Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Για τον ατομικισμό και την εξέγερση ~ Renzo Novatore






 Υπάρχουν αυτοί που διαβεβαιώνουν πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως κοινωνικό ον. Άλλοι διαβεβαιώνουν πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως αντικοινωνικός.

  Λοιπόν, ομολογώ πως δεν κατάφερα ποτέ ν’ αντιληφθώ τι εννοούν μ’ εκείνο το << εκ φύσεως >> , όμως έχω καταλάβει πως και οι μεν και οι δε κάνουν λάθος, εφόσον ο άνθρωπος είναι κοινωνικό και αντικοινωνικό ον συγχρόνως.

  Η ανάγκη, η έλλειψη, η στοργή, η αγάπη και η συμπάθεια είναι τα στοιχεία που ωθούν τον άνθρωπο στην κοινωνικότητα και στην ένωση.

  Η επιθυμία για ανεξαρτησία κι ο πόθος για λευτεριά τον ωθούν στη μοναξιά και στον ατομικισμό. Μα, ενώ ο ατομικισμός λειτουργεί και πραγματώνεται ενάντια στην κοινωνία, η κοινωνία αμύνεται στις επιθέσεις του.

 Έτσι, ο πόλεμος ανάμεσα σε ‘’κοινωνισμό’’ και ‘’ατομικισμό’’ είναι ένας πόλεμος ζωτικότητας κι ενέργειας. Μα, ενώ το άτομο είναι απαραίτητο για την κοινωνία, είναι κι αυτή με τη σειρά της απαραίτητη για το άτομο.

  Δεν θα υπήρχε καμία πιθανότητα ύπαρξης για τον ατομικισμό, αν δεν υπήρχε μία κοινωνία ενάντια στην οποία να μπορεί να επιβεβαιώνεται και να ζει. Να εξαπλώνεται και ν’ αγάλλεται!



* * *




Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Federico García Lorca ~ Η Προαίσθηση


Η προαίσθηση
Είναι το βυθόμετρο της ψυχής
Μες στο μυστήριο,
Το ένστικτο της καρδιάς
Που ερευνά τα σκοτάδια
Του χρόνου.

Το χτες είναι ότι έχει μαραθεί,
Η νοσταλγία
Και το κοιμητήρι
Της ανάμνησης.

Το προχτές
Είναι ότι έχει πεθάνει
Η κατοικία της ιδέας που αγωνιά,
Των αχαλίνωτων Πήγασων,
Ζούγκλα της ανάμνησης
Και ερημότοποι
Χαμένοι μες στην ομίχλη
Του ονείρου.

Τίποτα δεν ταράζει τους περασμένους
Αιώνες.
Δεν μπορούμε
Ν' αποσπάσουμε ένα στεναγμό
Απ' τα συντελεσμένα.
Το παρελθόν φοράει
Το σιδερένιο θώρακά του
Και βουλώνει τ' αυτιά του
Με το μπαμπάκι του ανέμου.
Ποτέ δε θα μπορέσουν να του αποσπάσουν
Ένα μυστικό.

Οι μυώνες του των αιώνων
Κι ο εγκέφαλός του
Με τις θνησιγενείς
Σκέψεις,
Ποτέ δεν θα προσφέρουν το ποτό
Που λαχταρά η διψασμένη καρδιά.

Ωστόσο, το μελλοντικό παιδί
Θα μας αποκαλύψει ένα μυστικό
Όταν θα παίζει στο αστρικό του
Κρεβατάκι.
Κι είν' εύκολο να το ξεγελάσεις
Κι έτσι,
Ας του δώσουμε με τρυφερότητα
Το στήθος μας,
Γιατί ο σιωπηλός ασπάλακας
Της προαίσθησης
Θα μας επιστρέψει τα κουδουνάκια του
Όταν θ' αποκοιμηθεί.

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Γιώργος Σαραντάρης ~ Γράμματα Σε Μια Γυναίκα


Η γυναίκα:
- Γιατί με ρωτάς για την ψυχή μου; Όταν ακούω τη λέξη ψυχή νιώθω μια άγνοια ασυγχώρητη...


Είπες, και δεν μιλούσες παρά στον εαυτό σου, όταν είμαστε δυο που αντικρίζουμε τον θάνατο, κλέβουμε ο ένας απ' τον άλλον κάποια ελπίδα, κάποια ισχνή βεβαιότητα στην υπόσταση μιας ακέραιας ουσίας που δεν καταστρέφεται ποτέ. Αντλούμε θάρρος μακριά απ' την εικόνα μας, προσποιούμενοι πως θεσπίζουμε μια θεσπέσια ανυποψίαστη στους πολλούς αφάνταστα πλατιά ύπαρξη· όπου χωράμε εγώ και εσύ, και ίσως ακόμα όσοι τρέφουν συμπάθεια προς εμάς. Μας φαίνεται πως εκείνο το ίδιο δέος, που άξαφνα αποκαλύπτεται όταν ατενίζουμε την μοναξιά μας, τώρα μας αγναντεύει και μας πολιορκεί αλλάζοντας όψη, παίρνοντας ένα πιο ήπιο πρόσωπο, και γίνεται σεβασμός σε μια οντότητα πληρέστερη, άρα πιο ήσυχη, διάφορη απ' τον εαυτό μας. [...]

Από τους δυό μας λείπει η ενιαία πνοή, ο ίδιος συλλογισμός γύρω απ' τα εγκόσμια. Μας ένωσε μια αμφίβολη ομοιότητα στις ψυχές. Η στέρηση από γόνιμο έδαφος, που νιώθαμε κάτω απ' τα πόδια, καταστάλαξε στα βλέμματά μας που τη σύμπτωση πόνου έκριναν αμοιβαία συμπάθεια. Αλλά τα πράγματα έχουν σαφώς τεθεί από τον Πλάστη, μπορεί για τα καθέκαστα να επαρκεί ο κοινός μόχθος, μόνοι όμως αντιμετωπίζουμε το παν, δηλαδή το δίχως πρόσωπο σύμπαν. [...]

Είσαι ελεύθερη. Δεν σ' έχω στην κατοχή μου. Όταν μου ομολόγησες πως πιότερο απ' όλα λατρεύεις την ελευθερία σου, ένιωσα πως άθελά μου είχα γυρέψει να σου την αφαιρέσω, αλλά ύπουλα, που σ' έβλεπα να μην προσέχεις, βυθισμένη σε μια υπέρμετρη χαρά ή σε μια απέραντη θέα, να βγαίνεις από το ίδιο σου πνεύμα ν' αφοσιώνεσαι σε μια ζωή σταματημένη. Έδιωχνες από το το είναι σου την αληθινή ευφυΐα του, παρατούσες εκείνη τη δύναμη που διαρκώς σε ανανεώνει και σε δείχνει έτοιμη και παρούσα. Σε ώθησα προς την περιπέτεια προς το όραμα, και ίσως μέσα μου έτρεμε μια ελπίδα, να παραμείνεις εκεί, να μη σου είναι βολετό να επιστρέψεις, μάταια να συσπείρεσαι όταν σε κεντρίζει η νοσταλγία. Και η ανάμνηση ακόμα να σου 'φευγε. 

Αλλά εσύ δεν δίνεσαι. Βασανίζεσαι να δοθείς, αλλά δεν σ' αφήνει κάποιος άνεμος, κάποια φούρια που σηκώνεται από τα σπλάχνα σου, όταν πάει να μεστώσει ένας δικός σου πόθος για ηδονή για μέθη που λιγώνει το σώμα και το πνεύμα. Δεν χαίρεσαι μια τελειωμένη ανθρώπινη χαρά, δεν πάσχεις ένα τίμιο συμμετρικό πάθος. Δεν παίρνεις από τα χάδια που έχουν οι μέρες οι κλειστές, οι μέρες που μοιάζουν δωμάτια για γάμο και γιορτή. Ακολουθείς μια γραμμή που συστρέφεται γύρω απ' τον εαυτό σου και λάμπεις, σπέρνεις φως, αλλά η φωνή σου είναι χλωμή. Θέλεις τη βοήθεια του πλησίον, γιατί δεν ξέρεις από έργα δεν γνωρίζεις από θεωρία που να υπερβαίνει τον χρόνο και τους ανθρώπους.[...]

Στην επιθυμία να σφίξουμε τις σχέσεις μας όσο εκεί που δεν παίρνει, στον πόθο ν' απολαύσουμε την ηδονή που τα σώματά μας φανερά υποσχόντουσαν το ένα στο άλλο, τέλος το λεπτό αίσθημα της διαφοράς ανάμεσά μας, διαφορά δυο υποστάσεων, που μας άγγιζε ύστερα απ' τις ειλικρινέστερες εκμυστηρεύσεις απ' την πιο εξαντλητική απογύμνωση, απ' την ασυνείδητη και αφελέστατη τάση να ταιριάξουν οι αναπνοές μας, σαν γοητεία που τη σκόρπισε ο αγέρας, σ' όλες λοιπόν αυτές τις σκιές αισθημάτων έτρεχε ένα ρίγος, στον ουρανό τους σαν σύννεφο ταξίδευε η ακαθόριστη μυρωδιά της σάρκας, που δεν είναι πια σάρκα γιατί έγινε λαχτάρα και ψυχική δόνηση.
Ο λυρισμός δεν είναι άλλο πατά η πλέρια αισιοδοξία μας.

Από τη φύση σου φεύγεις, τώρα που νιώθεις πως υπάρχεις. Τώρα καταλαβαίνεις το φοβερό εμπόδιο του χρόνου, την αναπότρεπτη μικροπρέπεια του θανάτου και ποθείς την προσήλωση σε τούτη την αλήθεια, σ' αυτό τον εαυτό σου που βγήκε ξαφνικά από το χάος, και γέμισε με την πεποίθησή του σαν ογκώδες φως το κενό, προίκισε μ' ένα μοναδικό παλμό μια καρδιά που πήγαινε να ξεψυχήσει.

Σαν μια σιγή υπήρξες στο παρελθόν, τώρα μετουσιώθηκες, και παρδαλή εικόνα του βίου σου βλέπεις τις χθεσινές αγάπες. Γιατί ο εαυτός σου δεν πλαγιάζει εκεί, τρέχει μπροστά και αυθόρμητα σηκώνεται να τον προφτάσεις, για να είσαι εσύ, να είσαι συ πριν σκορπιστεί η πίστη, κάθε πίστη, από το σύμπαν.

Τώρα δεν έχεις πια καμώματα, δεν κρύβεσαι, δεν οπισθοχωρείς. Γιατί στον ανοιχτό αγώνα η τύχη σου, ο αγώνας η τύχη σου ευγενική συμπεριφορά θ' αναδείξουν. Κι η μοναξιά σου, αν χαθεί η ειδή σου, σαν άγαλμα θα παραμείνει.

- Σήμερα δεν αγαπάω πια - το είπες με παράξενη σκληρότητα, προσπαθώντας να μη με κοιτάξεις, τόσο φοβόσουνα να διαβάσεις στα μάτια μου μια έκπληξη που θα ήταν και η δική σου. Αλλά, αν δεν είδα το βλέμμα σου, μολαταύτα σε πίστεψα, είχε τέτοιο χρώμα η μιλιά σου, τέτοιο βάρος η σιωπή που ακολούθησε τα λόγια, ώστε εγώ δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Έστρεψα όλη μου την προσοχή στη μορφή σου θέλοντας ν' αγκαλιάσω την υπόστασή σου, να δω αν ολάκερη έφεγγε στο σημείο που έδειχνα τα λόγια. Τότε κατάλαβα την ειλικρίνειά σου και τον τρόπο της. Ένιωσα την πραγματικότητα που έθιγε η διάθεσή σου.

- Σήμερα δεν αγαπάω πια - Ήθελες να πεις πως αγαπάς τον εαυτό σου, τον προορισμό σου. Αλλά έναν εαυτό σου που δεν είναι άλλο παρά ο εαυτός σου (κι όχι η αυταπάτη της ενότητας ενώ είμεθα δυο, που δημιουργεί ο έρωτας), έναν προορισμό γύρω από ένα πρόσωπο, το δικό σου. Και γιατί μ' εκτιμούσες, γιατί με τοποθετούσες πάνω απ' τον εαυτό σου τις στιγμές που έπαυες να σκέφτεσαι και επέστρεφες στο παλαιό σου ήθος, γι' αυτό επέμενες στη γνώμη σου χωρίς σχεδόν καμιά μελαγχολία γυναικεία.
- Εσύ δεν μ' αγαπάς - Σα να ζητούσες να φέρεις τα πράγματα στη θέση τους, να διευθύνεις και εμένα και εσένα εκεί όπου άλλωστε αύριο θα μας οδηγούσε μόνος του ο οίστρος μας, μακριά από αγάπη και έρωτα, στο έργο. [...]

Θα μάθουμε μαζί να σωπαίνουμε, ο ένας θα διδάξει στον άλλο τη διάκριση του ανθρώπου αγνάντια στη μυστική πνευματική τροφή του, εκείνο το δυσκατάληπτο σεβασμό προς τα μελλούμενα, που και οι δυο αγνοούμε. Ο καθένας από κάποιον καιρό στοχάζεται την περιωπή του άλλου, κι όταν ακόμα ο νους του πέφτει κάθετα στον εαυτό του, λογαριάζει τον άλλο, γιατί ο άλλος, ο αναντικατάστατος άλλος, πλημμυρίζει τη σκιά όπου το είναι μας περνάει θερμαίνει με την παρουσία του μια ατμόσφαιρα που, αλλιώς, δεν θα άχνιζε τέτοιαν ευθυμία τέτοια μετρημένη αναπαυμένη χαρά. Και εσύ οφείλεις να το ξέρεις, μόνοι μας σκάβουμε τη χαρά, αλλά απροκάλυπτη και ιλιγγιώδη σαν άβυσσο. [...]

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Γιώργος Μακρής ~ Απόσταση


Πνιγόντουσαν τα λόγια σπρώχνοντας

Μια πέτρα στο στόμιο της πηγής τους

Κι οι δαυλοφόροι μέσα στο προαύλιο

Πρέπει να είχαν σβήσει τους δαυλούς τους

Από φόβο
μήπως το φώς γίνει στο τέλος η αίτια.

Κι οι δαυλοφόροι ήτανε πάντα ανύπαρκτοί

Ούτε το προαύλιο ξέρουμε να υπάρχει.

Όμως υπήρχε φως και κάποιος φύσηξε τη φλόγα

Ίσως οι δαυλοφόροι που κοιμήθηκαν.


Είμαστε πάντα εκεί

Που κρέμεται το κινητό σκοτάδι

Εκεί που οι διαστάσεις πρέπει να συγχέονται

Και αμφιβάλουμε αλήθεια αν είναι υπαρκτές.


Είμαστε πάντα εκεί
Που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές

Ο αγώνας τους και μείς για να παρατηρούμε.

Έχουμε την απόλαυση του θεάματος
Μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών

  Όπου αέναα τον άνεμο δολοφονούν

Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.


Οι νυχτερινές θάλασσες φοράνε την πρωινή

Μάσκα της καλοσύνης.

Οι ημερήσιες θάλασσες φοράνε τη νυχτερινή

Μάσκα της κακίας.

Και μείς στη γέφυρα του τρίτου ποταμού

Που το πρωί στις όχτες του ξερνιούνται οι πνιγμένοι

Δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό τους.

Ούτε και τα δικά μας πρόσωπα δεν ξέρουμε καλά

Ούτε να τα μαντεύσουμε μπορούμε

Όσο και αν σφίξουμε τα χέρια μας χωρίζει

Τις επιφάνειες μιας ποσότητα ανέμου.


Οι δαυλοφόροι έπεσαν να κοιμηθούν γι’ αυτό το λόγο

Και μείς γυρίζουμε την πλάτη σε κάθε μια πνοή φωτός

ή και χαμογελάμε.

Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό

Και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα

Που πνίγηκε μέσα σ’ έναν καθρέφτη.

Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες

ή ο αέρας πήξει σ’ έναν ήχο

Πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.

Fernando Pessoa ~ Μεθυσμένος Aπό Aισθήσεις


[The Persistence of Memory - Salvador Dali]

Όταν κοιμάμαι πολλά όνειρα, βγαίνω στο δρόμο, με τα μάτια ορθάνοιχτα, αλλά ακολουθώντας ακόμη τα ίχνη και τη βεβαιότητά τους. Και μένω έκπληκτος από τον αυτοματισμό μου που κάνει τους άλλους να με αγνοούν. Γιατί διασχίζω την καθημερινή ζωή χωρίς ούτε μια στιγμή να αφήσω το χέρι της αστρικής μου παραμάνας, και τα βήματά μου ηχούν κουρδισμένα, εναρμονισμένα με τα σκοτεινά σχέδια της ενύπνιας φαντασίας μου. Ωστόσο, προχωρώ με βήμα σταθερό, δεν σκοντάφτω, απαντώ σωστά, υπάρχω.

Μα στην πρώτη ανάπαυλα, όταν δεν χρειάζεται πια να προσέχω το ρυθμό των βημάτων μου, για να αποφεύγω τα οχήματα ή για να μην πατήσω τους πεζούς, όταν δεν είναι ανάγκη να μιλήσω, κι έχω απαλλαγεί από την υποχρέωση να μπω σε κάποια κοντινή πόρτα, τότε ανοίγομαι και πάλι στα πελάγη του ονείρου, σαν ένα χάρτινο καραβάκι με τις μυτερές του άκρες, και επιστρέφω στην ετοιμοθάνατη παραίσθηση μου, που λίκνισε την αόριστη συνείδησή μου της χαραυγής, μέσα στο θόρυβο των κάρων που έρχονταν από τους λαχανόκηπους.

Κι είναι τότε, την ώρα που σφύζει η ζωή, που το όνειρο ξετυλίγει τον μεγαλόπρεπο κινηματογράφο του. Κατεβαίνω μια ανύπαρκτη οδό της Κάτω Πόλης, και η πραγματικότητα ζώων που δεν υπάρχουν, μου τυλίγει τρυφερά το μέτωπο μ' ένα άσπρο μαντίλι ψεύτικων αναμνήσεων. Είμαι θαλασσοπόρος στις άγνωστες θάλασσες του εαυτού μου. Έφυγα νικητής από παντού όπου δεν πήγα. Κι είναι μια νέα αύρα, αυτή η υπνηλία που μέσα της προχωρώ, γερμένος μπροστά σε μια πορεία προς το αδύνατο.

Ο καθένας έχει το δικό του αλκοόλ. Το γεγονός της ύπαρξής μου, μου προσφέρει αρκετές δόσεις αλκοόλ. Μεθυσμένος από αισθήσεις, περιπλανιέμαι βαδίζοντας ίσια μπροστά μου. Αν δεν είναι η ώρα, πηγαίνω μέχρι το ποτάμι, να δω το ποτάμι, σαν όλους τους άλλους. Είμαι ίδιος μ' αυτούς. Και πίσω από όλα αυτά, ο ουρανός μου, όπου το άστρο μου ακτινοβολεί κρυφά στο δικό μου άπειρο.

Απόσπαμα από Το Βιβλίο της Ανησυχίας

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Charles Baudelaire ~ Ο Καθένας Με Τη Χίμαιρά του

[Gustave Moreau - Chimère]

Κάτω από έναν απέραντο γκρίζο ουρανό, σε μια μεγάλη σκονισμένη πεδιάδα, χωρίς δρόμους, χωρίς χλόη, δίχως ένα γαϊδουράγκαθο, δίχως μια τσουκνίδα, συνάντησα πολλούς ανθρώπους που περπατούσαν σκυφτοί. Ο καθένας τους κουβαλούσε στην πλάτη του μια πελώρια Χίμαιρα, βαριά σαν ένα σακί αλεύρι ή κάρβουνο, ή σαν τον εξοπλισμό ενός Ρωμαίου στρατιώτη του πεζικού.

Αλλά το τερατόμορφο ζώο δεν ήταν ένα άψυχο βάρος, αντίθετα, τύλιγε και συμπίεζε τον άνθρωπο με τους ελαστικούς και δυνατούς μυς του, γαντζωνόταν με τα δυο μεγάλα νύχια του στο στήθος του υποζυγίου του και το μυθικό του κεφάλι δέσποζε πάνω στο μέτωπο του ανθρώπου σα μια απ' αυτές τις φριχτές περικεφαλαίες που φορούσαν οι παλιοί πολεμιστές ελπίζοντας να τρομάξουν περισσότερο τον εχθρό. Ρώτησα έναν απ' αυτούς τους ανθρώπους να μου πει που πήγαιναν έτσι. Μου απάντησε πως δεν ήξερε τίποτα, ούτε αυτός ούτε οι άλλοι, αλλά πως ήταν ολοφάνερο ότι κάπου πήγαιναν, αφού τους έσπρωχνε μια ακατανίκητη ανάγκη να περπατήσουν.

Και κάτι άξιο περιέργειας: κανείς απ' αυτούς τους ταξιδιώτες δε φαινόταν εξοργισμένος με το άγριο θηρίο που ήταν κρεμασμένο στο λαιμό του και κολλημένο στη ράχη του. Θα έλεγε κανείς ότι το λογάριαζε σα μέρος του εαυτού του. Όλα αυτά τα κουρασμένα και σοβαρά πρόσωπα δεν έδειχναν καμιά απελπισία, κάτω από τον μελαγχολικό θόλο του ουρανού, με τα πόδια βυθισμένα μέσα στη σκόνη μιας γης το ίδιο απελπισμένης μ΄αυτό τον ουρανό, βάδιζαν με το υποταγμένο πρόσωπο αυτών που είναι καταδικασμένοι να ελπίζουν πάντα.

Και η πομπή πέρασε πλάι μου και βυθίστηκε μέσα στην ατμόσφαιρα του ορίζοντα, στο σημείο που η στρογγυλή επιφάνεια του πλανήτη ξεφεύγει από την περιέργεια της ανθρώπινης ματιάς.

Και για λίγα λεπτά μ' έπιασε το πείσμα να θέλω να καταλάβω αυτό το μυστήριο, αλλά γρήγορα η ακατανίκητη Αδιαφορία με κυρίεψε και βρέθηκα πιο βαριά εξουθενωμένος εγώ παρά αυτοί από τις συντριπτικές τους Χίμαιρες.

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Ποιός ξέρει ~ Μαρία Πολυδούρη



Καμμιὰν ἀπὸ τὶς πίκρες μου δὲ γνώρισες
τὶς πίκρες μου τὶς ἄσωστες τὶς μαῦρες.
Καὶ στῶν ματιῶν μου μέσ᾿ στὸ φεγγοβόλημα
τὰ δάκριά μου στεγνωμένα τὰ ᾿βρες.

Ἐσὺ μονάχα τὸ γλυκὸ χαμόγελο
καμάρωσες στὰ χείλη μου ἁπλωμένο
κ᾿ ἔχες μέσ᾿ στῶν ματιῶν μου τὸ ξαστέρωμα
τὸν πόθο σου τρελλὰ καθρεφτισμένο.

Μὲ γνώρισες νὰ γέρνω στὴν ἀγάπη σου
σὰν πεταλούδα στὸ ἄλικο λουλούδι
καὶ νὰ σκορπίζω ὅσο ἡ καρδιά μου ἐδύνοταν
μεθυστικὸ τὸ ἐρωτικὸ τραγούδι.

Γνώρισες τῆς χαρᾶς μου τὸ ἄγριο ξέσπασμα
στὸν ἀνοιξιάτικον ἀγρὸ ποὺ εὐώδα
λαχτάρας κύμα ἐγίνονταν ἡ ἀγκάλη μου
τὰ νειάτα σου νὰ σφίγγη καὶ τὰ ρόδα.

Ἐσὺ ποτὲ κρυφὰ δὲν ἀκολούθησες
τὸ βῆμα μου σὰν φεύγω ἀπὸ κοντά σου
κι᾿ ὅμως καὶ μὲ τὴ σκέψη σου μοῦ δόθηκες
καὶ μὲ τὴ φλόγα ἀκόμα τοῦ ἔρωτά σου.

Μὰ ποιὸς τὸ ξέρει ἄν, μία στιγμὴ βρισκόσουνα
κάπου ποὺ νὰ μὲ βλέπεις ὅταν γέρνω
καὶ σκύβω μαζωχτὴ κάτω ἀπὸ τἄγριο
χτύπημα, τὶς στριγγὲς φωνὲς ποὺ σέρνω
ἂν ἄκουες, καὶ στοῦ πόνου τὸ ξεχείλισμα
τὸ δόσιμο στὸ ξέψυχο μεθύσι,
τὰ δάκρια, ὤ, θὰ μ᾿ ἀρνιόσουν ὅλα ἂν τἄβλεπες.
Κι᾿ ὅμως μου λὲς πὼς μ᾿ ἔχεις ἀγαπήσει.


Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Oscar Wilde - De Profundis (Αποσπάσματα)

Τις ταραγμένες και σπαραχτικές νύχτες της αγωνίας, τις μακρόσυρτες, μονότονες μέρες του πόνου, τον εαυτό μου κατηγορώ.
*
Αποκατέστησα και πάλι το σκισμένο πλέγμα της φαντασίας μου, ξαναπήρα τη ζωή μου στα χέρια μου.
*
Εσύ δεν μπορούσες να ξέρεις, δεν μπορούσες να καταλάβεις, δεν μπορούσες να εκτιμήσεις.
*
Η βάση του χαρακτήρα είναι η δύναμη της θέλησης.
 *
Στη δική σου περίπτωση, έπρεπε κανείς να υποταχθεί σε εσένα ή να σε παρατήσει. Δεν υπήρχε τρίτη λύση.
*
Υποχωρούσα πάντα σε εσένα. Η φυσική συνέπεια ήταν οι αξιώσεις σου, οι προσπάθειές σου για κυριαρχία, οι υπερβολικές σου απαιτήσεις να γίνονται όλο και πιο παράλογες.
*
Σε άφησα ν' αποστραγγίσεις τη δύναμη του χαρακτήρα μου και για εμένα η απόκτηση μιας συνήθειας αποδείχτηκε πως είναι όχι μονάχα αποτυχία, μα καταστροφή.
*
Με την τρομερή αλχημεία του εγωισμού, μετέτρεψες τις τύψεις σου σε οργή.
 *
Δεν ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκα στην ανάγκη να σώσω τον εαυτό μου.
 *
Αν καθώς θα διαβάζεις τα όσα σου γράφω θα πυρώνεται που και που το πρόσωπό σου από ντροπή, σα να στέκεσαι μπροστά στην μπούκα μιας υψικαμίνου, τόσο το καλύτερο για εσένα. Το έσχατο ελάττωμα είναι να είσαι ρηχός. Κάθε τι που συνειδητοποιείται είναι σωστό.
 *
Έδειχνες τη συμπόνοια και την αισθηματικότητα ενός θεατή, που παρακολουθεί ένα μάλλον συγκινητικό έργο. Το ότι ήσουνα ο πραγματικός συγγραφέας της φριχτής τραγωδίας, αυτό ποτέ δεν πέρασε απ' το νου σου. 
*
Δεν υπάρχει λόγος να λες σ' έναν άλλον κάτι, που δεν αισθάνεται και δεν μπορεί να το καταλάβει. 
*
Τα μεγάλα πράγματα της ζωής είναι αυτά που φαίνονται πως είναι και γι' αυτό το λόγο, όσο παράξενο κι αν ίσως σου φανεί, είναι συχνά πολύ δύσκολο να ερμηνευθούν. Όμως τα μικρά πράγματα της ζωής είναι σύμβολα.
*
Όπου υπάρχει θλίψη ο τόπος είναι ιερός, κάποια μέρα οι άνθρωποι θα καταλάβουν τι σημαίνει αυτό. Δε θα ξέρουν τίποτα απ' τη ζωή ώσπου να το μάθουν.
*
Δεν είναι πια για 'μας να ξαναδούμε τις ακτίνες της σελήνης.
 *
Μου ΄κανες το ψωμί πικρό και το νερό γλυφό. Τη θλίψη που έπρεπε να μοιραστείς μαζί μου, εσύ τη διπλασίασες, τον πόνο που θα 'πρεπε να πασχίζεις να ελαφρύνεις, εσύ τον ενέτεινες, ως την αγωνία.
*
Έχω μπροστά μου τόσα που πρέπει να κάνω, ώστε θα το θεωρούσα φοβερή τραγωδία αν πέθαινα προτού μου δοθεί η δυνατότητα να πραγματοποιήσω έστω και λίγα απ' αυτά.
 *
Η θλίψη, λοιπόν, κι όλα όσα διδάσκει η θλίψη, είναι ο καινούριος μου κόσμος.
 *
Μονάχα μια φύση που δε διαθέτει καθόλου φαντασία ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τους ανθρώπους που βρίσκονται πάνω στο βάθρο τους. Ένα βάθρο μπορεί να 'ναι κάτι το εντελώς ψεύτικο.
 *
Κάτω απ' τη θλίψη υπάρχει πάντοτε η θλίψη.
Πίσω απ' τη θλίψη υπάρχει πάντα μια ψυχή.
Και το να κοροϊδεύεις μια ψυχή που πονάει, είναι πράγμα φριχτό.
                                                                   *
Κανένας δεν μπορεί να μεταθέσει τις ευθύνες του σε κανέναν.
Οι ευθύνες ξαναγυρίζουν πάντα τελικά στον ιδιοκτήτη τους.
 *
Τα μυστικά είναι πάντοτε μικρότερα απ' τις εκδηλώσεις τους.
Με τη μετατόπιση όμως ενός ατόμου μπορεί να τρανταχτεί ένας ολόκληρος κόσμος.
*
Τα λόγια μου ίσως να σε πικραίνουν υπερβολικά καμιά φορά, δεν μπορείς ωστόσο να αρνηθείς τα γεγονότα.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Τα νεκρά φύλλα ~ Jacques Prévert



Ω! Θα ήθελα τόσο να θυμάσαι
τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
Την εποχή εκείνη η ζωή ήταν πιο όμορφη
Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.
Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι.
Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει ...
Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
Και ο βόρειος άνεμος τις παρασύρει
Στην κρύα νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει
Το τραγούδι που μου τραγουδούσες.

Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει.
Εσύ, μ' αγαπούσες κι εγώ σ' αγαπούσα
Και ζούσαμε οι δυο μαζί,
Εσύ, μ' αγαπούσες κι εγώ σ' αγαπούσα.
Αλλά ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούντιαι,
Πολύ γλυκά, χωρίς να κάνει θόρυβο
Και η θάλασσα αφήνει στην άμμο
Τα ίχνη των χωρισμένων εραστών.

Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
Αλλά η αγάπη μου σιωπηλή και πιστή
Χαμογελά πάντα και ευχαριστεί τη ζωή.
Σ' αγαπούσα τόσο πολύ, ήσουν τόσο όμορφη.
Πώς θες να σε ξεχάσω;
Εκείνη την εποχή, η ζωή ήταν πιο όμορφη
Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.
Ήσουν η πιο γλυκιά μου φίλη
Αλλά δεν έχω παρά θλίψη
Και το τραγούδι που τραγουδούσες,
Πάντα, πάντα θα το ακούω !




Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Jorge Luis Borges ~ Η κατοικία του Αστερίωνα

(Νίκος Εγγονόπουλος - Θησέας και Μινώταυρος, 1960)


Η δε [Πασιφάη] Αστέριον εγέννησε.
Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Γ', 1

Ξέρω πως με κατηγορούν ότι είμαι φαντασμένος κι ίσως, ακόμα πως είμαι μισάνθρωπος, ή και τρελός. Τέτοιες κατηγορίες αυτές (που θα τις τιμωρήσω όταν θα' ρθει ο καιρός) είναι γελοίες. Είναι αλήθεια πως δεν βγαίνω από το σπίτι μου, κι είναι αλήθεια επίσης πως οι πόρτες του (που ο αριθμός τους είναι άπειρος*) είναι μέρα νύχτα ανοιχτές για τους ανθρώπους και τα ζώα. Μπορεί να μπει όποιος θέλει. Εδώ δεν βρίσκει βέβαια κανείς γυναικείες πομπές, ούτε τυπικότητες και πολυτέλειες όπως στα παλάτια, βρίσκει μονάχα ηρεμία και μοναξιά. Και βρίσκει ακόμα ένα σπίτι που όμοιό του πάνω στη γη δεν υπάρχει. (Όποιοι ισχυρίζονται ότι στην Αίγυπτο υπάρχει ένα παρόμοιο, είναι ψεύτες). Ακόμα κι εκείνοι που με συκοφαντούν, το παραδέχονται πως ούτε ένα έπιπλο καν δεν βρίσκεται μέσα σ' αυτό το σπίτι. Άλλο γελοίο είναι που λένε πως εγώ, ο Αστερίωνας είμαι φυλακισμένος. Να ξαναπώ πως δεν υπάρχει ούτε μία κλειδωμένη πόρτα; Να προσθέσω πως δεν υπάρχει ούτε μία κλειδαριά; Άλλωστε, κάποιο βραδάκι, βγήκα στο δρόμο∙ κι αν γύρισα πριν νυχτώσει, το' κανα γιατί φοβήθηκα τα πρόσωπα του όχλου: πρόσωπα άχρωμα και επίπεδα, σαν ανοιχτή παλάμη. Ο ήλιος είχε βασιλέψει πια, όμως το τρομαγμένο κλάμα ενός παιδιού κι οι φοβισμένες ικεσίες του κοσμάκη, ήταν απόδειξη πως μ' είχαν αναγνωρίσει. Ο κόσμος προσευχόταν, έτρεχε, γονάτιζε∙ άλλοι σκαρφάλωσαν στους στυλοβάτες του ναού με τα Πελέκια∙ άλλοι μάζευαν πέτρες. Κάποιος, μάλιστα, νομίζω ότι βούτηξε στη θάλασσα για να κρυφτεί. Δεν είναι τυχαίο που ήτανε βασίλισσα η μάνα μου: δεν μπορώ να συγχρωτίζομαι με το πλήθος, όσο και αν η ταπεινοφροσύνη μου το επιδιώκει.

Το γεγονός είναι πως είμαι μοναδικός. Δεν μ' ενδιαφέρει τί μπορεί να μεταδώσει ο ένας άνθρωπος στον άλλον∙ Σαν τον φιλόσοφο, σκέφτομαι πως τίποτα δεν μεταδίδεται με την τέχνη της γραφής. Οι ασήμαντες κι ενοχλητικές λεπτομέρειες δεν έχουν θέση στο πνεύμα μου, που είναι πλασμένο για σπουδαία και μεγάλα πράγματα. Ποτέ μου δεν κατάφερα να συγκρατήσω σε τι διαφέρει το ένα γράμμα από το άλλο. Απ' τη μεγάλη μου ανυπομονησία δεν μπόρεσα να μάθω να διαβάζω. Μερικές φορές λυπάμαι γι' αυτό, επειδή οι νύχτες και οι μέρες είναι μεγάλες.

Βέβαια δεν μου λείπει η ψυχαγωγία. Σαν το κριάρι που ορμά, τρέχω στις πέτρινες στοές μέχρι να πέσω, ζαλισμένος, στο πάτωμα. Παραφυλάω στη σκιά του πηγαδιού ή στη στροφή του διαδρόμου και κάνω πως με ψάχνουν. Ανεβαίνω σε κάτι ταράτσες απ' όπου πέφτω ώσπου να καταματωθώ. Οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να κάνω πως κοιμάμαι, με τα μάτια κλειστά και την ανάσα μου λαχανιαστή. (Μερικές φορές κοιμάμαι πραγματικά και, συχνά όταν ανοίγω τα μάτια μου, το χρώμα της μέρας έχει αλλάξει.) Αλλά απ' όλα τα παιχνίδια, προτιμώ να παίζω τον άλλο Αστερίωνα. Κάνω πως έρχεται να με επισκεφθεί και πως του δείχνω την κατοικία μου. Με υποκλίσεις και ευγένειες του λέω: "Τώρα ξαναγυρίζουμε στην προηγούμενη διασταύρωση" ή "Τώρα θα βγούμε σε μια άλλη αυλή" ή "Καλά έλεγα εγώ πως θα σου άρεσε ο αγωγός" ή "Τώρα θα δεις μια στέρνα που γέμισε άμμο" ή "Αμέσως μετά το υπόγειο διακλαδίζεται. Μερικές φορές κάνω λάθος και σκάμε στα γέλια κι οι δυο.

Αλλά δεν έχω φανταστεί μονάχα τούτα τα παιχνίδια∙ έχω σκεφτεί και το σπίτι μου. Όλοι οι χώροι του σπιτιού επαναλαμβάνονται πολλές φορές, αλλά κάθε μέρος είναι διαφορετικό. Δεν υπάρχει ένα πηγάδι, μία αυλή, ένας στάβλος, μια γούρνα, αλλά δεκατέσσερις (άπειρες) γούρνες και στάβλοι και πηγάδια κι αυλές. Το σπίτι έχει το μέγεθος του κόσμου∙ ή, μάλλον, είναι ο κόσμος. Παρ' όλα αυτά, αφού εξάντλησα αυλές τα πηγάδια και σκονισμένες στοές από γκρίζα πέτρα και ξεθάρρεψα, βγήκα στο δρόμο κι είδα επιτέλους το ναό με τα Πελέκια και τη θάλασσα. Και δεν είχα καταλάβει, μέχρι που μου το φανέρωσε ένα όνειρο, τη νύχτα, πως είναι πάλι δεκατέσσερις (δηλ. άπειρες) οι θάλασσες και οι ναοί. Όλα υπάρχουν πολλές φορές, δεκατέσσερις φορές, εκτός από δυο πράγματα που φαίνεται πως υπάρχουν μονάχα μια φορά: εκεί πάνω, ο περίπλοκος ήλιος∙ εδώ κάτω, ο Αστερίωνας. Ίσως να 'μαι εγώ που έφτιαξα τ' αστέρια και τον ήλιο και το πελώριο σπίτι, μα δεν θυμάμαι πια.

Κάθε εννιά χρόνια μπαίνουν στο σπίτι εννιά άνθρωποι για να τους γλιτώσω απ' το κακό. Ακούω τα βήματά τους και τις φωνές τους από το βάθος των πέτρινων στοών και τρέχω χαρούμενος να τους συναντήσω. Η τελετή κρατάει λίγα λεπτά. Ο ένας μετά τον άλλο σωριάζονται, χωρίς να λερώσω τα χέρια μου με αίμα. Πέφτουν ο ένας ύστερα απ' τον άλλο, δίχως καν να ματώσω τα χέρια μου. Μένουν εκεί όπου έπεσαν και τα σώματά τους με διευκολύνουν να ξεχωρίζω τη μια στοά απ' την άλλη. Δεν ξέρω ποιοι είναι, ξέρω μονάχα ότι ένας απ' αυτούς προφήτεψε πεθαίνοντας πως κάποια μέρα θα φανεί κι ο δικός μου λυτρωτής. Από τότε, δεν με βαραίνει πια η μοναξιά, ξέροντας ότι ο λυτρωτής μου υπάρχει και ότι στο τέλος θα σταθεί πάνω στο χώμα. Αν το αυτί μου μπορούσε να πιάσει τον κάθε ψίθυρο του κόσμου, θα καταλάβαινα τα βήματά του. Ελπίζω να με πάει σ' έναν τόπο με λιγότερες στοές και λιγότερες πόρτες. Πώς να 'ναι, τάχα, ο λυτρωτής μου; Αναρωτιέμαι. Άραγε θα 'ναι ταύρος ή άνθρωπος; Να είναι, τάχα, ταύρος με κεφάλι ανθρώπου; Ή θα είναι σαν κι εμένα;

Ο πρωινός ήλιος άστραφτε πάνω στο μπρούντζινο σπαθί. Δεν είχε χυθεί ούτε σταγόνα αίμα.

"Θα το πιστέψεις, Αριάδνη;" είπε ο Θησέας. "Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου."
 
Μυθοπλασίες, 1944

* Το πρωτότυπο γράφει δεκατέσσερις, όμως υπάρχουν σοβαροί λόγοι που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, στο στόμα του Αστερίωνα, το αριθμητικό αυτό επίθετο έχει την έννοια του απείρου.
 
Από το βιβλίο Μπεθ, Ένα αρχείο για τον Μπόρχες - Δημήτρης Καλοκύρης

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Κώστας Καρυωτάκης ~ Οι αγάπες


Θα 'ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου
θα καθίσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.
Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

«Αδελφέ» θα μου πουν «δέντρα φεύγουνε
μες στη θύελλα, και πια δε μπορούμε,
δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.
Ένα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,
συναγμένο από χρόνια, το δάκρυ.

«Τα χρυσά που 'ναι τώρα φθινόπωρα,
πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο
ουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;
Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;

»Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,
κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας, αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε.»

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,
θ’ απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει, και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους
που γεμίζανε φως τη ζωή μου…

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Χάρης Δεσμώτης ~ Γιάννης Πετρόπουλος


Χάρης: (Η φυλακή)... Να ανοιχτεί, να σπαστεί και τα κομμάτια της να σκορπιστούν στους δρόμους της κοιμισμένης πολιτείας, να την ξυπνήσουν και να της ξεσκίσουν το πέπλο της άγνοιας που μ’ αυτό έντυνε την εντιμότητά της. Άλλο από τις αλυσίδες αυτής της ζωής δεν γνώρισα, τίποτε άλλο.

Θέλεις να σου πω τι ένιωθα όταν μ’ έδεναν στο σταυρό, ε. Τότε που τράβαγαν ψηλά τους χαλκάδες, τους τέντωναν για ν’ ανυψωθώ και για να μην ακουμπάει ούτε το μεγάλο δάχτυλο στη γη, λες κι αν πατούσε θα τους έκλεβε την ευτυχία και επειδή ήμουν βαρύς, να βογγάνε, να λυσσάνε, να προσπαθούνε να με τραβήξουν ψηλά για να μου σκίζει ο πόνος τις σάρκες και αυτές την καρδιά:
“Δεσ’ τον, γερά τον πούστη,”
“Σκάσε ρε πούστη, βούλωστο!”
“Να μην πατάνε τα πόδια του στη γη. Να κρέμεται, να κρέμεται γιατί μόνο αυτός ο τρόπος υπάρχει για να καταλάβει τι είναι ανυπακοή.”
“Κάργαρε το χαλκά, τέντωσε ψηλά την αλυσίδα, ένωσέ τη μαζί του να μην έχει καθόλου λάσκο, καθόλου αέρα και σφιχτά τους καρπούς, γερά, γερά πολύ γερά.”
Και όταν, επιτέλους, καταϊδρωμένοι εκεί μέσα στη σκοτεινιά τους το καταφέρανε, τους είδα να χαίρονται. Γιατί το είχαν επιτέλους καταφέρει, γιατί με είχαν σταυρώσει στα δεσμά απάνω στον τοίχο και προπαντός γιατί, όσες προσπάθειες κι αν έκανα για ν’ ακουμπήσω στη γη και ν’ αλαφρώσω τους πόνους, συναντούσα το κενό, ήμουν κρεμασμένος στις αλυσίδες στον αέρα κι αυτό το είχαν σαν το μεγαλύτερό τους έργο. Θριαμβολογούσαν γιατί κατάφεραν κι έκτισαν έναν άνθρωπο ζωντανό.
Κι άρχιζαν:
“Τώρα λέγε ρε πούστη, εσύ είσαι ο μάγκας, εσύ είσαι ο νταής; Λέγε μωρή κουφάλα, εσύ είσαι ο νταής; Κοίτα ρε ο άψυχος, δεν έχει κότσια μια λέξη να βγάλει.”
“Μίλα μωρή πουτάνα, μίλα μωρή πόρνη, εσύ είσαι ο Χάρης, ο σκληρός, που δε δέχεσαι κουβέντα, μια κουβέντα, μια λέξη, λέγε ρε πούστη άμα έχεις καρδιά, μια λέξη κι άμα δε στην ξεριζώσω αυτή τη στιγμή, μωρή κουφάλα, να μη με λένε Καμπάνα.”
“Κοίτα ρε πούστη, το βλέπεις αυτό το γκλομπ, θα στο βάλω στον κώλο και θα στο βγάλω από το στόμα και έτσι όπως θα σ’ έχω παλουκωμένο, θα σε σύρω στο κουλούρι για να σε δούνε όλοι, για να δούμε αν άλλος, μωρή κουφάλα, θα ξανατολμήσει να αντιμιλήσει.”
“Εγώ ρε πούστη, είμαι εδώ, εγώ είμαι το κράτος, εγώ η εξουσία, εγώ τα πάντα, εγώ θα σας γαμήσω όλους, θα σας αλυσοδένω και θα σας παλουκώνω για να μάθετε ότι νταηλίκι σε μένα δεν περνάει από κανέναν.”
“Όπου να ’ναι θα μου φέρουν και τον φίλο σου κι αυτόν να δεις τι γιορτή του ετοιμάζω. Όχι από τον τοίχο όπως εσένα, αλλά από το ταβάνι θα τον κρεμάσω και κάθε ημέρα θα κόβω κι από ένα κομμάτι του για να ταΐζω τα σκυλιά.”
“Γιατί μουνόπανο,” και μου ’χωνε το ρόπαλο στο στόμα, “εδώ μέσα δεν περνάει το νταηλίκι κανενός. Εδώ θα είσαστε γονατιστά αρνάκια υπάκουα, με σκυφτά κεφάλια και γονατιστά και για να δούνε όλοι τι εστί Καμπάνας και Καπέλος. Τις σάρκες όσες θα ’χουν απομείνει στα κόκαλά σου, θα’ρθω να τις ξεκρεμάσω και με το τσιγκέλι θα τις κρεμάσω στο προαύλιο για να τις βλέπουν όλοι.”
“Για να δούμε ποιος, μωρή κουφάλα, θα ’χει ξανά την τόλμη να ξανασηκώσει σε μένα το κεφάλι. Ε, ποιος;”
“Εμπρός, βαράτε τον δυνατά, πιο δυνατά, πιο δυνατά σας λέω τον πούστη, τσακίστε τον αμείλικτα, εδώ ρε πούστη θα σαπίσεις.”

Και μεσ’ στη ζάλη του χορού τους με χτυπούσαν με τα γκλομπς, με μαστίγωναν, με έφτυναν και μου τα έχωναν:
“Είσαι άντρας ρε πούστη, μου λέγανε ξανά και ξανά, θα σε ξεσκίσουμε, θα σε γαμήσουμε, γαμώ τη μάνα σου ρε πούστη...”
Τρεις φορές λιγοθύμησα από τους πόνους και τις τρεις με συνέφεραν χτυπώντας το κεφάλι μου στον τοίχο.
“Ξύπνα μωρή κουφάλα”, ούρλιαζαν όλοι μαζί, “ξύπνα ρε πούστη, εδώ θα πεθάνεις όποτε θέλουμε εμείς και όχι όποτε θέλεις εσύ”. “Πρώτα θα σε ξεσκίσουμε και θα σε φάμε ζωντανό...”
“Γιατί από εδώ δεν πρόκειται να λυθείς ποτέ, εδώ θ’ αφήσεις την τελευταία σου πνοή...”
“Κι εμείς θα σε απολαμβάνουμε να σβήνεις και να πεθαίνεις.”
 
Κι εκεί μ’ άφηναν μέσα στο σκοτάδι, γεμάτο αίματα, πόνους, πληγές να ρέουν και να γίνονται, μέσα στη θλιβερή μοναξιά και στο φόβο που με κατάπινε, η μεγάλη μου συντροφιά, ο αμίλητος και βουβός αυτός καθρέφτης της κοινωνίας τους, ενώ κάθε τόσο έμπαινε κι από ένας δήμιος για να δει αν ακόμη αντέχω και ζω.

“Ζεις ακόμη ρε πούστη, ζεις, μωρή κουφάλα. Ρε, ζει ακόμα ρε, αυτός δεν έχει πάθει τίποτα... Χτύπα τον ρε, βάρα τον ρε τον πούστη στα σπλάγχνα, στο κεφάλι...”
Κι αυτό να επαναλαμβάνεται και να επαναλαμβάνεται. Και να το θέλω. Να το ζητώ, γιατί μέσα στο τρομερό και αδηφάγο σκοτάδι της μοναξιάς, αυτοί χωρίς να το ξέρουν, ενώ έρχονταν να μου μεταδώσουν τον τρόμο, μου έσπαζαν αυτόν τον μεγαλύτερο τρόμο, τον τρόμο της μοναξιάς και για λίγες στιγμές είχα παρέα την παρέα τους.
Ναι, αλυσοδεμένος στον σταυρό, ξέβραζα το σταυρό που είχα μέσα μου, και μαζί μ’ αυτόν και την κοινωνία τους, που τώρα εσύ μου λες να μη χιμήξω καταπάνω της και ν’ αφήσω άθικτα τους δήμιους και τους σταυρούς, όταν αυτή τη στιγμή άπειροι άλλοι είναι καρφωμένοι απάνω τους. Θες να τα ξεχάσω, να τα ξεγράψω όλα; Μ’ αυτά δεν είναι της σκέψης αλλά του κορμιού και αυτά δεν μπορεί καμία δύναμη να τα σβήσει, αυτά πάντα θα βγαίνουν και θα ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια μέχρι κάποια στιγμή ή να πάρουν μια γλυκιά ικανοποίηση ή να σε στραγγαλίσουν από τη ίδια τη φρίκη που ζητά άκαρπα δικαίωση.

Δεν υπήρχε νύχτα που να μην πετάγομαι επάνω καθώς έβλεπα ότι με έσερναν για να με δέσουν στους χαλκάδες:
Όχι. Όχι. Μη, μη όχι άλλο ούρλιαζα... και ξεχυνόμουν έτοιμος να φύγω. Να πάω πού; Εκεί όπου η βουή του σκοταδιού μου ’δινε μια και με κατάπινε...
Και ύστερα ή πριν και μετά απ’ αυτό το αποξεγύμνωμα, τι ήταν η ζωή μου, ε. Τι ήταν... Ένα τεράστιο, ένα απαραβίαστο τείχος όπου απάνω του υπήρχε μόνο μία λέξη: Απαγορεύεται. Ναι, απαγορεύεται να την αγγίξεις και όχι να τη ζυγώσεις και όλα γίνονταν ανάσα και ουσία αυτής της λέξης. Δεν υπήρχε τίποτα, μα τίποτα που δεν απαγορευότανε και επειδή θελαν να είναι πιο ορατό επάνω εκεί, κρεμάσανε τις αλυσίδες, τους χαλκάδες και τα ρόπαλά τους. Πες μου πώς θα το βγάλω αυτό το μαρτύριο, πες μου ακόμη κι αν το
αποτελειώσω από τη σκέψη μου πώς θα του απονεκρώσω τις πληγές απ’ το κορμί;
Πώς να μην τις βλέπω, να μην φαίνονται, όταν αυτές είναι μέσα βαθιά καταχωνιασμένες και κάθε τόσο ορμάνε σαν πυρκαγιά και με καίνε, ε. Πώς;
 
Γιάννης: Αντίθετα, αυτός είναι ο λόγος που με κάνει να θέλω να ζήσουμε και κυρίως εσύ, γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τα ξεθάψεις, γιατί με το θάνατο, με τη σύγκρουση, θα λάμψουν μια στιγμή μα μετά θα σβήσουν, ενώ ζώντας, αυτά, σιγά-σιγά, θέλοντας και μη, όλο θα ριζώνουν και όλο κάποιες ασίγαστες στιγμές θα βγαίνουν στην επιφάνεια. Κι από κει σιγά-σιγά θα παίρνουν αθόρυβα τα μονοπάτια και θ’ απλώνονται.
Δεν πρέπει λοιπόν να τους κάνεις αυτή τη μεγάλη χάρη, να τους δώσεις το δικαίωμα να σε σκοτώσουν, γιατί αυτό επιζητούν και μόλις λάβουν την αφορμή που θέλουν, θα το κάνουν αμέσως για να σε βγάλουν απ’ τη μέση, γιατί είσαι ένας πού ’χει περάσει απ’ τα μαρτύριά τους κι αυτό δεν το θέλουν, δεν θέλουν μάρτυρες αλλά νεκρούς που η μνήμη τους γρήγορα σβήνει, ενώ ο Μάρτυρας και τίποτα να μην κάνει, εξακολουθεί βουβός να τους
δείχνει την αξία τους, αυτήν που ποτέ δεν είχαν.
Όχι αυτή που παρουσιάζουν αλλά αυτή που είναι μέσα στα σκοτάδια και πίσω από πανύψηλους τοίχους.
Γιατί δεν είσαι ο μόνος που έχει υποστεί μαρτύρια ούτε θα είσαι ο τελευταίος αλλά είσαι από τους σπάνιους που έχουν αντέξει και ζεις. Μα κυρίως χωρίς να έχεις τρελαθεί, κάτι το πολύ, πάρα πολύ σπάνιο, κι αυτό δεν το θέλουν ποτέ. Να γιατί θέλω να ζήσεις. Γιατί αυτή η μαύρη εμπειρία που κατέχεις, δεν μπορεί να συγκριθεί αλλά ούτε να εξαγοραστεί, ακόμη κι αν το θέλεις, με όλα τα πετράδια της γης: γιατί είναι το αποτύπωμα των αληθινών, των ουσιαστικών έργων της Δικαιοσύνης. Κι αυτό θέλει να το θάψει στα τρίσβαθα και όχι να το βλέπει ζωντανό εμπρός της, γιατί αυτό φανερώνει τις πράξεις μιας ολόκληρης κοινωνίας που αμίλητη αποδέχεται τα βασανιστήρια και το ίδιο το κολαστήριο της γης που το λένε φυλακή.
Όχι στη βία, όχι στον τάφο, όχι στον θάνατο, όχι στη σύγκρουση με τα όπλα μ’ αυτούς, γιατί το μεγαλύτερο όπλο είναι το κορμί σου το περασμένο μέσα απ’ τη φωτιά τους και το οποίο το ’χεις καταφέρει και το κρατάς ορθό. Μη θέλεις να τους το χαρίσεις, τώρα ακριβώς που πρέπει να το στερεώσεις ακόμα περισσότερο.
Τώρα χρειάζεται να δείξεις όσο ποτέ άλλοτε τη δύναμή σου, γιατί προς αυτόν τον σκοπό πρέπει ν’ αποδείξεις ότι πραγματικά κατέχεις μεγάλη δύναμη.
Διαφορετικά, θα γίνεις μόνος σου ο τάφος του εαυτού σου και μαζί του θα θάψει ό,τι όμορφο με τόσους πόνους απόκτησε: τη μεγάλη και ανεκτίμητη εμπειρία. Αλλά, και αλλιώς να στο θέσω, δεν μπορούμε, ναι, δεν μπορούμε εμείς Χάρη να σηκώσουμε τα όπλα εναντίον τους.
Τι είμαστε εμείς, δύο άθλια να στο πω, γεμάτα στερήσεις και βάσανα, που μόνο το μίσος μας κρατάει όρθια.
Και που κρυφά δεν έχουμε πάψει να βογγάμε κάθε ημέρα ενώ τη νύχτα οι εφιάλτες είναι η
μόνιμη συντροφιά μας. Εμείς αντίθετα, θέλουμε ένα ήσυχο μέρος μπας και μπορέσουμε εκεί σιγά-σιγά να γλυκάνουμε, να καλμάρουμε αυτούς τους πόνους που αυτοί μας έχουν προξενήσει.
Δεν μπορούμε ν’ αντέξουμε άλλο με αυτούς και προπαντός επάνω τους να προσθέσουμε νέους, πιο δυνατούς γιατί τότε το κατρακύλισμά μας θα είναι αδυσώπητο και η ζωή ένα απέραντο μαρτύριο. Γι’ αυτό λέω φτάνει ως εδώ. Και να κοιτάξουμε, επαναλαμβάνω, πως να τους ξεφύγουμε κι αν αυτό το κατορθώσουμε, αυτό θα είναι η μεγαλύτερη νίκη που θα ’χουμε κάνει ποτέ, γιατί περάσαμε μέσα από τις πιο βαριές κακουχίες, μας έδειξαν το ατόφια αληθινό τους πρόσωπο, όχι τη μάσκα που παρουσιάζουν, τους αναγκάσαμε και την κατέβασαν και μάλιστα κάποιες φορές την ξεσκίσαμε τη μάσκα τους κι όμως εξακολουθούμε να ζούμε. Να τι θέλω.
Όχι τον θάνατο, γιατί αυτόν τον έχουμε οποιαδήποτε στιγμή, αλλά τον αέρα, τον ήλιο, τη θάλασσα και αν στο διάβα μας τύχει και κάποια γυναικεία συντροφιά για να μας σβήσει τον τεράστιο που μας κατακαίει πόθο, τότε θα είμαστε, μέσα σ’ όλους τους δυστυχείς, εμείς ευτυχείς, γιατί θα χουμε αυτά που περιφρονούν και που δεν ξέρουν την αξία τους και θ’ αγκαλιάζουμε τα περιφρονημένα. Γιατί περασμένοι μέσα από το σκοτάδι τους μάθαμε την αληθινή αξία τους μα κυρίως ποια αξία είναι αληθινή και ποια ψεύτικη. Μ’ ακόμα μαζί της μάθαμε την ανθρώπινη ποιότητα, η οποία απ’ το πως εκφράζεται, απ’ ό,τι αγκαλιάζει, και απ’ ό,τι μισεί αυτή είναι...
Αχ, να ’ξερες πόσο δύσκολο είναι με τις δικές σου εμπειρίες να μπορούσε άλλος να σταθεί, όπως εσύ τώρα, όρθιος. Μόνο αυτό να σκεφτείς θα σ’ έκανε ν’ αλλάξεις λίγο την γνώμη σου.
 
Χάρης: Μη θέλεις να συνεχίσω, τι μας έκαναν όταν μας έπιασαν με τον Γιώργο στη Κρήτη, σ’ εκείνα τα τσιμεντένια κλουβιά, γιατί έχεις περάσει από ’κει και ξέρεις. Τι θέλεις τώρα να μου πεις; Ε. Λέγε.
Εγώ θα σου πω: Την κοινωνία τους αυτή τη βλέπω για βίασμα, για λήστεμα, για σκότωμα και όσο οι πληγές θα με κατατρώνε, τόσο περισσότερο η λύσσα μου θα γίνεται αγριότερη, σκληρότερη. Γιατί ποιος άνθρωπος μετά από έναν τέτοιο εξευτελισμό που θα του κάνουν θα θέλει να ζήσει ήσυχα;
Ποιος; Τι στιγμή που οι πληγές βογκούν και θεριεύουν και ζητάνε να με καταξεσκίσουν ολόκληρο, όταν λίγο τη σκέψη κατασιγάσω και δεν ξεβράσω το ίδιο το μίσος που με γέμισαν καταπάνω τους.
Και να σκεφτείς ότι αυτό είναι το ελάχιστο, το θορυβώδες μαρτύριο που μου έκαναν, γιατί τα αθόρυβα, τα μεγάλα μαρτύρια, πάντα θα μένουν ανομολόγητα, γιατί κανένας λόγος ποτέ δεν θα σταθεί αντάξιος για να τα εκφράσει και να τους δώσει μορφή, για να τα ξεριζώσει μαζί με την ηθική τους και να τους τα ξεράσει στη μούρη τους.
Όχι δεν μπορεί και ούτε ποτέ θα μπορέσει, γι’ αυτό και εγώ βουβαίνομαι προδοτικά ενώπιόν τους. Μπροστά σ’ εκείνες τις μεγάλες, τις αιώνιες, στιγμές της οδύνης και του σπαραγμού μου. Και τώρα μου λες ν’ αφήσω τ’ όπλο και αθόρυβα, κρυφά, να φύγουμε σαν χαμένα κορμιά...
Όταν όλα κοχλάζουν και απαιτούν να ξεσηκωθώ εναντίον τους. Γιατί μόνο τότε, ναι μόνο τότε, αυτό το κορμί που βλέπεις θα βρει λίγη ανάπαυση και θα σταματήσει να σπαράζεται από τους πόνους. Γιατί μόνο τότε αυτοί θα γλυκάνουν και θα υποχωρήσουν, διαφορετικά θα γίνω η τροφή τους και ο αχρειότερος όλων. Άγνωστο μου είναι το άρωμα της γυναίκας, το χάδι, το φιλί, το γέλιο, κι’ αν θέλεις η θλίψη της. Άγνωστη μου είναι και η ίδια, γιατί ποτέ μου δεν την γνώρισα, ποτέ το χέρι μου δεν την έχει αγγίξει, ούτε γνωρίζω πως είναι όταν την αγγίζει, πώς όταν της μιλάς, ενώ το ζεστό κορμί της ποτέ δεν το κράτησα στην αγκαλιά μου. Μου ’χει λείψει αυτή η ομορφιά. Αυτή που είναι η πιο ασύγκριτη απ’ όλες τις ομορφιές, γιατί εξαιτίας της στέρησής της μέσα στο κελί πέρασα τα πιο βουβά, τα πιο τρομερά των μαρτυρίων μαρτύρια, γιατί κάθε θύμησή της ήταν μία μαχαιριά που με έκοβε με την δύναμη της λαιμητόμου στη μέση. Μα το χειρότερο, αυτό που έπρεπε να είναι το καλύτερο, είναι ότι δεν έφευγε ποτέ από τη θύμησή μου, αντίθετα σφήνωνε μέσα εκεί και με βασάνιζε ανελέητα, μέρα νύχτα, προκαλώντας ρίγη εκεί όπου θα έπρεπε να λάμπει η ευχαρίστηση. Μ’ έθλιβε, με συνέτριβε καθώς μου απόκοβαν αυτό που η ίδια η φύση έχει επιβάλει με τους αδάμαστους νόμους της να μην αποκόβεται ποτέ, γιατί είναι η ίδια η έκφρασή της και το μεγάλο της επίτευγμα. Χιλιάδες φορές άκουγα τη λέξη έρωτας κι αναρωτιόμουν τι, άραγε, είναι αυτός ο έρωτας που όλοι γι’ αυτόν μιλούν κι’ εγώ δεν τον ξέρω, δεν τον έχω ποτέ μου νιώσει για να μάθω, επιτέλους, τι είδους πράγμα είναι αυτό.
Ποιος μπορεί να φανταστεί για τι ασύγκριτο, για τι μοναδικό μαρτύριο του μιλάω και δίπλα στο οποίο κανένα άλλο, ούτε οι καθηλώσεις, ούτε οι χαλκάδες, ούτε οι σταυροί μπορούν να σταθούν για μια στιγμή δίπλα του και να συγκριθούν μαζί του. Γιατί, ακόμη και στο μαρτύριο του σταυρού, τον έρωτα ποθούσες, κι’ ας έσταζες αίμα από παντού, γιατί πίστευες χωρίς να τον έχεις γνωρίσει, ότι αυτός γιατρεύει τα πάντα. Και ότι ένα απλό
του χάδι είναι σε θέση να θάψει βαθιά την πιο βαριά πληγή... Που είναι πια αυτό το χάδι; Που είναι αυτός ο έρωτας; Ποιος νόμος, ποιος πολιτισμός, ποια δικαιοσύνη είναι αυτή που λέει: Ναι.
Ν’ αποκοπεί με το μαχαίρι το μοναδικό, όπως το φαντάζομαι, χάρισμα της ομορφιάς και στη θέση του να μπει... Ω. Τι να μπει; Αν υπάρχει κάτι που να μπορεί ν’ αντικαταστήσει αυτό το ασύγκριτο μεγαλείο, που μόνο το αντίθετό του έζησα... Και που ομολογώ ξανά, ότι δεν υπάρχει άλλο μαρτύριο να συγκριθεί μαζί του κι’ ότι η επιβολή αυτού του τερατώδους μαρτυρίου είναι ό,τι χειρότερο και ό,τι στυγνότερο έχει εμφανιστεί στη γη. Στη θέση της γυναίκας μου βάλανε τη μοναξιά. Με τύλιξαν με τα δεσμά της, με καθήλωσαν, και άρχισε το ανελέητο καταφάγωμά μου απ’ αυτό το τέρας των τεράτων, που τίποτα άλλο πιότερο δεν μίσησα, αλλά ταυτόχρονα ήταν και το μεγάλο καταφύγιο της οδύνης μου.
Εκεί μέσα έραβα τις πληγές μου και προσπαθούσα να εξηγήσω το γιατί. Όχι γιατί έγιναν σε μένα αλλά γιατί στα παιδιά κάθε ημέρα νέες ανοίγονταν.
Κι όμως αυτό, το τρομερότερο όλων των βασανιστηρίων, το έζησα επί είκοσι ατόφια χρόνια. Tι; Θέλεις, λοιπόν, και άλλα, όταν αυτή η τυραννία μου τα ’χει ξεσκίσει όλα μα όλα; Γιατί η φαντασία η πλαστή μόνο σε όργια μπορεί να υπάρχει και μόνο αυτή υπάρχει και τίποτα άλλο, απολύτως. Γι’ αυτό είναι χίλιες φορές προτιμότερο να σκοτώνεις κάποιον, παρά να τον περνάς από τέτοια ατέρμονη διαδικασία, γιατί αυτή στο διάβα της
τον κατακερματίζει εσωτερικά συθέμελα και δεν του αφήνει τίποτα άλλο από ένα φαινομενικά όρθιο κουφάρι γεμάτο σπήλαια και χοάνες απ’ όπου εκκρίεται αδιάκοπα μαύρο αίμα και πράσινο πύον...
Ας έλθουνε λοιπόν να με σκοτώσουν γιατί το κουφάρι έχει απομείνει απάνω μου, τους το χαρίζω αλλά δεν ξαναγυρνώ πίσω σε αυτό το μαρτύριο.
Όχι. Ποτέ, ποτέ, ποτέ...
Αντί για τον έρωτα να έχω συντροφιά την μαύρη σκιά της φαντασίωσης του, αντί για χάδι τα τρομερά των πιράνχας δόντια.
Όχι, όχι, χίλιες φορές όχι σου λέω, δεν αλλάζω γιατί δεν μπορώ ν’ αλλάξω τα βιώματά μου, κι αν εσύ με εγκαταλείψεις μόνος μου θα χιμήξω ν’ αρπάξω και να ληστέψω. Και ας με σκοτώσουν, δεν με νοιάζει, αρκεί να το κάνω γιατί, στο ξαναλέω, η μαύρη πια καρδιά, η γεμάτη απελπισία, που κάθε της ήχος είναι ένα μαύρο χτύπημα, μόνο τότε θα σταματήσει να οδύρεται και θα γαληνέψει.
 
Το απόσπασμα προέρχεται από το θεατρικό έργο "Χάρης Δεσμώτης" του Γιάννη Πετρόπουλου (Εκδόσεις Διάδοση) και διαδραματίζεται μετά από την κοινή του απόδραση  με τον φίλο και συγκρατούμενό του Χάρη Τεμπερεκίδη από τις φυλακές Κέρκυρας το 1986.

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Albert Camus ~ Η πτώση



[...] Έπιανα ξαφνικά τον εαυτό μου να κάνει συχνά μια ερώτηση που, ως έμπειρος άντρας, μέχρι τότε την απέφευγα πάντοτε.
Άκουγα τον εαυτό μου να με ρωτάει: "Μ' αγαπάς";
Ξέρετε ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις είθισται να σου απαντάς: "Κι εσύ";
Αν έλεγα ναι, βρισκόμουν δεσμευμένος πέρα από τα πραγματικά μου αισθήματα.
Αν τολμούσα να πω όχι, κινδύνευα να μη μ' αγαπούν πια και υπέφερα.
Όσο λοιπόν το συναίσθημα όπου είχα ελπίσει να βρω ανάπαυση απειλούνταν, τόσο το απαιτούσα από τη σύντροφό μου.
Προχωρούσα έτσι, σε όλο και πιο ρητές υποσχέσεις και κατέληγα ν' απαιτώ απ' την καρδιά μου ένα συναίσθημα όλο και αχανέστερο. [...]

[...] Με αγαπούσα υπερβολικά για να μην επιθυμώ να μην χαθεί ποτέ το πολύτιμο αντικείμενο του έρωτά μου. [...]

[...] Μόνο που, να, η επιβεβαίωση δεν είναι ποτέ οριστική, πρέπει να την κάνεις πάλι απ' την αρχή με κάθε πλάσμα.
Κάνοντάς την πάλι απ' την αρχή, σου γίνεται συνήθεια.
Σύντομα σου 'ρχονται τα λόγια χωρίς να τα σκεφτείς, κι ακολουθεί η κίνηση αντανακλαστικά, μια μέρα βρίσκεσαι να παίρνεις δίχως να ποθείς πραγματικά.
Πίστεψέ με, για μερικά τουλάχιστον πλάσματα, το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να μην παίρνεις, ότι δεν ποθείς. [...]

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Charles Bukowski ~ Η κουβέρτα


Όταν βρίσκομαι με κόσμο δεν νιώθω άνετα.
Μιλούν και ενθουσιάζονται για πράγματα που δεν μ' αφορούν.
Κι όμως, τότε είναι που αισθάνομαι πιο δυνατός.
Σκέφτομαι, αν μπορούν να υπάρχουν τόσο αποσπασματικά, τότε μπορώ κι εγώ να υπάρχω.
Αλλά όταν είμαι μόνος μου κι οι συγκρίσεις καταρρέουν μπρος στη σύγκριση του εαυτού μου με τους τοίχους, με την αναπνοή, με την ιστορία, με το τέλος μου, τα περίεργα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν.
Είναι φανερό ότι είμαι αδύναμος άνθρωπος.
Προσπάθησα να βρω βοήθεια στη Βίβλο, στους φιλοσόφους, στους ποιητές, αλλά για μένα - κατά κάποιο τρόπο - όλα τούτα κάπου έχουν χάσει την ουσία.
Μιλούν για κάτι τελείως διαφορετικό.
Πάει καιρός που έπαψα να διαβάζω.
Κάπως με στήριζε το πιοτό, η χαρτοπαιξία, ο έρωτας. Σ' αυτό μοιάζω μ' όλα τ' άλλα μέλη της κοινότητας, της πόλης, του έθνους.
Η μόνη διαφορά είναι ότι εμένα δεν μ' ενδιέφερε ποτέ να "πετύχω", δεν θέλησα οικογένεια, σπίτι, αξιοπρεπή δουλειά κλπ.
Να 'μαι λοιπόν, ούτε διανοούμενος, ούτε καλλιτέχνης και δεν είχα καν τις σωτήριες καταβολές του κοινού ανθρώπου.
Κρέμομαι κάπου στη μέση και νομίζω, ναι, αυτή είναι η αρχή της παράνοιας.

Charles Bukowski ~ Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Ένα ‘’θηλυκό’’ ~ Renzo Novatore



[από το Il Proletario, Ποντρεμόλι, ν. 1, 5 Ιουνίου 1922]

Σ’ αγαπώ πιότερο όταν διαφεύγει
η χαρά από το πικρό σου μέτωπο,
όταν η φρίκη την καρδιά σου πνίγει,
όταν στο παρόν σου απλώνεται
το μαύρο σύννεφο που αφήνει το παρελθόν.
                                                      
                                                Σαρλ Μποντλαίρ

 Είμαι ένας ποιητής περίεργος και καταραμένος.
Όλα όσα είναι αφύσικα και διεστραμμένα ασκούν πάνω μου μια νοσηρή γοητεία.
Το πνεύμα μου - δηλητηριώδης πεταλούδα με θεϊκά χαρακτηριστικά – ελκύεται από τα αμαρτωλά αρώματα που αναδύουν τα άνθη του κακού.
 Σήμερα τραγουδάω τη διεστραμμένη ομορφιά ενός ‘’Θηλυκού’’, ενός δικού μας Θηλυκού που δεν κατείχα ποτέ και δεν θα κατέχω ποτέ... Αυτή τώρα περπατά δίχως όνομα, ξεχασμένη και αγνοημένη, μέσα από τους ευάερους δρόμους της ζωής, έχοντας κλεισμένο στην καρδιά ένα τόσο βαθύ πόνο που την ανυψώνει πάνω από τη Γυναίκα και την καθιστά θεϊκή. Αυτό το σπουδαίο άνθος του κακού – μολυσμένο και μολυσματικό- περικλείει μέσα του μια ανθρώπινη καθαρότητα που πρέπει να την εξυψώνουμε σ’ όλη μας τη ζωή.
 Θηλυκό:
 Ναι, ίσως!...
 Το όνομα της περιβάλλεται από έναν περίεργο μύθο. Λέει πως το όμορφο και αμαρτωλό σώμα της, βασάνισε μέσα στην αγκαλιά της αλήτες και ληστές, γλεντζέδες και ποιητές, επαναστάτες και ήρωες...
 Όλα τα τέρατα της νύχτας γνωρίζουν τα αισθησιακά μυστικά της λευκής σάρκας της... Όλοι οι διψασμένοι για έρωτα ήπιαν τα φιλιά της... Αλλά απ’ όπου Αυτή και αν πέρασε, άφησε πίσω της πληγωμένες καρδιές και ψυχές ματωμένες, κορμιά να κλαίνε και πνεύματα εξεγερμένα...
 Γιατί Αυτή – η Τρελή-  ήταν, όπως στο ποίημα του Ζαρατούστρα, μια διονυσιακή Άρπα ηδονής για όλους και για κανέναν...
 Ενώ το αμαρτωλό και τρεμάμενο κορμί της κειτόταν στο κρεβάτι του έρωτα κυριευμένο από σπασμούς ηδονής και συμπαρασυρόμενο προς την άβυσσο της μεγάλης αφοσίωσης, το πνεύμα της ανήσυχο, αλήτικο και εξεγερμένο, περιπλανιόταν μέσα στις απέραντες εκτάσεις του απείρου για να δώσει σχήμα και μορφή σ’ ένα όνειρο αψηλάφητο, αιθέριο. Η ψυχή της άρρωστη από μοναξιά και νοσταλγία δεν άφησε ποτέ να την παρασύρει ο σπασμωδικός πυρετός της αχόρταγης σάρκας.
 Αυτή δεν αγάπησε κανέναν παρά μόνο τον εαυτό της...

*

 Κάποιος από εκείνους που έσφιξαν στα μπράτσα τους  το μυρωδάτο και έκφυλο σώμα αυτού του λευκού ‘’Θηλυκού’’ έριξε στον – δυστυχώς γόνιμο – κόλπο της, το μοιραίο σπέρμα μιας άλλης δυστυχισμένης ζωής. Το Θηλυκό κάτω από τις επιτακτικές διαταγές της φύσης γίνεται Μητέρα. Και η κοινωνία που ήταν άδικη, εκδικητική και σκληρή με το Θηλυκό, έκανε τα ίδια τόσο στη Μητέρα όσο και στο παιδί της. Το-  μόνο και ανυπεράσπιστο μωρό - , το έριξαν στις ορμητικές καταιγίδες εκτεθειμένο στην πιο θλιβερή μοναξιά, έτσι δυστυχισμένο και απελπισμένο.
 Η μητέρα μόνη, χλευασμένη, κατατρεγμένη, καταραμένη, εξαπατημένη. Αυτό θλιμμένο και μελαγχολικό. Παιδί ενός θύματος ήταν και αυτό με τη σειρά του… πρώιμο θύμα.
 Καρφώνω το βλέμμα μου στη μυστηριώδη αυγή της ψυχής αυτού του περίεργου Θηλυκού για να μαζέψω τα σκορπισμένα συντρίμμια. Ξέρω ότι κάτω από τη διονυσιακή ευδαιμονία αυτών των διεστραμμένων και αναμαλλιασμένων  πλασμάτων, περνάει σχεδόν πάντα ένα λεπτό νήμα μυστικιστικής μελαγχολίας… Στην ποιητική φαντασία μου τη βλέπω σαν έφηβη παρθένα, που για πρώτη φορά ο καυτός και διεστραμμένος ήλιος της ηδονής και της απόλαυσης, βυθίζεται σα χρυσαφένια λάμα στην τρεμάμενη σάρκα της κάνοντας να αντηχεί στην ψυχή της η ακατάβλητη κραυγή ξεχειλίζουσας νιότης: αγάπη! αγάπη! αγάπη!
 Ίσως ήταν μια αυγή άτονη, ξανθιά, ίσως ήταν ένα κόκκινο ηλιοβασίλεμα.
Αυτή παραδόθηκε στην πρώτη ερωτική αγκάλη και από εκείνη την ημέρα το λευκό της κορμί μετατράπηκε σε μια Άρπα ηδονής, σε ένα ποίημα παραδομένο στις παγανιστικές φλόγες: ένας μεθυσμένος ύμνος τραγουδισμένος πέρα από το καλό και το κακό, εκεί όπου τελείτε η εικονοκλαστική τελετουργία της χαράς της ανθρώπινης ύπαρξης. Αλλά κάτω από τη διονυσιακή ευδαιμονία αυτού του διεστραμμένου και αναμαλλιασμένου πλάσματος κυλάει πάντα ένα λεπτό νήμα μυστικιστικής μελαγχολίας.
 Μια μέρα ίσως από αυτές τις θλιμμένες μέρες, τότε που τα άστρα βρίσκονται ανάμεσα σε εκείνες τις απόκρυφες μαγνητικές δυνάμεις, που προαναγγέλλουν πως είναι το σκοτεινό πεπρωμένο της ίδιας μας της μοίρας σ’ ένα κατακλυσμένο από το λαό, δρόμο μιας μεγάλης θορυβώδους πόλης, τρεις ή τέσσερις πυροβολισμοί αντηχούν απειλητικά.
 Ένας χλωμός έφηβος που είχε φτάσει στη φρικτή κορυφή της πιο τραγικής απελπισίας πριν να πέσει εξαντλημένος και νικημένος στη λάσπη καταμεσής του δρόμου, ήθελε να ακούσει τον υπόκωφο θόρυβο της διαμαρτυρίας του η αναίσθητη ανθρωπότητα που αγνοεί  τα πάντα. Τραγικό και θλιβερό γεγονός. Μαζί μ’ ένα μέλος της ένοχης κοινωνίας χάνεται και ένας σύντροφος.
Ποιος ήταν ο χλωμός έφηβος που μετέτρεψε το λεπτό του χέρι, ίδιο με ένα λευκό κρίνο, σε εκδικητικά νύχια; Ο γιός του εξεγερμένου Θηλυκού: της απροκατάληπτης ! 

*

 Κατά την τραγική αναγγελία, το διεστραμμένο Θηλυκό κλείστηκε στον εαυτό της, σα μια μελαγχολική δακρυσμένη ιτιά εκτεθειμένη στην ορμή της θύελλας και εξαγνίστηκε μέσα από το μεγάλο πόνο της θανάσιμα τραυματισμένης Μητέρας, που προκαλούσε το πιο εσώτερο, το πιο ακριβό και απόκρυφο απ’ όλα τα αισθήματα της! Αυτό το αισθησιακό άνθος του κακού ξέπλυνε της ίσως βρώμικη ωστόσο όμορφη ψυχή της, με τη θεϊκή και ευλογημένη δροσιά των δακρύων της και ύστερα μετατράπηκε σε κρίνο, όμορφο, καθαρό και αμόλυντο.
Εκείνη την αναίσθητη ψυχή της που ίσως ποτέ κανένας δεν μπόρεσε να την κατακτήσει, και που την είχε φυλάξει για να δοκιμάσει το μεγάλο πόνο που το ίδιο της το παιδί, το ίδιο της το σπλάχνο θα της προκαλούσε για να εκδικηθεί ενόσω η ίδια έπαιρνε την εκδίκηση της.

*

 Το ’’Θηλυκό’’  αναμαλλιασμένο και χαρούμενο, είναι σήμερα η μοναχική Μητέρα που κλεισμένη στον πόνο της, άφωνη κι τραγική, σα μια ανέκφραστη σφίγγα, περπατά δίχως όνομα μέσα στους δηλητηριώδεις δρόμους της ζωής, ίσως για να συγχωρέσει, ίσως για να καταραστεί…
Η ψυχορραγούσα Αναρχία του ελεύθερου ενστίκτου έχει καταφύγει στην εξευγενισμένη ευαισθησία του, πρωτόγνωρου  για αυτή, μητρικού αισθήματος και από τη συνένωση των δύο αυτών βαθιά ανθρώπινων στοιχείων, είναι που πρέπει τώρα να αστράψει μια πνευματικότητα τόσο εκθαμβωτική που θα φωτίσει ακόμα και τους πιο άγνωστους αστερισμούς του ανθρώπινου πόνου.
Εγώ ανοίγω το στόμα προς το άγνωστο και φωνάζω δυνατά αυτό το Θηλυκό- Μητέρα για να την χαιρετίσω αποκαλώντας την Αδελφή.
 Και η ‘’Γυναίκα’’ ;
 Τι με νοιάζει εμένα;
 Σήμερα αυτό το Θηλυκό ζει υπεράνω αυτής, σε μια κορυφή πιο ψηλή!
Αγαπώ τα αναμαλλιασμένα και χαρούμενα πλάσματα που κάτω από το διονυσιακό τους παγανισμό κυλάει ένα λεπτό νήμα μυστικιστικής μελαγχολίας.
Και τα αγαπώ περισσότερο όταν στο παρών τους απλώνεται το μαύρο σύννεφο που αφήνει το παρελθόν…