή μου. Ήμουνα έτοιμος να κάνω μια σειρά σκέψεις γύρω από την πολεοδομική και την αλματώδη αύξηση του πληθυσμού, όταν στο βάθος άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας γερασμένος κυρτός άντρας με αραιά, άσπρα μαλλιά κρατώντας ένα δίσκο στο χέρι. Το πρόσωπό του σα να μου φάνηκε γνωστό, χωρίς όμως να μπορώ και με ακρίβεια να το βεβαιώσω.

- Βράδιασε κιόλας, είπε, με κάπως κουρασμένη φωνή, κι ακούμπησε πλάι μου, στο κρεβάτι, το δίσκο με το φλιτζάνι.
Πριν προφτάσω να τον ρωτήσω πού βρίσκομαι είχε κιόλας βγει, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. "Μάλλον ξενοδοχείο θα ’ναι, καλά το κατάλαβα" και κοίταξα ξανά το θαμπό νιπτήρα.
"Πρέπει όμως να ’ναι η τελευταία φορά που κάνω αυτή την ανέμελη, τι ανέμελη, την αηδιαστική ζωή, να γυρίζω στα καπηλειά και τα ξενοδοχεία. Στο τέλος, δεν είμαι πια παιδί".
Οι υγιεινές τούτες αποφάσεις μου δώσαν κουράγιο κι ένοιωθα αρκετά ευδιάθετος όταν γύρισα να πάρω το φλιτζάνι. Μα το φλιτζάνι ήταν άδειο. Ωραίο κι αυτό!
"Μήπως χύθηκε;" Έσκυψα να δω κάτω στο πάτωμα· ούτε στάλα. Είχα ανοίξει κιόλας το στόμα μου να βάλω τις φωνές και να κατσαδιάσω αυτό το γερο βλάκα τον ξενοδόχο, όταν μια σκέψη με καθησύχασε.
"Καλύτερα, ποιος ξέρει πόσες ώρες θα ’χανε ψήσει τον καφέ, κι αν τον είχαν αφήσει έρημο στην κουζίνα και τον είχε μαγαρίσει καμιά γάτα; Δεν αποκλείεται πριν μου τον σερβίρει να 'χε βγάλει ωραία-ωραία από μέσα μια κατσαρίδα ή και έναν ολόκληρο ποντικό. Αμ’ τους ξέρω εγώ αυτούς τους τύπους. Με μια λέξη, είσαι πιο τυχερός, όταν οι άλλοι δε σου προσφέρουν τίποτα, πίσω απ’ την προσφορά τους, να 'σαι βέβαιος, παραμονεύει πάντα κάποιος κίνδυνος". 

Είναι αλήθεια πως απόρησα γι’ αυτήν την τόσο απάνθρωπη σκέψη μου, εγώ που ’χα εντρυφήσει σε τόσο φιλολαϊκά συγγράμματα, κι είχα συγγράψει μάλιστα κι ο ίδιος μια πραγματεία για τα ξωτικά και τα φαντάσματα στη λαϊκή παράδοση. Στο μεταξύ ο άνθρωπος ψηλά στ’ ανοιχτό παράθυρο έκανε πως τηλεφωνεί.
"Στο διάβολο, δεν μπορεί πια κανείς ούτε μέσα στην κάμαρά του να μείνει μονάχος. Είναι ανάγκη αυτά τα παράθυρα ν’ ανοίγουν πάνω στα μούτρα σου;"

Σηκώθηκα, με την απόφαση να φύγω το γρηγορότερο από δω μέσα, έστω κι αν είχα πληρώσει για ένα ολάκερο μήνα προκαταβολή. Έπιασα, αρκετά νευριασμένος, το πόμολο της πόρτας, κι άνοιξα με δύναμη. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα, ο γερασμένος άντρας που μου ’φερε το άδειο φλιτζάνι, ήταν ολόιδιος ο γερο επιστάτης του σχολείου που πήγαινα παιδί.
"Μα πώς; Αναρωτήθηκα. Τότε θα ’ταν εξήντα χρονών περίπου. Κι έχουν περάσει άλλα τριάντα χρόνια; Θα ’πρεπε να ’χει πεθάνει".
Τον αγαπούσα αυτόν τον επιστάτη, με τα αιώνια δακρυσμένα μάτια και το μεγάλο κουδούνι που έβαζε τέρμα στην ακατάσχετη φλυαρία των δασκάλων. Μα γιατί μου ’φερε το φλιτζάνι άδειο;
"Ίσως να ’ναι ο γιος του". Παραδέχτηκα πως αυτό ήταν το πιο φυσικό, όταν εκεί, μπροστά στα πόδια μου, στη γωνιά του τοίχου είδα ένα μεγάλο κουδούνι.
"Αυτό καταντάει αστείο", έκανα, κάπως, βέβαια επηρεασμένος από το αναπάντεχο εύρημα. Έσκυψα και το σήκωσα. Θα ’παιρνα όρκο πως ήταν το ίδιο εκείνο κουδούνι του σχολείου, μα άλλαξα αμέσως γνώμη. 
"Μην είσαι χαζός. Όλα τα κουδούνια μοιάζουν". Καθώς το κοίταζα με περιέργεια, είδα πως έλειπε το γλωσσίδι, "άχρηστο πια, σκέφτηκα, γι’ αυτό το άφησαν έξω απ’ την πόρτα μου". Και χωρίς να το καταλάβω άρχισα να το κουνάω. Ξαφνιάστηκα με την κίνησή μου και με το βαρύ, κάπως αλλόκοτο, συναίσθημα που μου ’δωσε, ένα κουδούνι να πηγαίνει πέρα δώθε χωρίς ν’ ακούγεται κανένας ήχος, λες κι είχα αφαιρέσει όλο τον αέρα γύρω μου. Πήρα μια βαθιά εισπνοή σα να πνιγόμουν. Ακούμπησα το κουδούνι στη θέση του και διασχίζοντας το διάδρομο γρήγορα γρήγορα κατέβηκα την ξύλινη σκάλα. Μα αντί να βγω στο δρόμο βρέθηκα στην αίθουσα ενός καφενείου. Το απροσδόκητο τούτο μ’ έκανε να μην παραξενεύομαι πια με τίποτα.

Το καφενείο θα ’χε το ουδέτερο χρώμα όλων των καφενείων της γης, αν στο βάθος δεν υπήρχαν τρία κρεβάτια. Τρεις άρρωστοι, προφανώς, σκεπασμένοι με σταχτιές στρατιωτικές κουβέρτες. Θυμήθηκα την επαρχία, που έζησα ένα διάστημα, και που στο ίδιο μαγαζί που πουλούσε είδη κιγκαλερίας σου προσφέρανε και Πρώτες Βοήθειες, τίποτα λιποθυμίες, πολύ πιοτό ή κανά φονικό για λόγους τιμής. Μα για όνομα του Θεού, εδώ είναι πρωτεύουσα! Ή μήπως συμβαίνει τίποτα πιο τρομερό; Κι ο νους μου πήγε στους τραυματίες, σε μια παλιά επανάσταση, που ελλείψει νοσοκομείων τους βάζαμε στα πιο απίθανα μέρη. Κάποτε ακουμπήσαμε έναν πληγωμένο σύντροφό μας σ’ ένα μαγαζί που πουλούσε είδη γάμου. Κι επειδή κρύωνε, σε λίγο πέθανε, τον σκεπάσαμε με πολλά κάτασπρα νυφικά φορέματα.

Στο ακρινό κρεβάτι, πλάι στην έξοδο, αναγνώρισα μια εξαδέρφη μου, που την είχα κάποτε αγαπήσει, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια. Ήξερα πως πριν ένα χρόνο της είχαν οι γιατροί αφαιρέσει το ’να στήθος, από καρκίνο. Μήπως ήταν και πάλι άρρωστη, ανησύχησα. Δίπλα της, όρθιος με κείνο το παχουλό, πάντα γελαστό πρόσωπο, έστεκε ο πεθαμένος πατέρας της.

- Μας ξέχασες, είπε, σ’ ένα τόνο κάπως αστείο. Ούτε έρχεσαι να μας δεις καμιά φορά.

Ο θείος μου, βέβαια, θα εννοούσε το νεκροταφείο. Πραγματικά δεν είχα πάει ούτε μια φορά να δω το μέρος που τον θάψανε. Προσπάθησα να δικαιολογηθώ:

- Θείε μου, έκανα, ξέρετε, ένα σωρό ασχολίες, πού να σ’ αφήσουν καιρό.

Χαμογέλασε καλόκαρδα, σαν τάχα να με καταλάβαινε, ενώ η άρρωστη με κινήσεις που δεν ήθελε να φαίνονται, διόρθωνε, κάτω απ’ το νυχτικό, το δεξί ψεύτικο στήθος της. Στην άλλη άκρη του καφενείου δυο τρεις συντροφιές παίζαν χαρτιά, ακουγόντουσαν καθαρά, τα πειράγματα και οι χοντρές βρισιές τους.

Κοίταξα το ρολόι μου. Είχα ραντεβού με την κοπέλα μου, συνδεόμαστε αρκετό καιρό, μα σκόπευα να περάσω πρώτα να δω τη μητέρα μου που έμενε σ’ ένα προάστιο. Χαιρέτησα το θείο και την εξαδέλφη μου και βγήκα. Στάθηκα στη στάση του λεωφορείου και περίμενα. Ήταν φθινόπωρο κι όπως βασίλευε ο ήλιος οι στέγες παίρναν κάθε τόσο καινούργιες αποχρώσεις – κόκκινες, μενεξεδένιες, χρυσαφιές.

Ήδη, θα ’μουνα από αρκετή ώρα πια στο λεωφορείο, όταν, όχι χωρίς έκπληξη, πρόσεξα πως ήταν μισό. Μάλιστα μισό, ένα λεωφορείο κομμένο στη μέση. Το τιμόνι ήταν στο πίσω μέρος, πίσω απ’ τους επιβάτες και τ’ οδηγούσε μια γυναίκα με χοντρά μυωπικά γυαλιά, γεροντοκόρη ασφαλώς. "Επιτέλους, σκέφτηκα, οι αρμόδιοι βρήκαν έναν έξυπνο τρόπο να λιγοστέψουν τις δαπάνες. Κι αυτή η γυναίκα στο τιμόνι; Αρχίζουμε να εκπολιτιζόμαστε. Η γυναίκα παίρνει στην κοινωνία τη θέση που της αξίζει".
Το μυαλό μου θρεμμένο απ’ τα κοινωνιολογικά διαβάσματα είχε αμέσως έτοιμη μιαν απάντηση για το κάθε τι. Και πολύ με κολάκευε αυτή η ικανότητά μου.

Οι άλλοι επιβάτες δεν φαίνονταν να δίνουν και πολλή σημασία σ’ αυτές τις καινοτομίες: ένας όμορφος νεαρός, δυο κοπέλες και μερικοί άλλοι, άχρωμοι. Ο νεαρός, σε μια ηλικία που ’χα κι εγώ κάποτε, ήθελε να επιδειχθεί και μην έχοντας καθόλου φαντασία να βρει κάτι πρωτότυπο σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε κάτι ασυναρτησίες, που όμως, αν τις συναρμολογούσες, καταλάβαινες καθαρά πως ήταν μια βαριά προσβολή για μένα. Οι κοπέλες χαχάνιζαν. Εγώ, έκανα τάχα πως είμαι αφηρημένος. Κοίταζα, έξω τα γκρίζα τοπία, είχε αρχίζει να βραδιάζει πια, κι έκανα ένα σωρό σκέψεις για τις επιτεύξεις της τεχνικής, τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας κλπ. κλπ. στο βάθος, βέβαια, προσπαθώντας να μη σκέφτομαι αυτόν τον αυθάδη νεαρό που όλο γινόταν και πιο συγκεκριμένος στα πειράγματά του. Παρ’ όλα αυτά, δεν κατέβηκα εκεί που έπρεπε, μα δυο στάσεις παρακάτω.
"Είναι κι αυτό μια νίκη" ήμουν έτοιμος να σκεφτώ. Μα απλώς είχα σαστίσει και δεν πρόσεξα την στάση που ήθελα.

Βρέθηκα σ’ ένα συνοικισμό, θα ’πρεπε να 'ταν κάπου κοντά στα Σφαγεία της πόλης, γιατί ακουγόντουσαν κάθε τόσο θρηνητικά μουγκρητά και μια γλυφή μυρουδιά αίματος πλανιόταν τριγύρω. Από μακριά όλα ήταν ήσυχα και γραφικά σαν τα μικρά ορεινά χωριά που βλέπεις περνώντας με το τραίνο. Μα μόλις μπήκα λίγο στο εσωτερικό ο θόρυβος κι οι φωνές με απογοήτευσαν. Είχε πολλά μαγαζιά, όλα κρεοπωλεία, κι οι μαγαζάτορες, όπως βράδιαζε, στέκαν στις πόρτες κοιτώντας αόριστα το κενό. Τα πρόσωπα ήταν χοντρά και αιματώδη.

Πιο κει δυο γυναίκες λογόφερναν κι οι παραγιοί απ’ τα διπλανά καπηλειά χάζευαν με τα σαγόνια κρεμασμένα. Προσπάθησα να θυμηθώ αν είχα ξαναπεράσει από δω, μήπως και προσανατολιστώ. Μάταια όμως. Βέβαια, όλα, κάτι μου θύμιζαν, μα στον κόσμο μοιάζουν όλα τόσο πολύ. Να, πριν από λίγα χρόνια μ’ είχε πιάσει μια αλλόκοτη μανία σε κάθε περαστικό που αχνογράφονταν μέσα στο σούρουπο ή στα θολά φώτα της νύχτας, να βλέπω ένα φίλο μου, παλιό, που ’χε αυτοκτονήσει. Εγώ, προσωπικά, δεν είχα παίξει κανένα ρόλο στην αυτοκτονία του, απλώς τον κορόιδευα κάθε φορά που μου εξομολογιόταν πόσο δυστυχισμένος είναι. Τον κορόιδευα και του γελούσα περιφρονητικά, κατάμουτρα. Αυτό γινόταν κάμποσο καιρό, θέλω να πω, ότι έβλεπα συχνά ανθρώπους που του ’μοιαζαν. Ώσπου, μια μέρα, δεν ξαναφάνηκε πια. Ήταν από κείνο το βράδυ που πλησίασα κάποιον, και του ’πιασα το χέρι.

- Κοσμά, έκανα, γιατί δε με χαιρετάς;

- Μα σε χαιρέτησα, μου ’πε, δε θα πρόσεξες. Και ξεφεύγοντας το χέρι μου χάθηκε στην πρώτη γωνιά.

Από τότε δε με ξαναενόχλησε. Ίσως να ’φυγε απ’ την πόλη, είπα. Πάντα, θυμάμαι, είχε κατά νου ένα μεγάλο ταξίδι.

Προχώρησα στους στενούς δρόμους του συνοικισμού ψάχνοντας να βρω κάποιον ν’ απευθυνθώ. Στάθηκα έξω από ’να κρεοπωλείο. Ο άντρας, που, σχεδόν με μίσος, λιάνιζε πάνω στο στρογγυλό ξύλινο τραπέζι ένα σφαγμένο αρνί, ήταν ψηλόσωμος μ’ ένα πρόσωπο τεράστιο κι ανέκφραστο, σαν την χοντρή κοιλιά μιας νεαρής χωριάτισσας που ’χαμε, παλιά, υπηρέτρια και την είχα δει γυμνή απ’ τη μέση και κάτω, καθώς την εξέταζε ο γιατρός. Ήταν έγκυος απ’ το μεγαλύτερο αδερφό μου και πέθανε στη γέννα. Ο πατέρας μου, θαυμάσιος άνθρωπος, έδωσε ένα μικροποσό στον πατέρα της, που προίκισε μ’ αυτό τη δεύτερη κόρη του.

- Με συγχωρείτε, ζητάω το προάστιο τάδε, είπα, όσο μπορούσα πιο ταπεινά. Μήπως μπορείτε να με πληροφορήσετε;

Εκείνος χωρίς καν να σηκώσει τα μάτια του συνέχισε το κομμάτιασμα του αρνιού. Το αίμα έτρεχε από το τραπέζι κάτω στα βρώμικα πλακάκια κι έκανε έν’ αυλάκι που έφτανε μέχρι τα πόδια μου. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα, γιατί άραγε ζητάω αυτό το προάστιο; Η μητέρα μου έμεινε εκεί πριν δέκα χρόνια, και την είχαμε θάψει στο εξοχικό κοιμητήρι του. Μα ήδη πάνω δυο χρόνια που το νεκροταφείο μεταφέρθηκε, σηκώσανε όλα τα κόκαλα, και πάνω στο ίδιο χώμα είχαν χτιστεί τώρα βίλες και τα βράδια άκουγες εύθυμη μουσική απ’ τα ανοιχτά φωτισμένα παράθυρα. Αποφάσισα, λοιπόν, ν’ αλλάξω δρομολόγιο, θα πήγαινα σε μια θεία μου, αδερφή της μητέρας μου, σε μια συνοικία που πλάι της περνούσε ο σιδηρόδρομος. Θυμάμαι, παιδί, όταν η μητέρα μου αρρώστησε από μελαγχολία, ετούτη η θεία μου μ’ είχε δυο χρόνια κοντά της, κι άκληρη όπως ήταν, μου ’δειξε μια λατρεία που δε θα ξεχάσω ποτέ. Το σπίτι, βέβαια, μύριζε υγρασία και, για δυστυχία μου, μαγείρευαν την ψαρόσουπα με ρύζι και αυγολέμονο, μα και το βράδυ στο κρεβάτι, ένοιωθα το πάτωμα να τραντάζεται καθώς περνούσε ο σιδηρόδρομος, κι ήταν μια καταπληκτική μαγεία για μένα. Πρώτη φορά στη ζωή μου η νύχτα δε με φόβιζε, την περίμενα, μάλλον, για να νιώσω αυτό το λίκνισμα στο κρεβάτι, που καμιά φορά, πολύ σπάνια, μου το ξαναδίνει μια μεγάλη ερωτική στιγμή.

Πήρα, λοιπόν, το θάρρος να ξαναρωτήσω τον άντρα, που τώρα κρεμούσε στα τσιγκέλια διάφορα κομμάτια ματωμένο κρέας.

- Κύριε, με συγχωρείτε, δεν είμαι επίμονος, αλλά νυχτώνει και βιάζομαι. Μήπως μπορείτε να μου πείτε κατά πού πέφτει η συνοικία τάδε;

Τα ρουθούνια του παίξανε με κακία. Το ’βλεπα πως ήθελε να με παιδέψει. Μα εγώ έγινα ακόμα πιο γλυκομίλητος.

- Μη νομίζετε πως είμαι κάνας αχάριστος. Μια μικρή πληροφορία θέλω, και θα μπορούσα να σας την ξεπληρώσω. Ξέρω, στις μέρες μας δεν μπορεί να ’ναι κανείς απλόχερος. Μια μικρή πληροφορία, να, τόση δα, ελάχιστη, κι εγώ θα κάνω ό,τι θελήσετε. Μη με βλέπετε έτσι καλοντυμένο. Θα μπορούσα, λόγου χάρη, να σας σκουπίσω όλα αυτά τα αίματα…

Περίμενα να δω την αντίδρασή του. Μα εκείνος μου ’χε στρέψει κιόλας τα νώτα. Πήγε στο βάθος, άνοιξε το μεγάλο ψυγείο, κι έβγαλε ένα δεύτερο αρνί. Τα αίματα είχαν βρέξει πια τα παπούτσια μου. "Θα ’ναι κουφός" είπα μέσα μου και με πήρε μια μεγάλη συμπόνια. Προχώρησα, λοιπόν, κι εγώ στην τύχη. Σε λίγο ήμουν έξω απ’ το συνοικισμό, σε μια ερημιά, σαν πλαγιά λόφου, γεμάτη αραιούς θάμνους.

- Θέλετε να πάμε μαζί; Άκουσα μια φωνή δίπλα μου. Αυτός ο δρόμος είναι λίγο δύσκολος, μα είναι ο συντομότερος.

Τρόμαξα κάπως, έτσι όπως ήταν γύρω ησυχία, μα σκεφθείτε την έκπληξή μου, όταν, γυρίζοντας, είδα δίπλα μου τον επιστάτη του σχολείου.

- Γιατί μου ’φερες το φλιτζάνι άδειο; ρώτησα, αρκετά θυμωμένος.

Κούνησε το κεφάλι του με αποδοκιμασία. Οι λέξεις βγήκαν μουντές, σαν τυλιγμένες σε μπαμπάκι, απ’ το φαφούτικο στόμα του:

- Έμαθες τόσα γράμματα, και δεν μπόρεσες ακόμα να καταλάβεις!

Έκανα να επιμείνω στην ερώτηση, μα τότε πρόσεξα πως ήταν πολύ γέρος, όχι όπως το πρωί. Δεν είχε τίποτα το αντιπαθητικό ή το πρόστυχο, μα όχι δε θα πήγαινα μαζί του για όλον τον κόσμο. Μπορούσε να γυρίσει στο σχολείο ή το ξενοδοχείο, δε μ’ ένοιαζε καθόλου, φτάνει να με άφηνε ήσυχο. Δε μπορούσα να τριγυρίζω στους δρόμους μ’ έναν άνθρωπο που πετάγεται σαν ακρίδα από δουλειά σε δουλειά και πού, το χειρότερο, γερνάει μέσα σε μια μέρα. Κάτι τέτοιες ταχυδακτυλουργίες είναι ύποπτες.

Έστριψα αριστερά και βρέθηκα σε μια ασφαλτοστρωμένη δημοσιά. Είχε νυχτώσει πια για καλά. Πού και πού κάνας περαστικός που περπατούσε με βιασύνη. Οι θολές ανταύγειες από κάτι μικρά λαμπιόνια στις γωνιές έκαναν να γυαλίζουν οι γραμμές του τραμ.
"Ακόμα να τις ξηλώσουν", και πήγα να χαμογελάσω, όταν άκουσα από μακριά το γνωστό καμπανάκι του τραμ. "Πού στο διάβολο βρίσκομαι, μήπως έχασα πάλι το δρόμο;" Φορούσα κι αυτήν την κουβέρτα στο κεφάλι που, ενώ με προστάτευε απ’ το ψιλόβροχο, μ’ έκανε να ιδρώνω και ν’ ανασαίνω δύσκολα. Ευτυχώς, σ’ ένα μεγάλο πλάτωμα, πλάι στο δρόμο, φάνηκε μια γυναίκα που έτρεχε. Ώσπου να αρθρώσω όμως την ερώτησή μου, αν πηγαίνω καλά, είχε κιόλας απομακρυνθεί, όταν παρουσιάστηκε ένας άντρας που έτρεχε κι εκείνος, προφανώς την κυνηγούσε. Τους έβλεπα να τρέχουν ο ένας πίσω απ’ τον άλλον σ’ ένα αδιάκοπο κύκλο, όταν πρόσεξα, πως τους χώριζε ένα ψηλό, σιδερένιο κιγκλίδωμα, οπωσδήποτε αδιαπέραστο, και χωρίς πουθενά πόρτα. Εκείνη έτρεχε μέσα απ’ το κιγκλίδωμα, εκείνος απ’ έξω. Κι όμως η γυναίκα φοβόταν, ενώ ήταν τόσο ασφαλισμένη, κι ο άντρας την κυνηγούσε, ενώ ήταν τόσο μάταιο. "Τρελοί για δέσιμο, συλλογίστηκα. Κι έναν αιώνα αν τρέχουν δε θα μπορέσει ποτέ να πιάσει ο ένας τον άλλον".

Η βροχή είχε δυναμώσει. Αποφάσισα, να μη ρωτήσω πια κανένα. Θα προσπαθούσα ολομόναχος να βρω το δρόμο, και, είμαι βέβαιος, όσο κι αν αργοπορούσα, τελικά θα τα κατάφερνα. Σα να πήρα καινούργιες δυνάμεις μ’ αυτή τη σκέψη. Και συνέχισα να προχωράω, όλη τη νύχτα, κάτω απ’ τη βροχή, ψάχνοντας για τη συνοικία που έμενε η θεία μου, μικρότερη αδερφή της μητέρας μου, χρόνια κι κείνη τώρα πεθαμένη…

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Φεύγοντας διαρκώς ~ Χρήστος Τ.

Πάμε έχει περάσει η ώρα...
Είμαστε εχθροί των ρολογιών και αιρετικοί των ημερολογίων.
Το μαύρο είναι το αγαπημένο μας χρώμα.
Το μαύρο του μίσους, το μαύρο της μοναχικής σκέψης, το μαύρο της αναρχίας, το μαύρο του πολέμου.
Μέρα νύχτα διασχίζουμε δρόμους, πόλεις, σύνορα.
Κινούμαστε ανάμεσα στο σκονισμένο όχλο.
Ποτέ δεν αγαπήσαμε το θόρυβο του πλήθους. Το πλήθος δεν έχει δική του φωνή.
Το πλήθος ξερνάει μοναξιά, ταπείνωση, δουλικότητα, φθόνο και κούραση...
Το πλήθος δεν έχει δική του θέληση, το πλήθος επιθυμεί δανεικές εικόνες, δανεικές προσευχές, δανεικά όνειρα.
Ο αφέντης κουνάει τα χέρια και οι μαριονέτες χορεύουν.
Χορεύουν σαν σκιές δίχως ψυχή, μιλάνε δίχως νόημα, αισθάνονται δίχως πάθος, κοιμούνται δίχως όνειρα.
Η ανθρώπινη μάζα κρύβεται στην ανωνυμία του πλήθους, μιλάει τη γλώσσα των εντολών, ερωτεύεται αντικείμενα, κοιμάται τον ύπνο του αργού θανάτου.
Η ζωή του πλήθους είναι μια αυτοκτονία σε αργή κίνηση και η κοινωνία του μια διάφανη φυλακή.
Σήμερα ζούμε στο βασίλειο της μετριότητας.
Και η μετριότητα έχει νόημα... δημοκρατία είναι το όνομά της νέας αυτοκρατορίας.
Η αυτοκρατορία χαϊδεύει το πλήθος με το βελούδινο μαστίγιό της.
Και τα πλήθη αγαπάνε το μαστίγιο, θεωρώντας κάθε χτύπημα ως ένα χάδι στο πρόσωπο.
Κι αρχίζουν τα θορυβώδη "ζήτω".
Τα "ζήτω" για την ανάπηρη ελευθερία της δημοκρατίας, τα "ζήτω" για την ισότητα του ανθρώπινου κοπαδιού, τα "ζήτω" για τα δικαιώματα των νόμιμων σκλάβων.
Η αυτοκρατορία αποφάσισε για τον ελεύθερο σκλάβο "είσαι ελεύθερος να μιλήσεις, αλλά δεν είσαι ελεύθερος να σκεφτείς."
Η αυτοκρατορία διέταξε τον ελεύθερο σκλάβο "είσαι ελεύθερος να διαμαρτυρηθείς, αλλά δεν είσαι ελεύθερος να πράξεις..."
Και απ' τον θρόνο της η δημοκρατία χαμογέλασε και το πλήθος υποκλίθηκε για άλλη μια φορά δοξάζοντας την γενναιοδωρία της ελευθερίας της.
Και εμείς που δεν αγαπήσαμε ποτέ τις απομιμήσεις της ζωής και τη θορυβώδη μάζα, φοράμε τα μαύρα, καθαρίζουμε τα όπλα μας και γεμίζουμε τους γεμιστήρες μας.
Προτιμάμε τη μοναξιά του λύκου απ' την συντροφιά των προβάτων.


Ποτέ δεν αγαπήσαμε την κοινωνία των μετρίων.
Ποτέ δε μας άρεσε ο φασισμός του "γενικού καλού".
Ποτέ δε συμπαθούσαμε το ψέμα των επαναστατικών ιδεολογιών και το δόγμα του ταξικού πολέμου.
Είμαστε αναρχικοί της πράξης και οι πράξεις μας είναι μία αγκαλιά από ξυράφια για κάθε κοινωνικό ψέμα.
Η αναρχία μας, από όλα τα χρώματα, φοράει τα χρώματα του πολέμου και ξεχύνεται σαν μια βλαστήμια πάνω στην κοινωνία της υποκρισίας.
Είναι ο αιώνιος δραπέτης απ' τη μήτρα των ιδεολογιών που αναζητούν μεσσίες.
Η αναρχία μας είναι ο θάνατος τόσο του αστού όσο και του προλετάριου.
Κάθε λύκος είναι μοναδικός.
Κι όταν γελάει έχει τα άστρα μέσα στα μάτια του.
Κι όταν κλαίει απ' τα δάκρυά του φυτρώνουν κι ανθίζουν λουλούδια με ξυράφια για να ματώσουν τους περιττούς και την πλειοψηφία, που θέλησε να τον εξημερώσει.
Γελάμε και κλαίμε, κλαίμε και γελάμε κι όταν φοράμε κουκούλα και τα γάντια μας αγγίζουν τα όπλα μας ξέρουμε πως είναι η δικιά μας σειρά, ο δικός μας χορός, η δικιά μας ζωή.
Εγκαταλείπουμε την έρημη χώρα και τους γελοίους κατοίκους της.
Πάμε να φ΄γουμε είναι κιόλας αύριο και μία καινούρια μάχη ξεκινά...

Χρήστος Τ. (χειμώνας του '12) Φυλακές Κορυδαλλού
από Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς

Από το δεύτερο τεύχος της Μηδενιστικής Πορείας για τη διάχυση της Φωτιάς και του Χάους

Ο Μόνος ~ Ευγένιος Ιονέσκο

Είναι κουτή αλαζονεία, ίσως να θέλεις να σκέφτεσαι αυτό που δεν είναι για να το σκέφτεσαι.
Όμως δεν υπάρχει αλαζονεία, τι πάει να πει αλαζονεία; Το γεγονός είναι πως δεν μπορώ να ξεκινήσω.
Πιστεύω πως είμαι στον τοίχο του κόσμου, να ξεχάσω το πέρα από τον τοίχο. Δεν τ' αποφασίζω να ξεκινήσω από τον τοίχο, ίσως να είναι αρρώστια. Έμεινα ολομόναχος στημένος σ' αυτό τον τοίχο. Ολομόναχος σαν ανόητος.
Αυτοί, προχώρησαν, ως και κοινωνίες οργανώνουν, κουτσά στραβά, είναι αλήθεια και υπάρχουν καταπληχτικά μηχανήματα. Εγώ δεν κάνω τίποτα άλλο έξω από το να κοιτάω ον τοίχο και γυρίζω την πλάτη μου στον κόσμο.
Είχα ήδη αποφασίσει, ναι, να μην σκέφτομαι, μια και δεν μπορεί κανείς να σκέφτεται.
Παράξενο, πιστεύουν πως ο κόσμος, το σύμπαν, η δημιουργία, πιστεύουν πως αυτό είναι εντελώς φυσικό ή φυσιολογικό, δεδομένο. Κι αυτοί είναι σοφοί κι εγώ ο κακός μαθητής, ο αμόρφωτος. Είμαστε φυλακή, σίγουρα, είμαστε φυλακή. Επειδή θέλω να τα μάθω όλα, δεν ξέρω τίποτε. Άραγε θα καταφέρουν να δώσουν την απάντηση; Ύστερα από δεκάδες ή εκατοντάδες γενιές θα συλλάβουν το ασύλληπτο, θα μπορέσουν να διανοηθούν το αδιανόητο. Αν δε σταματάνε να δουλεύουν, να παίρνουν λεωφορεία, να φτιάχνουν βιβλία, να λογαριάζουν, να πηγαίνουν στ' άστρα για να τα κατακτήσουν, αν μικροσκόπια ανακαλύπτουν πως υπάρχει ένα απειροελάχιστο, είναι γιατί σίγουρα νιώθουν, μ' ένα τρόπο ασυνείδητο και φυσικό, πως θα τα καταφέρουν.
Όμως εγώ έχω την εντύπωση πως στηρίζονται πάνω στο μηδέν κι αυτό ακόμη δεν είναι παρά μια λέξη. Δίνουμε ονομασίες που δεν σημαίνουν τίποτε, σε πράγματα που γι' αυτά δεν έχουμε τίποτε να πούμε. Το απειροελάχιστο...
Κυριευμένος από το απείρως μεγάλο γιατί να μην αφήσω να με κυριέψει και το απειροελάχιστον...

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης



Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες
Όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες
Αλλά κι εκείνες τις επιθυμίες που για σένα
Γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά
Κι  ετρέμανε μες στη φωνή και κάποιο
Τυχαίον εμπόδιο τις ματαίωσε
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν
Μοιάζει σχεδόν και στις επιθυμίες
Εκείνες σαν να δόθηκες, πώς γυάλιζαν
Θυμήσου, μες στα μάτια που σε κοίταζαν
Πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα...

Γιώργος Σαραντάρης

 
Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα, δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δε μιλούν
Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κι εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά πού μας ακούει

Το νόημα της ζωής ~ Charles Bukowski


Για αυτούς που πιστεύουν στον Θεό, οι περισσότερες από τις μεγάλες ερωτήσεις έχουν ήδη απαντηθεί.
Για τους υπόλοιπους από εμάς όμως που δεν μπορούμε να δεχτούμε εύκολα τη συνταγή του Θεού, οι μεγάλες απαντήσεις δεν παραμένουν γραμμένες σε πέτρινες πλάκες.
Προσαρμοζόμαστε σε νέες συνθήκες και ανακαλύψεις.
Η αγάπη δεν χρειάζεται να είναι μια εντολή ή μια ρήση.

Είμαι ο δικός μου Θεός.

Βρισκόμαστε εδώ για να ξεμάθουμε τη διδασκαλία της εκκλησίας, της πολιτείας και του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Βρισκόμαστε εδώ για να πίνουμε μπύρα.

Βρισκόμαστε εδώ για να σκοτώνουμε τον πόλεμο.

Βρισκόμαστε εδώ για να γελάμε με τις πιθανότητες και για να ζούμε τη ζωή μας τόσο καλά, όπου ο θάνατος θα τρέμει στην ιδέα να μας πάρει.

Βρισκόμαστε εδώ, για να διαβάζουμε τις λέξεις όλων αυτών των σοφών ανδρών και γυναικών, που μας λένε ότι είμαστε εδώ για διαφορετικούς λόγους αλλά και για τον ίδιο ακριβώς λόγο…

Αllen Ginsberg

Το βάρος του κόσμου
…είναι η αγάπη.

Κάτω απ’ το φορτίο της μοναξιάς
κάτω απ’ το φορτίο της δυσαρέσκειας
το βάρος
το βάρος που κουβαλάμε
…είναι η αγάπη.

Ποιος μπορεί να τ’ αρνηθεί;
στα όνειρα αγγίζει το κορμί,
στη σκέψη δημιουργεί ένα θαύμα
στη φαντασία αγωνιά
μέχρι να γίνει ανθρώπινη
κοιτάζει έξω απ’ την καρδιά
καίγεται με αγνότητα
γιατί το βάρος της ζωής
…είναι η αγάπη.

Η κηδεία του Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι

Αργά τη νύχτα έφτασε η σωρός στη Βαρκελώνη.
Είχε βρέξει όλη την ημέρα και τα αυτοκίνητα που συνόδευαν το φέρετρο ήταν γεμάτα λάσπη. Η μαυροκόκκινη σημαία που σκέπαζε τη νεκροφόρα ήταν βρώμικη.

Στο κτίριο των αναρχικών, που μέχρι την επανάσταση ήταν έδρα του βιομηχανικού και εμπορικού επιμελητηρίου της Βαρκελώνης, οι προετοιμασίες είχαν αρχίσει από το προηγούμενο βράδυ. Η αίθουσα υποδοχής είχε ετοιμαστεί για να υποδεχθεί τον νεκρό. Κατά μαγικό τρόπο όλα ήταν έτοιμα στην ώρα τους. Ο στολισμός ήταν απλός, χωρίς καμία επιτήδευση ή στόμφο. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με μαυροκόκκινο πανί, ένα βάθρο στα ίδια χρώματα, μερικά πολύφωτα, λουλούδια και στεφάνια. Αυτό ήταν όλο. Στις δύο πλαϊνές πόρτες, από τις οποίες θα περνούσε το πλήθος που πενθούσε, ήταν κρεμασμένα, κατά το ισπανικό έθιμο, μεγάλα πανώ που πάνω τους διάβαζες "Ο Ντουρρούτι σας καλωσορίζει" και "Ο Ντουρρούτι σας αποχαιρετά".

Άντρες της πολιτοφυλακής φρουρούσαν το φέρετρο με το όπλο παραπόδα. Εκείνοι που το είχαν φέρει από τη Μαδρίτη, τον κουβάλησαν μέχρι μέσα στην αίθουσα. Κανείς δε σκέφτηκε να τους ανοίξει τις μεγάλες μπροστινές πόρτες, κι έτσι αναγκάστηκαν να στριμωχτούν περνώντας μέσα από μια μικρή πλαϊνή πόρτα. Για να ανοίξουν δρόμο, μέσα από το πλήθος που είχε κατακλύσει το χώρο μπροστά στο κτίριο, κατέβαλαν πολύ κόπο. Από τις στοές της εισόδου που είχαν μείνει αστόλιστες, κοίταζαν διάφοροι περίεργοι.

Υπήρχε μια ατμόσφαιρα προσμονής, όπως σ' ένα θέατρο. Μερικοί κάπνιζαν. Πολλοί είχαν βγάλει τα καπέλα τους, ενώ άλλοι ούτε το είχαν σκεφτεί καν. Γινόταν θόρυβος. Πολιτοφύλακες που γύριζαν από τι μέτωπο, καλωσορίζονταν από φίλους τους. Οι σκοποί προσπαθούσαν να απωθήσουν τους συγκεντρωμένους. Κι αυτό γινόταν όχι χωρίς θόρυβο. Ο άνθρωπος που ήταν υπεύθυνος για την τελετή έδινε τις οδηγίες τους.  Κάποιος σκόνταψε και έπεσε πάνω σ΄ένα στεφάνι. Ένας απ΄αυτούς που είχαν κουβαλήσει το φέρετρο, άναβε προσεκτικά την πίπα του την ώρα που σηκωνόταν το καπάκι. Το πρόσωπο του Ντουρρούτι βρισκόταν κάτω από ένα γυάλινο σκέπασμα πάνω σε άσπρο μεταξωτό, τυλιγμένο σε ένα άσπρο σάλι, που του έδινε την εμφάνιση Άραβα.

Το σκηνικό ήταν κωμικοτραγικό. Έμοιαζε πολύ με χαρακτικό του Γκόγια. Το περιγράφω έτσι όπως το έζησα, γιατί δίνει μια εικόνα τι συγκινεί τους Ισπανούς. Ο θάνατος στην Ισπανία είναι σαν το φίλο, το σύντροφο, σαν κάποιο εργάτη που ξέρει κανείς από το χωράφι ή το εργαστήρι. Σαν έρθει, δεν κάνει κανείς ιδιαίτερες φασαρίες. Αγαπά τους φίλους του μα δεν τους ενοχλεί. Μπορούν να έρχονται και να φεύγουν όποτε τους αρέσει. Ίσως αυτό να είναι η παλιά μοιρολατρία των Μαυριτανών που εμφανίζεται και πάλι, χαμένη εδώ και χρόνια κάτω από τις τελετουργίες της καθολικής εκκλησίας.

Ο Ντουρρούτι ήταν ένας φίλος.  Είχε πολλούς φίλους. Είχε γίνει το είδωλο ενός ολόκληρου λαού. Αγαπήθηκε πολύ και ειλικρινά και όλοι όσοι είχαν έρθει αυτή την ώρα θρηνούσαν το χαμό του και του 'φερναν το σεβασμό τους. Κι όμως, εκτός από τη γυναίκα του, μια Γαλλίδα, είδα μόνο έναν άνθρωπο να κλαίει. Μια γριά καθαρίστρια, που είχε δουλέψει σ΄αυτό το κτίριο όταν ακόμα οι έμποροι και οι βιομήχανοι πηγαινοέρχονταν εκεί μέσα, και που, ίσως, δεν τον είχε συναντήσει ποτέ της. Οι άλλοι ένιωθαν το θάνατό του σαν ένα φριχτό, αναντικατάστατο χαμό, αλλά εκδήλωναν τα αισθήματά τους χωρίς καμία επισημότητα. Το να σωπάσουν, να βγάλουν τα καπέλα τους ή να σβήσουν τα τσιγάρα τους, θα ήταν εξίσου υπερβολικό όπως αν υψώνονταν σταυροί και αγιασμοί ράντιζαν την ατμόσφαιρα.

Χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν στη διάρκεια της νύχτας μπροστά από το φέρετρο του Ντουρρούτι. Περίμεναν σε τεράστιες ουρές κάτω από τη βροχή. Ο φίλος τους και ηγέτης τους ήταν νεκρός. Δεν τολμώ να αποφασίσω ποιο κομμάτι στα συναισθήματά τους έπιανε ο πόνος και ποιο η περιέργεια. Για ένα όμως είμαι σίγουρος, εκείνο που τους ήταν ολότελα ξένο, ήταν ο σεβασμός προς το θάνατο.

Η κηδεία έγινε το άλλο πρωί. Ήταν ξεκάθαρο από την αρχή ότι η σφαίρα που σκότωσε τον Ντουρρούτι χτύπησε τη Βαρκελώνη στην καρδιά. Ένας στους τέσσερις κατοίκους της ακολούθησε το φέρετρο. Οι μάζες που γέμιζαν τα πεζοδρόμια, κοιτούσαν απ΄τα παράθυρα, τις ταράτσες κι ήταν σκαρφαλωμένες ως και τα δέντρα της Ράμπλας, δεν ήταν μέσα σ΄αυτό τον αριθμό. Όλα τα κόμματα και οι συνδικαλιστές οργανώσεις, χωρίς εξαίρεση, είχαν καλέσει τους οπαδούς τους. Δίπλα στις σημαίες των αναρχικών κυμάτιζαν οι σημαίες όλων των αντιφασιστικών ομάδων της Ισπανίας. Ήταν ένα μεγαλειώδες, υπέροχο και παράξενο θέαμα, γιατί κανείς δεν είχε καθοδηγήσει, οργανώσει, βάλει σε τάξη όλον τούτο τον κόσμο. Τίποτα δεν γινόταν όπως έπρεπε. Επικρατούσε ένα απερίγραπτο ανακάτωμα.


Το ξεκίνημα της πομπής είχε οριστεί για τις 10. Μια ώρα πριν ήταν τελείως αδύνατο να φτάσεις στο κτίριο της περιφερειακής επιτροπής των αναρχικών. Κανένας δεν είχε σκεφτεί να κρατήσει ανοιχτό το δρόμο που θα περνούσε η κηδεία. Οι αντιπροσωπείες όλων των εργατικών οργανώσεων της Βαρκελώνης πλησίαζαν, διαλύονταν και έκλειναν το δρόμο ή μια στην άλλη, απ' όλες τις μεριές. Μια ίλη ιππικού και μια ομάδα μοτοσικλετιστών που επρόκειτο να ηγηθούν της πομπής, βρέθηκαν αποκλεισμένες και τριγυρισμένες από πλήθη εργατών. Παντού έβλεπε κανείς αμάξια σκεπασμένα με στεφάνια, που είχαν αποκλειστεί και δεν μπορούσαν να κάνουν ούτε μπρος ούτε πίσω. Με πολύ κόπο ανοίχτηκε ένας δρόμος για να μπορέσουν οι υπουργοί να φτάσουν στο φέρετρο.

Στις δέκα και μισή το φέρετρο του Ντουρρούτι, σκεπασμένο με μια μαυροκόκκινη σημαία, εγκατέλειπε το κτίριο των αναρχικών πάνω στους ώμους πολιτοφυλάκων της φάλαγγάς του. Τα πλήθη σήκωσαν τη γροθιά για τον ύστατο χαιρετισμό. Ο ύμνος των αναρχικών ακούστηκε από παντού, Hijos Del Pueblo, Παιδιά του Λαού. Ήταν μια στιγμή μεγάλης συγκίνησης. Για κάποιο περίεργο όμως λόγο ή ίσως και από απροσεξία, κάποιος είχε καλέσει δυο ορχήστρες. Η μια έπαιζε πολύ σιγά, η άλλη πολύ δυνατά. Δεν μπόρεσαν να τα καταφέρουν να παίξουν στον ίδιο τόνο. Οι μοτοσικλέτες ούρλιαζαν, τα αυτοκίνητα άρχισαν να κορνάρουν, οι αξιωματικοί έδιναν διαταγές με σφυρίγματα και αυτοί που κρατούσαν το φέρετρο δεν μπορούσαν να κάνουν ούτε βήμα προς τα εμπρός. Ήταν κάτι το απίθανο μέσα σ' αυτό το χάος να σχηματίσεις πορεία. Οι δυό ορχήστρες έπαιξαν το ίδιο τραγούδι ακόμη μια φορά. Πολλές φορές. Είχαν εγκαταλείψει τις προσπάθειες να συγχρονιστούν. Άκουγες τους ήχους αλλά δεν μπορούσες να διακρίνεις τη μελωδία. Ακόμη και τώρα έβλεπες γύρω γύρω σηκωμένες γροθιές.

Επιτέλους βουβάθηκε η μουσική, οι γροθιές έπεσαν και ακουγόταν μόνο το βουητό της μάζας, που το κέντρο της, πάνω στους ώμους των συντρόφων του, αναπαυόταν ο Ντουρρούτι.


Πέρασε το λιγότερο μισή ώρα ώσπου να ανοιχτεί λίγο ο δρόμος και να κινηθεί η πορεία. Μέχρι να φτάσει στην πλατεία της Καταλωνίας, που απείχε μερικές εκατοντάδες μέτρα, πέρασαν αρκετές ώρες. Οι έφιπποι ακολουθούσαν ο καθένας το δρόμο του και οι μουσικοί διαλυμένοι μέσα στο πλήθος προσπαθούσαν να ξανασυγκεντρωθούν. Τα αυτοκίνητα που είχαν χάσει το δρόμο τους, προσπαθούσαν με την όπισθεν να βρουν διέξοδο. Τα αυτοκίνητα με τα στεφάνια προσπαθούσαν να χωθούν στην πορεία από πλάγιους δρόμους. Ο καθένας ούρλιαζε όσο πιο δυνατά μπορούσε.

Όχι, αυτή δεν ήταν κηδεία βασιλιά. Ήταν μια κηδεία που την είχε πάρει στα χέρια του ο λαός. Δεν υπήρχαν οδηγίες, όλα γινόντουσαν αυθόρμητα. Το απρόοπτο κυριαρχούσε. Ήταν απλά μια αναρχική κηδεία και κει βρισκόταν όλη της η μεγαλοπρέπεια. Είχε τις περίεργες όψεις της, αλλά το μεγαλείο της, ένα μοναδικό, βαθύ μεγαλείο, δεν το έχανε ποτέ.

Στη βάση της στήλης του Κολόμβου, όχι μακριά από τη θέση όπου κάποτε είχε αγωνιστεί και πέσει ο καλύτερος φίλος του Ντουρρούτι, εκφωνήθηκαν οι επικήδειοι.

Ο Γκαρθία Ολιβέρ, ο μοναδικός από τους τρεις συντρόφους που επέζησε, μίλησε σαν φίλος, σαν αναρχικός και σαν υπουργός Δικαιοσύνης της ισπανικής δημοκρατίας.

Μετά πήρε το λόγο ο Ρώσος πρόξενος. Έκλεισα το λόγο που έβγαλε σε καταλανική γλώσσα με την κραυγή "Θάνατος στο φασισμό". Ο πρόεδρος της Generalidad, Κομπανύς, μίλησε τελευταίος. Άρχισε και τελείωσε με το σύνθημα "Σύντροφοι, εμπρός".

Είχε προγραμματιστεί, μετά τους λόγους, να διαλυθεί η πορεία. Μόνο μερικοί φίλοι του θα ακολουθούσαν τη νεκροφόρα μέχρι το νεκροταφείο. Αλλά αποδείχθηκε αδύνατο να κρατηθεί αυτό το πρόγραμμα. Οι μάζες δεν έφευγαν από τη θέση τους. Είχαν ήδη καταλάβει το νεκροταφείο και είχαν μπλοκάρει το δρόμο προς τον τάφο. Ήταν δύσκολο να περάσεις, μια και όλοι οι διάδρομοι του νεκροταφείου είχαν γεμίσει στεφάνια.

Η νύχτα έφτασε. Ξανάρχισε να βρέχει. Σε λίγο έριχνε καταρράχτες και το νεκροταφείο μεταβλήθηκε σε βούρκο, όπου μέσα του πνίγηκαν τα στεφάνια. το τελευταίο λεπτό αποφασίστηκε να αναβληθεί η ταφή. Οι πολιτοφύλακες άφησαν τον τάφο και έφεραν το φορτίο τους στο νεκροθάλαμο.

Ο Ντουρρούτι κηδεύτηκε τελικά την επόμενη μέρα.

Χ. Ε. Καμίνσκι

"Κανείς συγγραφέας δε θα αποφάσιζε να γράψει την ιστορία της ζωής του. Θα έμοιαζε πάρα πολύ με περιπετειώδες μυθιστόρημα". Σ' αυτό το συμπέρασμα έφτασε ήδη το 1931 ο Ηλία Έρενμπουργκ, όταν γνώρισε τον Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι. Και αμέσως έπεσε στη δουλειά. Σε μερικές φράσεις έγραψε ό,τι νόμιζε πως ήξερε για τον Ντουρρούτι. "Αυτός ο εργάτης μεταλλουργίας αγωνίστηκε από πολύ νέος για την επανάσταση. Ανέβηκε σε οδοφράγματα, λήστεψε τράπεζες, έριξε βόμβες, απήγαγε δικαστές. Καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο, στην Ισπανία, τη Χιλή και την Αργεντινή. Γύρισε αμέτρητες φυλακές και απελάθηκε από οκτώ χώρες".

"Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ, Το σύντομο καλοκαίρι της Αναρχίας"

 



"Ήμουν αναρχικός σε όλη μου την ζωή και ελπίζω ότι είμαι και τώρα. Θα το θεωρούσα πράγματι πολύ θλιβερό να γινόμουν στρατηγός και να εξουσιάζω ανθρώπους με στρατιωτική πυγμή... Πιστεύω όπως πάντα στην ελευθερία που στηρίζεται στην αίσθηση ευθύνης. Θεωρώ την πειθαρχία απαραίτητη αλλά θα πρέπει να είναι αυτοπειθαρχία, εμπνεόμενη από ένα κοινό σκοπό και ένα ισχυρό αίσθημα συντροφικότητας."

 Μ. Ντουρρούτι

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Κι είμαι κοντά σου ~ Νίκος Εγγονόπουλος

Η μόνη μου γαλήνη είναι ότι αυτό το δικαίωμα να σ’ αγαπώ 
μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής,

δεν μπορεί να μου το αμφισβητήσει
και να μου το αφαιρέσει κανείς.
Σ’ αγαπώ.

Από τα πολλά όμως, τα πάρα πολλά που έχω να σου πω
άφησε να σου πω τουλάχιστον πως δεν υπάρχει πιο μεγάλη ευτυχία
στον κόσμο, προ πάντων για άνθρωπο
άκρως και αυστηρά απόλυτο, από το να σ’ αγαπά…

Και γιατί και μόνο κοντά σου είναι η Ευτυχία, η Χαρά, η Ζωή.

Γιατί εσύ είσαι η Ευτυχία, η Χαρά, η Ζωή.
Βρίσκω κάθε τι άλλο τέλεια αδιάφορο…

Κι είμαι κοντά σου
είμαι κοντά σου,
είμαι πολύ κοντά σου,
σου λέω, πάντα, παντού,

αλλά τι κρίμα που δεν σ’ αγγίζω,
που δεν σε βλέπω…

Κι ύστερα η πτώση η ανελέητη,
μέσα στην απαίσια ζωή που ζούσα,
που ζω,

απ’ όπου μ’ έβγαλες για λίγο
και τα ‘χασα με την απέραντη σου καλοσύνη...

Το οικείο μου όνειρο ~ Paul Verlaine



Συχνά έχω τούτο το παράξενο
και διαπεραστικό όνειρο
μιας γυναίκας άγνωστης
που αγαπώ και με αγαπά
και που όμως δεν είναι κάθε φορά
ούτε ακριβώς η ίδια
αλλά ούτε και κάποια άλλη,
και με αγαπά και με καταλαβαίνει
Γιατί εκείνη με καταλαβαίνει
και η καρδιά μου είναι διάφανη
για αυτή μονάχα˙
και τον ιδρώτα του χλωμού προσώπου μου
μονάχα αυτή ξέρει να δροσίζει με το κλάμα της
Να είναι άραγε καστανή, ξανθιά ή κοκκινομάλλα; 
Δε ξέρω
Το όνομά της;
Θυμάμαι πως είναι γλυκό και εύηχο
σαν τα ονόματα των αγαπημένων
που μας στέρησε η ζωή
Το βλέμμα της είναι όμοιο
με το βλέμμα των αγαλμάτων
και όσον αφορά τη φωνή της,
απόμακρη και ήρεμη και σοβαρή,
με τη χροιά αγαπημένων φωνών που σώπασαν........

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Sante Caserio ~ Το οπλισμένο χέρι της Αναρχίας

Ο Sante Geronimo Caserio ήταν ένας νεαρός Ιταλός αναρχικός που μετανάστευσε στη Γαλλία για να μη συλληφθεί ως λιποτάκτης. Εκεί μαχαίρωσε και σκότωσε τον Sadi Carnot, τον πρόεδρο της γαλλικής δημοκρατίας, στη διάρκεια μιας προς τιμήν του δημόσιας εκδήλωσης στις 21 Μαΐου 1894.


O Caserio είχε ακόμα χρόνο να χαθεί μέσα στο πλήθος , αντιθέτως όμως έτρεξε μπροστά στην άμαξα φωνάζοντας " Ζήτω η Αναρχία, Ζήτω η Επανάσταση".

Η δίκη

Η δίκη ξεκίνησε στις 2 Αυγούστου 1894 στη Lyon και κράτησε οκτώ μέρες. Στον νεαρό αναρχικό, κατά την πρώτη μέρα της δίκης, τέθηκαν ερωτήσεις από τον δικαστή De Breuillac.

Πρόεδρος: Caserio, γεννήθηκες το 1873. Ο πατέρας σου ήταν βαρκάρης από τη Motta Visconti και πέθανε το 1887. Η οικογένειά σου ακόμα κατοικεί στη Motta. Ένας από τους αδελφούς σου έχει πανδοχείο, ο άλλος είναι υπηρέτης και ο τρίτος είναι βαρκάρης. Ως νεαρό παιδί ήσουν καλός και τίμιος εργαζόμενος. Κανείς δεν φανταζόταν που θα κατέληγες. Όπως πολλοί νέοι της ηλικίας σου ήσουν έξυπνος, παρορμητικός, με μεγάλη ζωτικότητα. Λέγεται ακόμα ότι είχες κατηφή έκφραση.
Caserio: (σηκώνεται βαριεστημένα και χαμογελώντας διακόπτει): Αυτό δεν είναι αληθές κύριε δικαστή.

Π: Σε ό,τι αφορά την υγεία σου, ο γαλλικός νόμος τιμωρεί μόνο άτομα που έχουν πλήρη συναίσθηση των αδικημάτων για τα οποία κατηγορούνται και, ως εκ τούτου, μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνοι για αυτά. Έχεις ποτέ υποφέρει από ψυχικές διαταραχές; Είχες πάντοτε πλήρεις νοητικές ικανότητες; Υπήρξες παράφρων;
C: Όχι. Διακηρύσσω ότι είμαι πλήρως υπεύθυνος των πράξεών μου.

Π: Ο πατέρας σου υπέφερε από επιληπτικές κρίσεις. Μια μέρα είχε δει, κατά την αυστριακή κατοχή, να κακοποιούν τον αδερφό του τρεις Γερμανοί στρατιώτες και υπέστη σοκ και ακραίο τρόμο από αυτή την πράξη. Ποτέ δεν το ξεπέρασε αλλά δεν φαίνεται να υπήρξε παράφρων.
Εσύ, δηλώνεις ότι έχεις πλήρως τα λογικά σου σε μια επιστολή της 25ης Ιούλη, κάτι που επίσης αποδεικνύεται από την κατάθεσή σου σχετικά με την επίθεση, που πραγματοποιήθηκε με πλήρη συνείδηση, καθώς επίσης και από τις σταθερές και ακριβείς απαντήσεις που έδωσες κατά την ανάκριση.
Η φτωχή μητέρα σου προσπάθησε όσο περισσότερο μπορούσε να σε μορφώσει. Παρακολούθησες το δημοτικό σχολείο της Motta Visconti, δίχως όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Δεν ήσουν και τόσο καλός μαθητής. Σου αναφέρω αυτό το γεγονός επειδή θέλω να φωτίσω μια κατάσταση που ενδεχομένως θα είναι χρήσιμη ως προς την αμεροληψία της απόφασης. Δεν ήσουν λοιπόν και τόσο επιτυχημένος μαθητής...
C: Είμαι ο πρώτος που λυπάται γι' αυτό. Αν είχα μια σωστή παιδεία θα ήμουν δυνατότερος και καλύτερος άνθρωπος και θα είχα προσφέρει στο αναρχικό ιδανικό κάτι πολύ περισσότερο από τη φτωχή ζωή μου.

Π: Δεν υπάρχει τίποτα, ωστόσο, στο παρελθόν σου που να δηλώνει ότι θα γινόσουν δολοφόνος. Στην ομιλία σου, στις 24 Ιουνίου, ο πρόεδρος Carnot εξέφρασε την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι "...στη Γαλλία πλέον υπάρχει μία και μόνη παράταξη στην οποία όλες οι καρδιές χτυπούν ενωμένες". Στη μεγαλόψυχη καρδιά του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ξεχνούσε 'οτι υπήρχε ακόμα μια παράταξη που δεν επιθυμούσε να αφοπλιστεί, η αναρχική παράταξη,  και ότι ένα μέλος της ήταν έτοιμο να στήσει ενέδρα με σκοπό να τον δολοφονήσει. Εσύ, ένας εκπρόσωπος της αναρχικής εγκληματικότητας, στεκόσουν έξω από την είσοδο του μεγάρου.
Έγινες αναρχικός μετά τη δίκη του Amilcare Cipriani και των άλλων αναρχικών που έγινε στο δικαστήριο της Ρώμης, μετά την εξέγερση της 1ης Μαΐου στην Πλατεία του Αγίου Σταυρού;
C: Ήμουν ήδη αναρχικός αλλά αυτό το αισχρό θέαμα ταξικής ανισότητας έκανε ισχυρότερη την πίστη μου και ανακίνησε την επιθυμία μου για εκδίκηση.

Π: Κι ύστερα, οι συναντήσεις που οργάνωνε ο δικηγόρος Gori...
C: Ήμουν ήδη για πολύ καιρό αναρχικός πριν γνωρίσω τον Gori τον οποίο προσπαθείτε να εμπλέξετε σε αυτή τη δίκη. Οι συναντήσεις που οργάνωνε ήταν δημόσιες και αρκετά πολυπληθείς, και εκεί έμαθα ορισμένα καλά πράγματα που το σχολείο του συστήματος ξέχασε να μου διδάξει.

Π: Ναι, έμαθες να αψηφάς τις συμβουλές της φτωχής μητέρας σου και του αδερφού σου καθώς προσπαθούσαν να σε απομακρύνουν από τις κακές ιδέες σου. Στην αρχή θύμωσες μαζί τους κι ύστερα αρνήθηκες ολοκληρωτικά την οικογένειά σου.
C: Αυτό δεν είναι αλήθεια! Τώρα αγαπώ και τιμώ την μητέρα μου όσο κι όταν ήμουν παιδί, και η στοργή που νιώθω για τους συγγενείς μου είναι ίδια όπως πάντα. Μονάχα που δεν ήθελα να αποδεχτώ τον ζυγό τους που απαρτίζεται από προλήψεις. Εγώ απλώς κοίταξα πέρα από την μικρο-οικογένεια που ενώνεται από μικρο-συμφέροντα, κοίταξα προς μια μεγαλύτερη οικογένεια, την ανθρωπότητα, στην οποία ένιωσα ότι ήθελα να δώσω το όλον του εαυτού μου.

Ο πρόεδρος, που θέλει να ενισχύσει τη θεωρία της συνωμοσίας και προσπαθεί να φέρει τον Caserio σε αντιφάσεις, διαβάζει τα ονόματα αρκετών αναρχικών από το Μιλάνο και τον ρωτάει αν τους ξέρει.
C: Αυτές είναι ανούσιες ερωτήσεις και χάσιμο χρόνου. Δεν γνωρίζω κανέναν από αυτούς τους ανθρώπους που ανέφερες, αλλά και να τους γνώριζα δεν θα στο έλεγα.

Π: Η ανάκριση τεκμηρίωσε ότι ήσουν σε επαφή μαζί τους και η αστυνομία παρείχε πλήρεις αποδείξεις για αυτό.
C: Τότε αρκέσου στην αστυνομία σου, εγώ αηδιάζω μαζί τους.

Π: Η αστυνομία κάνει τη δουλειά της.
C: Δεν είναι δικό μου θέμα.

Π: Αρνείσαι ότι ξύρισε το γένι σου ο σύντροφός σου, ο κουρέας Faure;
C: Και ποιος ήθελες να με ξύριζε; Κανένας φούρναρης;

Π: Και είναι αλήθεια ότι στο Cafe du Garde στο Cette έκανες αποκλειστικά παρέα με αναρχικούς;
C: Κι αυτό είναι αλήθεια. Ποτέ δεν συναναστρεφόμουν την "υψηλή κοινωνία", και δεν φαντάζομαι ότι θα με καλοδέχονταν. Είναι όμως ανόητο το να ισχυρίζεται κάποιος ότι μόνο αναρχικοί σύχναζαν στο Cafe du Garde. Θυμάμαι μάλιστα μια φορά που είχα παίξει μπιλιάρδο με έναν από τους πολλούς ασφαλίτες που έρχονταν για να μας παρακολουθούν, δίχως να γνωρίζουν ότι εμείς τους παρακολουθούσαμε περισσότερο απ' ότι εκείνοι.
Π: Πρώτα περιφρόνησες την οικογένειά σου, και ύστερα την πατρίδα σου. Έφυγες από την Ιταλία ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε να εκπληρώσεις το ιερό σου χρέος σε αυτήν, να γίνεις στρατιώτης.
C: Πάντα θεωρούσα ότι εμείς οι φτωχοί άνθρωποι εκπληρώνουμε περισσότερα χρέη προς την πατρίδα απ' ότι οι πλούσιοί της. Και αποφάσισα ν’ αφήσω απλήρωτο ένα από αυτά τα χρέη. Ας υπερασπιστούν την πατρίδα αυτοί που τη χαίρονται. Εμείς από την πατρίδα λαμβάνουμε μονάχα φτώχεια και καταφρόνια, και είμαστε διατεθειμένοι να τη ξεχάσουμε προς χάρη μιας μεγαλύτερης πατρίδας που δεν έχει ειδεχθή εμβλήματα αδελφοκτόνων σημαιών, που δεν έχει ανόητα σύνορα, την πατρίδα ολόκληρης της Γης όπου οι άνθρωποι μπορούν να μεγαλώνουν ελεύθεροι μέσα από τις νίκες της προόδου και του πολιτισμού.

Π: Πήγες στην Ελβετία και ύστερα στη Γαλλία, με πρώτη στάση τη Lyon. Εκεί σε υποδέχτηκαν οι σύντροφοί σου και κανόνισαν να μείνεις στο σπίτι της Maria, μιας γυναίκας που είναι γνωστή ως "η μητέρα των αναρχικών". Σύντομα γνωρίστηκες με όλους τους αναρχικούς της περιοχής αλλά σε λίγο μετακόμισες στο Vienne. Γιατί;
C: Επειδή έλπιζα ότι θα έβρισκα καλύτερα πράγματα να κάνω εκεί.

Π: Ή ίσως επειδή ωθήθηκες από τον Delahaye, πρώην συνεργάτη της Pere Peinard (Σημ. "Αιρετική" αναρχική εφημερίδα της εποχής), και τον Fure, τον κουρέα με τον οποίο ήσουν φίλος μέχρι και τη μέρα της αποτρόπαιης επίθεσής σου.
C: Όλα αυτά δεν αφορούν ούτε εσένα ούτε αυτό το δικαστήριο.

Π: Από το Vienne πήγες στο Cette. Σκέφτηκες ίσως ότι το Cette ήταν ένα πιο ζωντανό κέντρο προπαγάνδας;
C: Αυτό ακριβώς σκέφτηκα και αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος για τον οποίο μετακινήθηκα. Μου αρέσει να ζω με συντρόφους που είναι καλλιεργημένοι, καλά πληροφορημένοι και δραστήριοι.

Π: Σίγουρα θα συνάντησες τον σύντροφό σου τον Lacroix στο Cette.
C: Ήδη σε έχω προειδοποιήσει ότι στο δικαστήριο θα δώσω πληροφορίες για πράγματα, γεγονότα και καταστάσεις που αφορούν εμένα, αλλά πάντα θα αρνούμαι να κάνω τη δουλειά της αστυνομίας και να εξυπηρετήσω τη διωκτική σου μανία αναφερόμενος σε ονόματα και γεγονότα που με βεβαιότητα είναι άσχετα με την επίθεσή μου, με αυτή τη δίκη και τον εκδικητικό σκοπό της.

Π: Οι αρχές του Cette δεν έδωσαν και μεγάλη σημασία στη νομοθεσία που αφορά τους αλλοδαπούς. Δεν ασχολήθηκαν με τη νομιμότητα της παρουσίας σου αν και γνώριζαν ότι είσαι ένας από τους πλέον διαβόητους αναρχικούς και επίκεντρο μιας δραστηριότητας που αποκάλυπτε το ποιόν σου.
C: Τι υπερβολή!

Π: Οι σύντροφοί σου σε επισκέπτονταν όταν νοσηλεύτηκες για κάποιο διάστημα στο νοσοκομείο και σου έφεραν εφημερίδες και τυπωμένα πορτραίτα του Ravachol, του Pallas και των αναρχκών του Σικάγο (Σημ. Ο Pallas ήταν Ισπανός αναρχικός που καταδικάστηκε σε θάνατο για την απόπειρα εκτέλεσης ενός στρατηγού το 1893. Οι αναρχικοί του Σικάγο είναι προφανώς οι εκτελεσμένοι της Πρωτομαγιάς). ύστερα βρήκες δουλειά στον φούρνο των Viala. Λέγεται ότι μια έκρηξη συνέβη εκεί τον καιρό που εσύ εργαζόσουν.
C: Ανοησίες! Χρησιμοποιούσαν χλωρά ξύλα για το κάψιμο του φούρνου.

Π: Εγκατέλειψες αιφνιδιαστικά το αφεντικό σου στις 23 Ιουνίου και ζήτησες να πληρωθείς. Έλαβες περίπου τριάντα φράγκα. Έφυγες από του Viala και πήγες στον σύντροφό σου Saurel για να ζητήσεις τη διεύθυνση του συντρόφου σου Laborie στο Montpellier. Ύστερα αγόρασες το μαχαίρι.

Σε αυτό το σημείο ζητήθηκε από τον Caserio να περιγράψει τις λεπτομέρειες του ταξιδιού του από το Cette ως τη Lyon. Μιλά για τα χωριά που διέσχισε.
C: Εντόπιζα τμήματα της χωροφυλακής σχεδόν σε κάθε χωριό που περνούσα. Μικρά φτωχόσπιτα βρίσκονταν παντού και άνθρωποι κουβέντιαζαν και κάπνιζαν στα κατώφλια τους.

Π: Δεν σε αποθάρρυνε το θέαμα αυτών των ειρηνικών ανθρώπων και των μικρών χωριών από το να φέρεις σε πέρας το αχρείο σχέδιό σου;
C: Ωχ! Οι σκλάβοι που πέφτουν για ύπνο υπό τον ίδιο τους τον ζυγό, δεχόμενοι χτυπήματα και καθημερινούς εξευτελισμούς, που βρίσκουν παρηγοριά παίζοντας χαρτιά ή κάτι άλλο τις Κυριακές, δεν μου προκαλούν τίποτα άλλο παρά περιφρόνηση. Είναι χάρη σε αυτούς που οι κυβερνώντες ατιμώρητα απολαμβάνουν το να μας καταπιέζουν και τα αφεντικά να μας εκμεταλλεύονται. Αν οι άνθρωποι ενώνονταν για να μαθαίνουν, να συζητούν, να κατανοούν ο ένας τον άλλον και να προετοιμάζονται έστω και για μικρές απαιτήσεις αντί να πνίγουν τις λύπες τους και τα ελάχιστα χρήματά τους στο κρασί και τα παίγνια, τότε αυτοί που μας κυβερνούν, μας εκμεταλλεύονται και μας δικάζουν δεν θα ήταν τόσο αλαζόνες.

Π: Και μια ιστορική μνήμη θα έπρεπε να σε έχει σταματήσει. Η 24η Ιουνίου είναι επέτειος της μάχης του Solferino (Σημ. Μεγάλη μάχη που έδωσε το 1859 ο γαλλικός στρατός, σε συμμαχία με τον Ιταλό βασιλιά Victor Emmanuele, κατά του αυστριακού στρατού) όπου από κοινού χύθηκε ιταλικό και γαλλικό αίμα στα πεδία μάχης της Λομβαρδίας.
C: Αυτή η μάχη δεν έγινε για τα συμφέροντα των προλετάριων αλλά σε υπακοή στις διαταγές του Βοναπάρτη και του βασιλικού οίκου των Savoia. Ο πρώτος καλύφθηκε από την ατιμία ενώ οι δεύτεροι επωφελήθηκαν της ηρωικής υπομονής των Ιταλών εργατών μέχρι που και αυτοί ξεβράστηκαν από την ίδια δίνη.

Π: Υπήρξε η αναρχική ιδέα τόσο ισχυρή και μοναδική μέσα σου που σε έκανε να λησμονήσεις, αχάριστε άνθρωπε, ότι θα έδινες μονάχα εκδίκηση και πόνο στη Γαλλία, τη χώρα που σου είχε προσφέρει εργασιακή φιλοξενία;
C: Όσο για την πράξη μου, ήταν καλά αποφασισμένη και προσεκτικά φροντισμένη, και τίποτα δεν θα μπορούσε να την αλλάξει ή να τη ματαιώσει. Όσο για την εργασιακή φιλοξενία, κύριες πρόεδρε, είσαι μεταξύ αυτών που απολαμβάνουν τους καρπούς της εργασίας άλλων ανθρώπων δίχως να έχεις τέτοιο δικαίωμα. Εγώ αντιθέτως, είμαι μεταξύ αυτών που υποφέρουν ταπεινώσεις και προβλήματα από τη δουλειά δίχως να τους πρέπει κάτι τέτοιο. Όταν μας παρέχετε αυτό που αποκαλείς εργασιακή φιλοξενία, μας αφήνετε να επιβιώνουμε χάρη της "μεγαλοψυχίας" σας, και για αυτό ζητάτε την ευγνωμοσύνη μας. Όταν, υποχρεωμένοι από την ανάγκη και με αντάλλαγμα λίγο ψωμί, πουλάμε την κούραση και τον ιδρώτα μας, διασφαλίζοντας τη ζωή σας, τις χαρές σας, την ασφάλειά σας, καλά γνωρίζουμε ότι σας παρέχουμε τη φιλοξενία της ευζωίας και ως εκ τούτου δεν νιώθουμε ότι σας χρωστάμε κάτι. Αν κάποιο χρέος παραμένει απλήρωτο είναι το ιερό χρέος του μίσους, της εκδίκησης, του μακελειού και μην εξαπατάστε, θα ξεπληρώσουμε αυτό τον λογαριασμό μια απ' αυτές τις ημέρες.

Π: Είσαι αναρχικός, ενστερνίζεσαι την ιδέα της καταστροφής της κοινωνίας και είσαι ορκισμένος εχθρός των ηγετών του κράτους, δημοκρατικού ή μοναρχικού.
C: Είναι το ίδιο και το αυτό.

Π: Ενέκρινες την πράξη του Henry, με μια αντίρρηση την οποία εκφέρω με τα δικά σου λόγια: "Αντί να ρίξει τη βόμβα του σε ένα cafe, καλύτερα να την έριχνε στο άντρο κάποιας χοντρής μπουρζουάδικης οικογένειας".
C: Αλήθεια, έτσι το είπα.

Π:Μια μέρα είπες: "Τον καημένο τον Valliant τον σκοτώσανε δίχως αυτός να έχει σκοτώσει κανέναν". Και πρόσθεσες: "Όταν έρθει η ώρα μου, θα σκοτώσω κάποιο σημαντικό πρόσωπο και δεν θα με σταματήσει ούτε η σκέψη της μητέρας μου, της ζωής μου, του οτιδήποτε". Επίσης, δεν είπες ότι θα επιτιθόσουν στον βασιλιά και στον πάπα αν επέστρεφες στην Ιταλία;
C: (χαμογελώντας): Ω, όχι ταυτόχρονα, ποτέ δεν κυκλοφορούν μαζί.

Π: Δεν είσαι πράκτορας μιας αναρχικής συνομωσίας;
C: Όχι, είμαι μόνος μου και ήρθα ως εδώ για να φέρω σε πέρας τη δική μου πράξη δικαιοσύνης.

Π: Όμως οι αναρχικοί συνομωτούσαν για να υπερασπιστούν τους Ravachol, Vaillant και Henry. Ο πρόεδρος Carnot αποφάσισε να μη μετατρέψει την ποινή που επιβλήθηκε στους προκατόχους σου από ορκωτά δικαστήρια, αποτελούμενα από πολίτες που έπραξαν με πλήρη συνείδηση. για αυτό τον λόγο, μετά τον θάνατο του Henry, ο πρόεδρος, η σύζυγος και τα παιδιά του έλαβαν απειλητικές επιστολές. Δεν είναι αλήθεια ότι οι αρχηγοί τους οποίους υπακούς έγραψαν αυτές τις επιστολές;
C: Οι αναρχικοί δεν έχουν αρχηγούς. Αποφάσισα μόνος μου την πράξη μου και ελεύθερα μόνος μου τη διέπραξα.

Π: Υπάρχει ωστόσο ένα περιστατικό που το δικαστήριο και το κοινό θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους: μετά τον θάνατο του Carnot, μια εικόνα του Ravachol στάλθηκε στη χήρα του προέδρου. Στο πίσω της μέρος ήταν γραμμένο: "Επετεύχθη η δικαίωσή του κατά τον καλύτερο τρόπο". Αν δεν είσαι πράκτορας εκείνων που έστειλαν αυτή την εικόνα, έχεις το θάρρος να τους αποκηρύξεις;
C: Έχω το θάρρος να μην τους αποκηρύξω, δεν αποκηρύσσω τις ενέργειες άλλων ανθρώπων. Μου αρκεί με ειλικρίνεια να σας διαβεβαιώσω ότι ήμουν μονάχα εγώ αυτός που προετοίμασε και διέπραξε αυτή την επίθεση.

Π: Η εξέτασή σου τελειώνει εδώ. Μια απλή σκέψη θα πρέπει να γίνει: απαρνήθηκες τους ανθρώπινους νόμους και αυτό είναι δικό σου θέμα, περιφρόνησες όμως και τον ύψιστο νόμο που απαγορεύει τον φόνο. Όταν ένας δικαστής επιβάλλει τη θανατική ποινή, έχει ακούσει την υπεράσπιση, έχει σκεφτεί προσεκτικά, έχει συζητήσει, έχει λάβει υπόψη όλες τις πλευρές και έχει ερευνήσει όλους τους κανόνες. Εσύ ένα εικοσάχρονο αγόρι, στάθηκες κατήγορος, δικαστής και δήμιος.
C: Αν υφίσταται τέτοιος ύψιστος νόμος, τότε γιατί εσείς δεν τον σέβεστε; Είμαι μόλις είκοσι χρονών, η ηλικία που οι κυβερνήσεις εντάσσουν στον στρατό ανθρώπους παρμένους από τα σπίτια των φτωχών, προκειμένου να σκοτώνουν τους αδελφούς τους.

Π: Δεν σκότωσες απλώς τον ηγέτη του έθνους αλλά επίσης έναν άριστο σύζυγο και πατέρα.
C: Πατεράδες; Σκοτώνονται κατά χιλιάδες από τη φτώχεια και τη σκληρή δουλειά. O Vaillant δεν ήταν πατέρας; Δεν είχε μια σύντροφο κι ένα παιδί; Ο Henry δεν άφησε πίσω του μια μητέρα κι έναν αδελφό; Δείξατε επιείκεια σε αυτούς;

Πήρε είκοσι λεπτά στο δικαστήριο να αποφασίσει τη θανατική καταδίκη του Caserio. Όταν ο πρόεδρος ανακοίνωσε ότι ο Caserio θα εκτελούνταν στη γκιλοτίνα και ότι είχε το δικαίωμα να ασκήσει έφεση εντός τριών ημερών, ο Caserio χαμογέλασε και ανασήκωσε τους ώμους. ύστερα, βαδίζοντας πίσω για το κελί του, φώναξε: "Να είστε γενναίοι, σύντροφοι! Πάντα ζήτω η Αναρχία!"


Καθώς ανέβαινε στο ικρίωμα το πρωινό της 16ης Αυγούστου 1894, ο Caserio είχε ένα ενστικτώδες ρίγος εξέγερσης, εξέγερση της ζωής που δεν μπορεί να παραδοθεί στο θάνατο, και κραύγασε: "Voeri no!" (Δεν θέλω). Σύντομα όμως συνήλθε, κοίταξε τον δήμιο με προκλητικό βλέμμα και φώναξε "Ζήτω η Αναρχία" αντίκρυ στον ήλιο. Ήταν ο τελευταίος του χαιρετισμός προς το ιδανικό που ήταν η μοναδική χαρά της σύντομης ζωής του....



Οι δικαστές εισέρχονται, εξετάζουν τον Caserio
Κι αν έχει μετανοήσει τον ρωτάνε.

Πέντε λεπτά ακόμα αν μου δίνανε
Άλλον ένα πρόεδρο θα είχα "καθαρίσει".

Το αναγνωρίζεις αυτό το στιλέτο;

Σίγουρα το γνωρίζω, έχει στρογγυλεμένη λαβή
Και στην καρδιά του Carnot το έμπηξα βαθιά.

Γνωρίζεις τους συντρόφους σου;

Βέβαια τους γνωρίζω, ανήκω στην Αναρχία
Αλλά ο  Caserio είναι φούρναρης, όχι ρουφιάνος...


Παραδοσιακό ιταλικό αναρχικό τραγούδι...
Sante Caserio, Το οπλισμένο χέρι της Αναρχίας ~ Εκδόσεις Δαιμων του Τυπογραφείου

Όπως αναφέρεται και στις πρώτες σελίδες του βιβλίου αφιερωμένο στους συντρόφους της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς...