Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015



Το 2015 σύντομα τελειώνει και μαζί του ολοκληρώνεται ημερολογιακά ο Μαύρος Δεκέμβρης. Ωστόσο το στοίχημα της διαρκούς αναρχικής εξέγερσης και του άτυπου διεθνούς συντονισμού όσων αντεπιτίθενται στον κόσμο της εξουσίας παραμένει ανοιχτό.

Όσο τα ρολόγια της κοινωνίας του εγκλεισμού συνεχίζουν να μετράνε στον πνιγηρό ρυθμό μιας μίζερης ρουτίνας, εμείς συνωμοτούμε για να διαταράξουμε την ειρηνευμένη κανονικότητα και να σπάσουμε την εκκωφαντική σιωπή της απάθειας και της λήθης. Όσο η εξουσία και οι θεσμοί της θωρακίζονται με νόμους, με υλικοτεχνικό εξοπλισμό, με περισσότερα ανδρείκελα και πειθήνιους χειροκροτητές, εμείς βάζουμε μπροστά τα άνομα, ακρατικά κι απείθαρχα σχέδιά μας για την καταστροφή του υπάρχοντος.

Αυτή την παραμονή Πρωτοχρονιάς, όπως συνέβη και τόσες φορές στο παρελθόν, και ταυτόχρονα με συντρόφια σε άλλες φυλακές της Ελλάδας κι άλλα μέρη του κόσμου, βροντοφωνάζουμε το μίσος μας για κάθε μορφή αιχμαλωσίας. Στηρίζουμε αντίστοιχες πρωτοβουλίες (διεθνές κάλεσμα Συγγενών-Φίλων κρατουμένων και διωκόμενων αγωνιστών, κάλεσμα Αναρχικού Μαύρου Σταυρού Λονδίνου, κ.ά.) και συμμέτεχουμε σε διαδηλώσεις θορύβου σε κέντρα κράτησης και φυλακές.

Ο Μαύρος Δεκέμβρης ήταν η αρχή…

Πέμπτη, 31/12/2015, στις 23:30, φυλακές Κορυδαλλού.



Αναρχικές/οί εντός κι εκτός των τειχών Κορυδαλλού

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Iσως ακόμα υπάρχω ~ Μαρία Θεριανή Βάθη




Χαμένοι στα παιχνίδια των καιρών
ψάχνοντας για μία πρόσχαρη Ιθάκη
χάσαμε την πορεία…
Ξεπουλήσαμε όνειρα,
αδειάσαμε ελπίδες
γίναμε φθαρτοί στα χέρια διεφθαρμένων.
Τώρα κενό.
Μια περίεργη σιωπή παντού
σαν τα πάντα να νέκρωσαν.
Το φεγγάρι παγωμένο,
σε ένα τοπίο θλίψης σκοτεινό και απόμακρο.
Μόνο μια κραυγή ακούγεται
ξάφνου στο δειλινό καθώς ξημερώνει…
Ίσως κάτι να υπάρχει ακόμη
μέσα στη σκόνη της καταστροφής,
ίσως οι άνθρωποι πήραν πάλι πνοή
και από απάνθρωποι γίνανε τουλάχιστον πιο ανθρώπινοι…
Ίσως υπάρχει ακόμη η λέξη αγάπη,
σ΄αγαπώ,
σ’ αγάπησα ίσως δεν ξεπουλήθηκε
και αυτή στα παζάρια των σχέσεων
και των τρωτών συναισθημάτων…
ίσως ακόμα υπάρχουμε,
                                                              ίσως ακόμα υπάρχω.


Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Μια αγκαλιά από όνειρα ~ Αντώνης Μιζαντζίδης


Τα βράδια έχεις μια παράξενη συνήθεια. Γίνεσαι αέρας, ή συναίσθημα. Συναίσθημα… Συναίσθημα από αυτά που σε αρπάζουν από το χέρι Δίχως να σε ρωτήσουν Και σε ταξιδεύουν. Σε πάνε σε μέρη όπου ο πόνος είναι φίλος, Η χαρά και η μελαγχολία παίζουν πιασμένες από το χέρι. Και μετά, Γίνεσαι αναμνήσεις. Αναμνήσεις που δεν έχουν όρια Μόνο χαμόγελα και δάκρυα. Οι ώρες κυλούν κι η μορφή σου αλλάζει πάλι. Γίνεσαι σκληρή… Έχεις το άρωμα ανθισμένης προσμονής Και φέρνεις λησμονιά. Βαραίνεις το νου με όμορφες στιγμές Και μετά τις κλέβεις Και μου αφήνεις ένα κενό, Που κανένα όνειρο δεν μπορεί να γεμίσει. Μ” αφήνεις να θυμάμαι το πόσο μόνος είμαι. Κι ίσως να είναι αυτό που δεν μπορώ να σου συγχωρήσω. Πως κάποτε, μ” έκανες να μην βλέπω την πικρή εικόνα της μοναξιάς. Κι αυτό που πονάει, Είναι πως μ” άφησες να παλεύω μονάχος μ” αυτό που μου χάρισες. Κι εγώ δεν ξέρω τι να κάνω Γιατί πότε γίνεσαι αεράκι, πότε συναισθήματα και πότε αναμνήσεις. Αλλά, μόλις περάσει λίγο η ώρα Και η ηρεμία έρθει και γδύσει την ψυχή μου, Γίνομαι κι εγώ αέρας, ή συναίσθημα. Και πετάω σε κάτι κόσμους… Κάτι κόσμους περίεργους ή παράξενους θα τους έλεγε κανείς. Είναι μέρη που τα έχω φτιάξει με κόπο Κι έχω βάλει τα πιο όμορφα μου χρώματα. Μα έχω μια γωνίτσα πιο δική μου από τις άλλες Που την έχω βάψει μαύρο, με βαθύ γαλάζιο και βαθύ μοβ. Κάθομαι εκεί και ξεχνιέμαι με τις ελπίδες που μετράνε τ” αστέρια. Κι από εκεί πέρα, κλέβω λίγο λίγο το υλικό του κόσμου μου. Κλέβω κομματάκια του και τα φέρνω στον κόσμο αυτό, Να χαρίσω ένα κομματάκι από το υλικό με το οποίο φτιάχνονται τα όνειρα Σε κάποιον το έχει πιο πολύ ανάγκη. Κι αυτοί μου λένε ευχαριστώ… Πόσο ανήξεροι είναι… Πόσο αθώοι γίνονται… Θα θυσίαζαν ότι πιο σημαντικό έχουν για ένα ξερό όνειρο, Εκτός από τον χρόνο τους ίσως, για να φτιάξουν ένα δικό τους… Γιατί γίνεσαι μελαγχολία; Γιατί γίνεσαι απουσία, χαμόγελο, λησμονιά, αγάπη..; Γιατί δεν αποκτάς μορφή, να σε νιώσω δίπλα μου και να σ” αγγίξω..; Να χαϊδέψω τα μαλλιά σου, να σε δω να κλείνεις τα μάτια σου Κι ίσως να χαμογελάς. Να σε δω να χαμογελάς για εμένα… Να μου δώσεις αυτό το δώρο κι εγώ να σου χαρίσω μια αγκαλιά από όνειρα… Μα στο τέλος, ότι και να γίνει, Βρίσκομαι πάλι μόνος σ” ένα άδειο δωμάτιο Να χαζεύω κάποια εικόνα του εαυτού μου Και να ζυγίζω καταστάσεις. Και στο τέλος, Πάλι να σου θυμώνω… Γιατί, Μ” έκανες κάποτε να μην αισθάνομαι μοναξιά Και μ” άφησες μόνο μου να το θυμάμαι…

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr
Τα βράδια έχεις μια παράξενη συνήθεια.
Γίνεσαι αέρας ή συναίσθημα. 
Συναίσθημα…
Συναίσθημα από αυτά που σε αρπάζουν από το χέρι 
Δίχως να σε ρωτήσουν. 
Και σε ταξιδεύουν. 
Σε πάνε σε μέρη όπου ο πόνος είναι φίλος, 
Η χαρά και η μελαγχολία παίζουν πιασμένες από το χέρι. 
Και μετά 
Γίνεσαι αναμνήσεις. 
Αναμνήσεις που δεν έχουν όρια. 
Μόνο χαμόγελα και δάκρυα. 
Οι ώρες κυλούν κι η μορφή σου αλλάζει πάλι. 
Γίνεσαι σκληρή… 
Έχεις το άρωμα ανθισμένης προσμονής 
Και φέρνεις λησμονιά. 
Βαραίνεις το νου με όμορφες στιγμές. 
Και μετά τις κλέβεις. 
Και μου αφήνεις ένα κενό. 
Που κανένα όνειρο δεν μπορεί να γεμίσει. 
Μ’ αφήνεις να θυμάμαι το πόσο μόνος είμαι. 
Κι ίσως να είναι αυτό που δεν μπορώ να σου συγχωρήσω. 
Πως κάποτε, μ’ έκανες να μην βλέπω την πικρή εικόνα της μοναξιάς. 
Κι αυτό που πονάει, 
Είναι πως μ’ άφησες να παλεύω μονάχος μ’ αυτό που μου χάρισες. 
Κι εγώ δεν ξέρω τι να κάνω 
Γιατί πότε γίνεσαι αεράκι, πότε συναισθήματα και πότε αναμνήσεις. 
Αλλά, μόλις περάσει λίγο η ώρα 
Και η ηρεμία έρθει και γδύσει την ψυχή μου, 
Γίνομαι κι εγώ αέρας, ή συναίσθημα. 
Και πετάω σε κάτι κόσμους… 
Κάτι κόσμους περίεργους ή παράξενους θα τους έλεγε κανείς. 
Είναι μέρη που τα έχω φτιάξει με κόπο 
Κι έχω βάλει τα πιο όμορφα μου χρώματα. 
Μα έχω μια γωνίτσα πιο δική μου από τις άλλες 
Που την έχω βάψει μαύρο, με βαθύ γαλάζιο και βαθύ μωβ 
Κάθομαι εκεί και ξεχνιέμαι με τις ελπίδες που μετράνε τ’αστέρια. 
Κι από εκεί πέρα, κλέβω λίγο λίγο το υλικό του κόσμου μου. 
Κλέβω κομματάκια του και τα φέρνω στον κόσμο αυτό. 
Να χαρίσω ένα κομματάκι από το υλικό με το οποίο φτιάχνονται τα όνειρα 
Σε κάποιον το έχει πιο πολύ ανάγκη. 
Κι αυτοί μου λένε ευχαριστώ… 
Πόσο ανήξεροι είναι… 
Πόσο αθώοι γίνονται… 
Θα θυσίαζαν ότι πιο σημαντικό έχουν για ένα ξερό όνειρο. 
Εκτός από τον χρόνο τους ίσως, για να φτιάξουν ένα δικό τους… 
Γιατί γίνεσαι μελαγχολία; 
Γιατί γίνεσαι απουσία, χαμόγελο, λησμονιά, αγάπη..; 
Γιατί δεν αποκτάς μορφή, να σε νιώσω δίπλα μου και να σ’αγγίξω..; 
Να χαϊδέψω τα μαλλιά σου, να σε δω να κλείνεις τα μάτια σου. 
Κι ίσως να χαμογελάς. 
Να σε δω να χαμογελάς για εμένα… 
Να μου δώσεις αυτό το δώρο κι εγώ να σου χαρίσω μια αγκαλιά από όνειρα… 
Μα στο τέλος, ότι και να γίνει 
Βρίσκομαι πάλι μόνος σ’ ένα άδειο δωμάτιο. 
Να χαζεύω κάποια εικόνα του εαυτού μου. 
Και να ζυγίζω καταστάσεις. 
Και στο τέλος 
Πάλι να σου θυμώνω… 
Γιατί μ’ έκανες κάποτε να μην αισθάνομαι μοναξιά 
Και μ’ άφησες μόνο μου να το θυμάμαι…


Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Εμένα φοβάμαι ~ Έλενα Σιμόγλου



Δεν φοβάμαι την απουσία σου πια…
Αυτή η παρουσία σου, είναι που με τρομάζει…
Που μου θυμίζει, πόσο ανάγκη την έχω…
Δεν φοβάμαι τις νύχτες που δεν είσαι εδώ…
Αυτό έγινε κιόλας συνήθεια…
Οι νύχτες που περάσαμε μαζί,
με στοιχειώνουν,
που μου θύμισαν,
πως ανάμεσα στα χρώματα,
υπάρχει και το κόκκινο της φωτιάς…
Ούτε και τις λέξεις μου φοβάμαι
και τις αφήνω ελεύθερες να’ρθουν να σε συναντήσουν…
Απ’ τις σιωπές μου τρέχω να ξεφύγω που κάθε βράδυ,
πριν κλείσω τα μάτια μου,
ουρλιάζουν τις μεγαλύτερες αλήθειες…
Να σου πω και αυτό:
Δεν φοβάμαι καθόλου πια
αν θα φύγεις και δεν ξανά φανείς ποτέ…
Εμένα φοβάμαι…
Που μένω εδώ,
μα δεν ανήκω…


Δεν φοβάμαι την απουσία σου πια… Αυτή η παρουσία σου, είναι που με τρομάζει… Που μου θυμίζει, πόσο ανάγκη την έχω… Δεν φοβάμαι τις νύχτες που δεν είσαι εδώ… Αυτό έγινε κιόλας συνήθεια… Οι νύχτες που περάσαμε μαζί, με στοιχειώνουν, που μου θύμισαν, πως ανάμεσα στα χρώματα, υπάρχει και το κόκκινο της φωτιάς… Ούτε και τις λέξεις μου φοβάμαι και τις αφήνω ελεύθερες να” ρθουν να σε συναντήσουν… Απ” τις σιωπές μου τρέχω να ξεφύγω που κάθε βράδυ, πριν κλείσω τα μάτια μου, ουρλιάζουν τις μεγαλύτερες αλήθειες… Να σου πω και αυτό : Δεν φοβάμαι καθόλου πια αν θα φύγεις και δεν ξανά φανείς ποτέ… Εμένα φοβάμαι… Που μένω εδώ, μα δεν ανήκω…

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr
Δεν φοβάμαι την απουσία σου πια… Αυτή η παρουσία σου, είναι που με τρομάζει… Που μου θυμίζει, πόσο ανάγκη την έχω… Δεν φοβάμαι τις νύχτες που δεν είσαι εδώ… Αυτό έγινε κιόλας συνήθεια… Οι νύχτες που περάσαμε μαζί, με στοιχειώνουν, που μου θύμισαν, πως ανάμεσα στα χρώματα, υπάρχει και το κόκκινο της φωτιάς… Ούτε και τις λέξεις μου φοβάμαι και τις αφήνω ελεύθερες να” ρθουν να σε συναντήσουν… Απ” τις σιωπές μου τρέχω να ξεφύγω που κάθε βράδυ, πριν κλείσω τα μάτια μου, ουρλιάζουν τις μεγαλύτερες αλήθειες… Να σου πω και αυτό : Δεν φοβάμαι καθόλου πια αν θα φύγεις και δεν ξανά φανείς ποτέ… Εμένα φοβάμαι… Που μένω εδώ, μα δεν ανήκω…

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Απόψε θα σου πω ~ Κική Μαυρίδου


Απόψε θα σου πω για κείνα 
που προσπαθώ να ξεχάσω…
Την θλίψη, την απόρριψη 
τ' αστέρια που έπεσαν εν αγνοία μου,
τα θέλω που βολεύτηκαν σε χειμέρια νάρκη
 Απόψε θα μιλήσω θα σκεφτώ την αλήθεια που φοβάσαι 
Κουράστηκα 
Ακόμη και οι ανάσες μου σαν τις τελευταίες εκπνοές ελεύθερου δύτη μοιάζουν 
Απόψε θα ουρλιάξω στα μπαλκόνια της κωφής πόλης για τα δήθεν που ξαργύρωσα 
πανάκριβα 
για τα χάδια που σκόρπισα ελπίζοντας για την ζωή που δεν μου χαρίστηκε 
Ω ναι! θα φωνάξω μήπως ξυπνήσω το ποίμνιο αυτή την συμβιβασμένη αγέλη 
μέσα σου που κινείται υπεροπτικά στον θάνατο 
Απόψε θα τολμήσω να φοβηθώ 
Τόσος κόπος για μια ζωή 
Τόσος κόπος για λίγο παράδεισο 
Τόσος κόπος για λίγο αύριο 
Τόσος κόπος για μια αγκαλιά 
Απόψε μην κλειδώσεις την πόρτα όταν φύγω άσε και τα παράθυρα ανοιχτά 
                                                 η απώλεια δεν πτοείται από τις οχυρώσεις.


Απόψε θα σου πω για κείνα που προσπαθώ να ξεχάσω… Την θλίψη, την απόρριψη τ” αστέρια που έπεσαν εν αγνοία μου, τα θέλω που βολεύτηκαν σε χειμέρια νάρκη Απόψε θα μιλήσω θα σκεφτώ την αλήθεια που φοβάσαι Κουράστηκα Ακόμη και οι ανάσες μου σαν τις τελευταίες εκπνοές ελεύθερου δύτη μοιάζουν Απόψε θα ουρλιάξω στα μπαλκόνια της κωφής πόλης για τα δήθεν που ξαργύρωσα πανάκριβα για τα χάδια που σκόρπισα ελπίζοντας για την ζωή που δεν μου χαρίστηκε Ω ναι! θα φωνάξω μήπως ξυπνήσω το ποίμνιο αυτή την συμβιβασμένη αγέλη μέσα σου που κινείται υπεροπτικά στον θάνατο Απόψε θα τολμήσω να φοβηθώ Τόσος κόπος για μια ζωή Τόσος κόπος για λίγο παράδεισο Τόσος κόπος για λίγο αύριο Τόσος κόπος για μια αγκαλιά Απόψε μην κλειδώσεις την πόρτα όταν φύγω άσε και τα παράθυρα ανοιχτά η απώλεια δεν πτοείται από τις οχυρώσεις

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr
Απόψε θα σου πω για κείνα που προσπαθώ να ξεχάσω… Την θλίψη, την απόρριψη τ” αστέρια που έπεσαν εν αγνοία μου, τα θέλω που βολεύτηκαν σε χειμέρια νάρκη Απόψε θα μιλήσω θα σκεφτώ την αλήθεια που φοβάσαι Κουράστηκα Ακόμη και οι ανάσες μου σαν τις τελευταίες εκπνοές ελεύθερου δύτη μοιάζουν Απόψε θα ουρλιάξω στα μπαλκόνια της κωφής πόλης για τα δήθεν που ξαργύρωσα πανάκριβα για τα χάδια που σκόρπισα ελπίζοντας για την ζωή που δεν μου χαρίστηκε Ω ναι! θα φωνάξω μήπως ξυπνήσω το ποίμνιο αυτή την συμβιβασμένη αγέλη μέσα σου που κινείται υπεροπτικά στον θάνατο Απόψε θα τολμήσω να φοβηθώ Τόσος κόπος για μια ζωή Τόσος κόπος για λίγο παράδεισο Τόσος κόπος για λίγο αύριο Τόσος κόπος για μια αγκαλιά Απόψε μην κλειδώσεις την πόρτα όταν φύγω άσε και τα παράθυρα ανοιχτά η απώλεια δεν πτοείται από τις οχυρώσεις

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr
Απόψε θα σου πω για κείνα που προσπαθώ να ξεχάσω… Την θλίψη, την απόρριψη τ” αστέρια που έπεσαν εν αγνοία μου, τα θέλω που βολεύτηκαν σε χειμέρια νάρκη Απόψε θα μιλήσω θα σκεφτώ την αλήθεια που φοβάσαι Κουράστηκα Ακόμη και οι ανάσες μου σαν τις τελευταίες εκπνοές ελεύθερου δύτη μοιάζουν Απόψε θα ουρλιάξω στα μπαλκόνια της κωφής πόλης για τα δήθεν που ξαργύρωσα πανάκριβα για τα χάδια που σκόρπισα ελπίζοντας για την ζωή που δεν μου χαρίστηκε Ω ναι! θα φωνάξω μήπως ξυπνήσω το ποίμνιο αυτή την συμβιβασμένη αγέλη μέσα σου που κινείται υπεροπτικά στον θάνατο Απόψε θα τολμήσω να φοβηθώ Τόσος κόπος για μια ζωή Τόσος κόπος για λίγο παράδεισο Τόσος κόπος για λίγο αύριο Τόσος κόπος για μια αγκαλιά Απόψε μην κλειδώσεις την πόρτα όταν φύγω άσε και τα παράθυρα ανοιχτά η απώλεια δεν πτοείται από τις οχυρώσεις

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή ~ Κώστας Καρυωτάκης



Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν' άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα' πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ' ακούνε

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει. 

30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Ἔρθης δὲν ἔρθης ~ Κωστὴς Παλαμᾶς


Ἔρθης δὲν ἔρθης, ἐγὼ θὰ σύρω
τἀργὰ τὰ πόδια γοργὰ ὡς ἐκεῖ,
τὸ κουρασμένο κορμὶ νὰ γείρω
στὴν ἔρμη πέτρα τὴ μυστική.

Καὶ θὰ προσμένω καὶ θὰ πεθαίνω
καὶ θἀνασταίνομαι -μιλῶ, μένω-
μὲ τὴ μιλιά σου·
ἔρθης δὲν ἔρθης, θὰ σ᾿ ἀγκαλιάζω
καὶ μὲ τὴ σκέψη μου θὰ ταιριάζω
τὴ ζωγραφιά σου.

Νύχτα. Στὸ χῶμα θὰ πάω νὰ ψάξω
τὸ πάτημά σου νὰ βρῶ, θὰ δράξω
γῆ μέσ᾿ στὴ φούχτα νὰ τὴ φιλήσω,
κι ἀπὸ κλωνάρια κι ἀπὸ χορτάρια
μέσα στὰ χέρια δροσιὰ θὰ κλείσω,
σὰν ἀπ᾿ τὴ σάρκα κι ἀπ᾿ τὴ δροσιά σου.
Πέρα τῆς χώρας ἀνάρια ἀνάρια,
παιζογελώντας με, τὰ λυχνάρια
θὰ μ᾿ ἀχνοστέλνουν τὸ φάντασμά σου.
Μ᾿ ὅλα της νύχτας τὰ λυχνιτάρια
θὰ ψάξω νἅβρω τὸ πέρασμά σου.

Καὶ μὲ τὸ σεῖσμα τἀχνοῦ τοῦ τρόμου
ἢ μὲ τὸ κάρφωμα ἐκστατικό,
στὴ γνωρισμένη πλαγιὰ τοῦ δρόμου,
ἔρθης δὲν ἔρθης, θὰ καρτερῶ.

Τρελὸ καρτέρι, καὶ ὁλόγυρά μου
ἡ κρυφὴ νύχτα καὶ ἡ σιγανή·
μόνο γιομάτη θὰ εἶν᾿ ἡ καρδιά μου
ἀπὸ τὴν ψάλτρα σου τὴ φωνή.

Καὶ οἱ στρατολάτες ποὺ θὰ περνᾶνε,
καὶ ὅσα τριγύρω μου ριζωμένα,
κάτι ἀπὸ σένα θὰ μοῦ μηνᾶνε,
καὶ θὰ μοῦ παίρνουν κάτι ἀπὸ σένα.

Γιὰ σὲ ξανἅβρα καὶ ξαναπῆρα
τῶν εἴκοσί μου χρονῶν τὴ λύρα,
κ᾿ ἔρριξ᾿ ἀπάνου
στοὺς λυγισμένους μου ὤμους τοῦ πλάνου
πάθους ἀπότομα τὴν πορφύρα.

Τῆς ὁρμῆς εἶμ᾿ ἐγὼ τὸ παιδί,
τανἄσασμα εἶσαι τῶν ἄγριων κρίνων,
τὸ λάτρεμα εἶσαι, τὸ φυλαχτὸ
τῶν ἐρωτόπαθων πελεγρίνων.

Στερνὴ κατάρα, μοῖρα κακὴ
τούτ᾿ ἡ λαχτάρα, κοντά, μακριά σου,
ἢ σπλαχνισμένου ἀγγέλου εὐκὴ
νὰ ξεψυχήσω μὲ τ᾿ ὄνομά σου;

Ἔρθης, δὲν ἔρθης, ἐγὼ θὰ σύρω
τἀργὰ τὰ πόδια γοργὰ ὡς ἐκεῖ,
στὴν ἔρμη ἀπάνου πέτρα θὰ γείρω,
Ἴσκιε, στὰ πόδια σου τὸ κορμί...

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Μαρία Πολυδούρη ~ Κλείστε ερμητικά τις θύρες



Και τώρα, κλείστε ερμητικά τις θύρες.
Τελειώσαν όλα.
Να φύγουν κι’ οι στερνοί, να μείνω μοναχή μου.
Όλα δικά μου ήταν εδώ μέσα κι’ όλα μου 'λείψαν
κ’ έμεινε τόσο απίστευτα μοναχική η ψυχή μου.

Να φύγουν όλοι! Ακάλεστοι κι’ ας ήρθανε με δώρα.
Τίποτα δεν εταίριασε στην εξαίσια γυμνότη
που με τριγύριζε λαμπρή.
Μεγαλειώδεις πλάνες
που εμπρός τους με ταπείνωσαν ικέτη και δεσμώτη.

Τώρα προφητικά σημαίνει
η μυστική καμπάνα του "Δείπνου".
Ο Μέγας Φίλος μου μηνά τη θέλησή του να 'ρθή.
Κι’ αν πάντοτε έλειπεν, όμως μεσ’ στην καρδιά του
άξια της πίστης μου έφεγγε τρισάξια η θύμησή του.

Για τη μεγάλη αναμονήν ετοιμασία θ’ αρχίσω.
Ζωντάνεψε στις φλέβες μου η ευγενική γενιά μου.
Τα χέρια μου της προσευχής, έτοιμα να συντρίψουν.
Φραγγέλιο η ασυμβίβαστη, περήφανη απονιά μου.

Κ’ έτσι θα νιώσω, με σεμνά χαμηλωμένα μάτια,
να πέφτει από το βάθρο του κ’ ένας θεός ωραίος
που εύκολα με ψαλμούς λατρείας βασίλεψε και μένει
ακόμα λαμπροστέφανος κι’ ανύποπτα μοιραίος.

Έρχεται! Ακούω που χτυπά πιο βιαστικά η καμπάνα.
Είμαι έτοιμη. Μονάχη της το τέλος αντικρύζει
πιο γρήγορο, στον πόθο της η τραγική ψυχή μου,
αμφίβολη αν τη πίστεψεν Αυτός που τη γνωρίζει...
 
Ηχώ στο Χάος