Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Μια μέρα σαν τις άλλες ~ Τάσος Λειβαδίτης

Το να ξυπνάς ντυμένος στο κρεβάτι, σ’ ένα δωμάτιο που το βλέπεις για πρώτη φορά, είναι βέβαια, ένας κακός οιωνός για τη μέρα που αρχίζει. Μα να μη θυμάσαι καθόλου το πώς βρέθηκες μέσα σε τούτο το άγνωστο σπίτι καταντάει λίγο σαν εφιάλτης.
"Μήπως με βρήκαν μεθυσμένο χτες το βράδυ και με περιμάζεψαν;" σκέφτηκα.
Μου συνέβαινε καμιά φορά. Το στόμα μου όμως ήταν περίφημα, χωρίς εκείνη την ξινή, τραχιά γεύση του χωνεμένου κρασιού. Και το κεφάλι μου ανάλαφρο.

Κοίταξα γύρω το δωμάτιο μήπως μπορέσω να θυμηθώ. Ήταν ευρύχωρο, σχεδόν βαρετά ευρύχωρο, με ψηλό ταβάνι, τέτοια δωμάτια πρέπει να ’χουν κάτι παλιά γερασμένα αρχοντικά που βλέπεις καμιά φορά σε μακρινά σημεία της πόλης. Μοναδική επίπλωση το κρεβάτι που’ μουνα πλαγιασμένος, κι αυτό παλαιϊκό, φαρδύ, με μαύρα σιδερένια κάγκελα, και σε μια εσοχή του τοίχου ένας θαμπός νιπτήρας, σαν κείνους στα φτηνά ξενοδοχεία των συνοικιών. Το πιο περίεργο απ’ όλα ήταν ένα παράθυρο κοντά στην οροφή. Μα ένα παράθυρο που δεν ήταν δικό μου, θέλω να πω, δεν ήταν της κάμαρας που βρισκόμουνα. Το παράθυρο ανήκε στο διπλανό σπίτι κι οι γρίλιες του ανοίγαν προς τα μένα.
"Τόσο έφτασε, λοιπόν, στο αδιαχώρητο η ανοικοδόμηση της πόλης, συλλογίστηκα, που τα παράθυρα του ενός σπιτιού κοιτάζουν μέσα στο άλλο;"
Πίσω στα τζάμια ένας άνθρωπος απροσδιόριστος, έκανε πως τηλεφωνεί, ενώ με την άκρη του ματιού κάρφωνε κάθε κίνησή μου. Ήμουνα έτοιμος να κάνω μια σειρά σκέψεις γύρω από την πολεοδομική και την αλματώδη αύξηση του πληθυσμού, όταν στο βάθος άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας γερασμένος κυρτός άντρας με αραιά, άσπρα μαλλιά κρατώντας ένα δίσκο στο χέρι. Το πρόσωπό του σα να μου φάνηκε γνωστό, χωρίς όμως να μπορώ και με ακρίβεια να το βεβαιώσω.

- Βράδιασε κιόλας, είπε, με κάπως κουρασμένη φωνή, κι ακούμπησε πλάι μου, στο κρεβάτι, το δίσκο με το φλιτζάνι.
Πριν προφτάσω να τον ρωτήσω πού βρίσκομαι είχε κιόλας βγει, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. "Μάλλον ξενοδοχείο θα ’ναι, καλά το κατάλαβα" και κοίταξα ξανά το θαμπό νιπτήρα.
"Πρέπει όμως να ’ναι η τελευταία φορά που κάνω αυτή την ανέμελη, τι ανέμελη, την αηδιαστική ζωή, να γυρίζω στα καπηλειά και τα ξενοδοχεία. Στο τέλος, δεν είμαι πια παιδί".
Οι υγιεινές τούτες αποφάσεις μου δώσαν κουράγιο κι ένοιωθα αρκετά ευδιάθετος όταν γύρισα να πάρω το φλιτζάνι. Μα το φλιτζάνι ήταν άδειο. Ωραίο κι αυτό!
"Μήπως χύθηκε;" Έσκυψα να δω κάτω στο πάτωμα· ούτε στάλα. Είχα ανοίξει κιόλας το στόμα μου να βάλω τις φωνές και να κατσαδιάσω αυτό το γερο βλάκα τον ξενοδόχο, όταν μια σκέψη με καθησύχασε.
"Καλύτερα, ποιος ξέρει πόσες ώρες θα ’χανε ψήσει τον καφέ, κι αν τον είχαν αφήσει έρημο στην κουζίνα και τον είχε μαγαρίσει καμιά γάτα; Δεν αποκλείεται πριν μου τον σερβίρει να 'χε βγάλει ωραία-ωραία από μέσα μια κατσαρίδα ή και έναν ολόκληρο ποντικό. Αμ’ τους ξέρω εγώ αυτούς τους τύπους. Με μια λέξη, είσαι πιο τυχερός, όταν οι άλλοι δε σου προσφέρουν τίποτα, πίσω απ’ την προσφορά τους, να 'σαι βέβαιος, παραμονεύει πάντα κάποιος κίνδυνος". 

Είναι αλήθεια πως απόρησα γι’ αυτήν την τόσο απάνθρωπη σκέψη μου, εγώ που ’χα εντρυφήσει σε τόσο φιλολαϊκά συγγράμματα, κι είχα συγγράψει μάλιστα κι ο ίδιος μια πραγματεία για τα ξωτικά και τα φαντάσματα στη λαϊκή παράδοση. Στο μεταξύ ο άνθρωπος ψηλά στ’ ανοιχτό παράθυρο έκανε πως τηλεφωνεί.
"Στο διάβολο, δεν μπορεί πια κανείς ούτε μέσα στην κάμαρά του να μείνει μονάχος. Είναι ανάγκη αυτά τα παράθυρα ν’ ανοίγουν πάνω στα μούτρα σου;"

Σηκώθηκα, με την απόφαση να φύγω το γρηγορότερο από δω μέσα, έστω κι αν είχα πληρώσει για ένα ολάκερο μήνα προκαταβολή. Έπιασα, αρκετά νευριασμένος, το πόμολο της πόρτας, κι άνοιξα με δύναμη. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα, ο γερασμένος άντρας που μου ’φερε το άδειο φλιτζάνι, ήταν ολόιδιος ο γερο επιστάτης του σχολείου που πήγαινα παιδί.
"Μα πώς; Αναρωτήθηκα. Τότε θα ’ταν εξήντα χρονών περίπου. Κι έχουν περάσει άλλα τριάντα χρόνια; Θα ’πρεπε να ’χει πεθάνει".
Τον αγαπούσα αυτόν τον επιστάτη, με τα αιώνια δακρυσμένα μάτια και το μεγάλο κουδούνι που έβαζε τέρμα στην ακατάσχετη φλυαρία των δασκάλων. Μα γιατί μου ’φερε το φλιτζάνι άδειο;
"Ίσως να ’ναι ο γιος του". Παραδέχτηκα πως αυτό ήταν το πιο φυσικό, όταν εκεί, μπροστά στα πόδια μου, στη γωνιά του τοίχου είδα ένα μεγάλο κουδούνι.
"Αυτό καταντάει αστείο", έκανα, κάπως, βέβαια επηρεασμένος από το αναπάντεχο εύρημα. Έσκυψα και το σήκωσα. Θα ’παιρνα όρκο πως ήταν το ίδιο εκείνο κουδούνι του σχολείου, μα άλλαξα αμέσως γνώμη. 
"Μην είσαι χαζός. Όλα τα κουδούνια μοιάζουν". Καθώς το κοίταζα με περιέργεια, είδα πως έλειπε το γλωσσίδι, "άχρηστο πια, σκέφτηκα, γι’ αυτό το άφησαν έξω απ’ την πόρτα μου". Και χωρίς να το καταλάβω άρχισα να το κουνάω. Ξαφνιάστηκα με την κίνησή μου και με το βαρύ, κάπως αλλόκοτο, συναίσθημα που μου ’δωσε, ένα κουδούνι να πηγαίνει πέρα δώθε χωρίς ν’ ακούγεται κανένας ήχος, λες κι είχα αφαιρέσει όλο τον αέρα γύρω μου. Πήρα μια βαθιά εισπνοή σα να πνιγόμουν. Ακούμπησα το κουδούνι στη θέση του και διασχίζοντας το διάδρομο γρήγορα γρήγορα κατέβηκα την ξύλινη σκάλα. Μα αντί να βγω στο δρόμο βρέθηκα στην αίθουσα ενός καφενείου. Το απροσδόκητο τούτο μ’ έκανε να μην παραξενεύομαι πια με τίποτα.

Το καφενείο θα ’χε το ουδέτερο χρώμα όλων των καφενείων της γης, αν στο βάθος δεν υπήρχαν τρία κρεβάτια. Τρεις άρρωστοι, προφανώς, σκεπασμένοι με σταχτιές στρατιωτικές κουβέρτες. Θυμήθηκα την επαρχία, που έζησα ένα διάστημα, και που στο ίδιο μαγαζί που πουλούσε είδη κιγκαλερίας σου προσφέρανε και Πρώτες Βοήθειες, τίποτα λιποθυμίες, πολύ πιοτό ή κανά φονικό για λόγους τιμής. Μα για όνομα του Θεού, εδώ είναι πρωτεύουσα! Ή μήπως συμβαίνει τίποτα πιο τρομερό; Κι ο νους μου πήγε στους τραυματίες, σε μια παλιά επανάσταση, που ελλείψει νοσοκομείων τους βάζαμε στα πιο απίθανα μέρη. Κάποτε ακουμπήσαμε έναν πληγωμένο σύντροφό μας σ’ ένα μαγαζί που πουλούσε είδη γάμου. Κι επειδή κρύωνε, σε λίγο πέθανε, τον σκεπάσαμε με πολλά κάτασπρα νυφικά φορέματα.

Στο ακρινό κρεβάτι, πλάι στην έξοδο, αναγνώρισα μια εξαδέρφη μου, που την είχα κάποτε αγαπήσει, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια. Ήξερα πως πριν ένα χρόνο της είχαν οι γιατροί αφαιρέσει το ’να στήθος, από καρκίνο. Μήπως ήταν και πάλι άρρωστη, ανησύχησα. Δίπλα της, όρθιος με κείνο το παχουλό, πάντα γελαστό πρόσωπο, έστεκε ο πεθαμένος πατέρας της.

- Μας ξέχασες, είπε, σ’ ένα τόνο κάπως αστείο. Ούτε έρχεσαι να μας δεις καμιά φορά.

Ο θείος μου, βέβαια, θα εννοούσε το νεκροταφείο. Πραγματικά δεν είχα πάει ούτε μια φορά να δω το μέρος που τον θάψανε. Προσπάθησα να δικαιολογηθώ:

- Θείε μου, έκανα, ξέρετε, ένα σωρό ασχολίες, πού να σ’ αφήσουν καιρό.

Χαμογέλασε καλόκαρδα, σαν τάχα να με καταλάβαινε, ενώ η άρρωστη με κινήσεις που δεν ήθελε να φαίνονται, διόρθωνε, κάτω απ’ το νυχτικό, το δεξί ψεύτικο στήθος της. Στην άλλη άκρη του καφενείου δυο τρεις συντροφιές παίζαν χαρτιά, ακουγόντουσαν καθαρά, τα πειράγματα και οι χοντρές βρισιές τους.

Κοίταξα το ρολόι μου. Είχα ραντεβού με την κοπέλα μου, συνδεόμαστε αρκετό καιρό, μα σκόπευα να περάσω πρώτα να δω τη μητέρα μου που έμενε σ’ ένα προάστιο. Χαιρέτησα το θείο και την εξαδέλφη μου και βγήκα. Στάθηκα στη στάση του λεωφορείου και περίμενα. Ήταν φθινόπωρο κι όπως βασίλευε ο ήλιος οι στέγες παίρναν κάθε τόσο καινούργιες αποχρώσεις – κόκκινες, μενεξεδένιες, χρυσαφιές.

Ήδη, θα ’μουνα από αρκετή ώρα πια στο λεωφορείο, όταν, όχι χωρίς έκπληξη, πρόσεξα πως ήταν μισό. Μάλιστα μισό, ένα λεωφορείο κομμένο στη μέση. Το τιμόνι ήταν στο πίσω μέρος, πίσω απ’ τους επιβάτες και τ’ οδηγούσε μια γυναίκα με χοντρά μυωπικά γυαλιά, γεροντοκόρη ασφαλώς. "Επιτέλους, σκέφτηκα, οι αρμόδιοι βρήκαν έναν έξυπνο τρόπο να λιγοστέψουν τις δαπάνες. Κι αυτή η γυναίκα στο τιμόνι; Αρχίζουμε να εκπολιτιζόμαστε. Η γυναίκα παίρνει στην κοινωνία τη θέση που της αξίζει".
Το μυαλό μου θρεμμένο απ’ τα κοινωνιολογικά διαβάσματα είχε αμέσως έτοιμη μιαν απάντηση για το κάθε τι. Και πολύ με κολάκευε αυτή η ικανότητά μου.

Οι άλλοι επιβάτες δεν φαίνονταν να δίνουν και πολλή σημασία σ’ αυτές τις καινοτομίες: ένας όμορφος νεαρός, δυο κοπέλες και μερικοί άλλοι, άχρωμοι. Ο νεαρός, σε μια ηλικία που ’χα κι εγώ κάποτε, ήθελε να επιδειχθεί και μην έχοντας καθόλου φαντασία να βρει κάτι πρωτότυπο σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε κάτι ασυναρτησίες, που όμως, αν τις συναρμολογούσες, καταλάβαινες καθαρά πως ήταν μια βαριά προσβολή για μένα. Οι κοπέλες χαχάνιζαν. Εγώ, έκανα τάχα πως είμαι αφηρημένος. Κοίταζα, έξω τα γκρίζα τοπία, είχε αρχίζει να βραδιάζει πια, κι έκανα ένα σωρό σκέψεις για τις επιτεύξεις της τεχνικής, τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας κλπ. κλπ. στο βάθος, βέβαια, προσπαθώντας να μη σκέφτομαι αυτόν τον αυθάδη νεαρό που όλο γινόταν και πιο συγκεκριμένος στα πειράγματά του. Παρ’ όλα αυτά, δεν κατέβηκα εκεί που έπρεπε, μα δυο στάσεις παρακάτω.
"Είναι κι αυτό μια νίκη" ήμουν έτοιμος να σκεφτώ. Μα απλώς είχα σαστίσει και δεν πρόσεξα την στάση που ήθελα.

Βρέθηκα σ’ ένα συνοικισμό, θα ’πρεπε να 'ταν κάπου κοντά στα Σφαγεία της πόλης, γιατί ακουγόντουσαν κάθε τόσο θρηνητικά μουγκρητά και μια γλυφή μυρουδιά αίματος πλανιόταν τριγύρω. Από μακριά όλα ήταν ήσυχα και γραφικά σαν τα μικρά ορεινά χωριά που βλέπεις περνώντας με το τραίνο. Μα μόλις μπήκα λίγο στο εσωτερικό ο θόρυβος κι οι φωνές με απογοήτευσαν. Είχε πολλά μαγαζιά, όλα κρεοπωλεία, κι οι μαγαζάτορες, όπως βράδιαζε, στέκαν στις πόρτες κοιτώντας αόριστα το κενό. Τα πρόσωπα ήταν χοντρά και αιματώδη.

Πιο κει δυο γυναίκες λογόφερναν κι οι παραγιοί απ’ τα διπλανά καπηλειά χάζευαν με τα σαγόνια κρεμασμένα. Προσπάθησα να θυμηθώ αν είχα ξαναπεράσει από δω, μήπως και προσανατολιστώ. Μάταια όμως. Βέβαια, όλα, κάτι μου θύμιζαν, μα στον κόσμο μοιάζουν όλα τόσο πολύ. Να, πριν από λίγα χρόνια μ’ είχε πιάσει μια αλλόκοτη μανία σε κάθε περαστικό που αχνογράφονταν μέσα στο σούρουπο ή στα θολά φώτα της νύχτας, να βλέπω ένα φίλο μου, παλιό, που ’χε αυτοκτονήσει. Εγώ, προσωπικά, δεν είχα παίξει κανένα ρόλο στην αυτοκτονία του, απλώς τον κορόιδευα κάθε φορά που μου εξομολογιόταν πόσο δυστυχισμένος είναι. Τον κορόιδευα και του γελούσα περιφρονητικά, κατάμουτρα. Αυτό γινόταν κάμποσο καιρό, θέλω να πω, ότι έβλεπα συχνά ανθρώπους που του ’μοιαζαν. Ώσπου, μια μέρα, δεν ξαναφάνηκε πια. Ήταν από κείνο το βράδυ που πλησίασα κάποιον, και του ’πιασα το χέρι.

- Κοσμά, έκανα, γιατί δε με χαιρετάς;

- Μα σε χαιρέτησα, μου ’πε, δε θα πρόσεξες. Και ξεφεύγοντας το χέρι μου χάθηκε στην πρώτη γωνιά.

Από τότε δε με ξαναενόχλησε. Ίσως να ’φυγε απ’ την πόλη, είπα. Πάντα, θυμάμαι, είχε κατά νου ένα μεγάλο ταξίδι.

Προχώρησα στους στενούς δρόμους του συνοικισμού ψάχνοντας να βρω κάποιον ν’ απευθυνθώ. Στάθηκα έξω από ’να κρεοπωλείο. Ο άντρας, που, σχεδόν με μίσος, λιάνιζε πάνω στο στρογγυλό ξύλινο τραπέζι ένα σφαγμένο αρνί, ήταν ψηλόσωμος μ’ ένα πρόσωπο τεράστιο κι ανέκφραστο, σαν την χοντρή κοιλιά μιας νεαρής χωριάτισσας που ’χαμε, παλιά, υπηρέτρια και την είχα δει γυμνή απ’ τη μέση και κάτω, καθώς την εξέταζε ο γιατρός. Ήταν έγκυος απ’ το μεγαλύτερο αδερφό μου και πέθανε στη γέννα. Ο πατέρας μου, θαυμάσιος άνθρωπος, έδωσε ένα μικροποσό στον πατέρα της, που προίκισε μ’ αυτό τη δεύτερη κόρη του.

- Με συγχωρείτε, ζητάω το προάστιο τάδε, είπα, όσο μπορούσα πιο ταπεινά. Μήπως μπορείτε να με πληροφορήσετε;

Εκείνος χωρίς καν να σηκώσει τα μάτια του συνέχισε το κομμάτιασμα του αρνιού. Το αίμα έτρεχε από το τραπέζι κάτω στα βρώμικα πλακάκια κι έκανε έν’ αυλάκι που έφτανε μέχρι τα πόδια μου. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα, γιατί άραγε ζητάω αυτό το προάστιο; Η μητέρα μου έμεινε εκεί πριν δέκα χρόνια, και την είχαμε θάψει στο εξοχικό κοιμητήρι του. Μα ήδη πάνω δυο χρόνια που το νεκροταφείο μεταφέρθηκε, σηκώσανε όλα τα κόκαλα, και πάνω στο ίδιο χώμα είχαν χτιστεί τώρα βίλες και τα βράδια άκουγες εύθυμη μουσική απ’ τα ανοιχτά φωτισμένα παράθυρα. Αποφάσισα, λοιπόν, ν’ αλλάξω δρομολόγιο, θα πήγαινα σε μια θεία μου, αδερφή της μητέρας μου, σε μια συνοικία που πλάι της περνούσε ο σιδηρόδρομος. Θυμάμαι, παιδί, όταν η μητέρα μου αρρώστησε από μελαγχολία, ετούτη η θεία μου μ’ είχε δυο χρόνια κοντά της, κι άκληρη όπως ήταν, μου ’δειξε μια λατρεία που δε θα ξεχάσω ποτέ. Το σπίτι, βέβαια, μύριζε υγρασία και, για δυστυχία μου, μαγείρευαν την ψαρόσουπα με ρύζι και αυγολέμονο, μα και το βράδυ στο κρεβάτι, ένοιωθα το πάτωμα να τραντάζεται καθώς περνούσε ο σιδηρόδρομος, κι ήταν μια καταπληκτική μαγεία για μένα. Πρώτη φορά στη ζωή μου η νύχτα δε με φόβιζε, την περίμενα, μάλλον, για να νιώσω αυτό το λίκνισμα στο κρεβάτι, που καμιά φορά, πολύ σπάνια, μου το ξαναδίνει μια μεγάλη ερωτική στιγμή.

Πήρα, λοιπόν, το θάρρος να ξαναρωτήσω τον άντρα, που τώρα κρεμούσε στα τσιγκέλια διάφορα κομμάτια ματωμένο κρέας.

- Κύριε, με συγχωρείτε, δεν είμαι επίμονος, αλλά νυχτώνει και βιάζομαι. Μήπως μπορείτε να μου πείτε κατά πού πέφτει η συνοικία τάδε;

Τα ρουθούνια του παίξανε με κακία. Το ’βλεπα πως ήθελε να με παιδέψει. Μα εγώ έγινα ακόμα πιο γλυκομίλητος.

- Μη νομίζετε πως είμαι κάνας αχάριστος. Μια μικρή πληροφορία θέλω, και θα μπορούσα να σας την ξεπληρώσω. Ξέρω, στις μέρες μας δεν μπορεί να ’ναι κανείς απλόχερος. Μια μικρή πληροφορία, να, τόση δα, ελάχιστη, κι εγώ θα κάνω ό,τι θελήσετε. Μη με βλέπετε έτσι καλοντυμένο. Θα μπορούσα, λόγου χάρη, να σας σκουπίσω όλα αυτά τα αίματα…

Περίμενα να δω την αντίδρασή του. Μα εκείνος μου ’χε στρέψει κιόλας τα νώτα. Πήγε στο βάθος, άνοιξε το μεγάλο ψυγείο, κι έβγαλε ένα δεύτερο αρνί. Τα αίματα είχαν βρέξει πια τα παπούτσια μου. "Θα ’ναι κουφός" είπα μέσα μου και με πήρε μια μεγάλη συμπόνια. Προχώρησα, λοιπόν, κι εγώ στην τύχη. Σε λίγο ήμουν έξω απ’ το συνοικισμό, σε μια ερημιά, σαν πλαγιά λόφου, γεμάτη αραιούς θάμνους.

- Θέλετε να πάμε μαζί; Άκουσα μια φωνή δίπλα μου. Αυτός ο δρόμος είναι λίγο δύσκολος, μα είναι ο συντομότερος.

Τρόμαξα κάπως, έτσι όπως ήταν γύρω ησυχία, μα σκεφθείτε την έκπληξή μου, όταν, γυρίζοντας, είδα δίπλα μου τον επιστάτη του σχολείου.

- Γιατί μου ’φερες το φλιτζάνι άδειο; ρώτησα, αρκετά θυμωμένος.

Κούνησε το κεφάλι του με αποδοκιμασία. Οι λέξεις βγήκαν μουντές, σαν τυλιγμένες σε μπαμπάκι, απ’ το φαφούτικο στόμα του:

- Έμαθες τόσα γράμματα, και δεν μπόρεσες ακόμα να καταλάβεις!

Έκανα να επιμείνω στην ερώτηση, μα τότε πρόσεξα πως ήταν πολύ γέρος, όχι όπως το πρωί. Δεν είχε τίποτα το αντιπαθητικό ή το πρόστυχο, μα όχι δε θα πήγαινα μαζί του για όλον τον κόσμο. Μπορούσε να γυρίσει στο σχολείο ή το ξενοδοχείο, δε μ’ ένοιαζε καθόλου, φτάνει να με άφηνε ήσυχο. Δε μπορούσα να τριγυρίζω στους δρόμους μ’ έναν άνθρωπο που πετάγεται σαν ακρίδα από δουλειά σε δουλειά και πού, το χειρότερο, γερνάει μέσα σε μια μέρα. Κάτι τέτοιες ταχυδακτυλουργίες είναι ύποπτες.

Έστριψα αριστερά και βρέθηκα σε μια ασφαλτοστρωμένη δημοσιά. Είχε νυχτώσει πια για καλά. Πού και πού κάνας περαστικός που περπατούσε με βιασύνη. Οι θολές ανταύγειες από κάτι μικρά λαμπιόνια στις γωνιές έκαναν να γυαλίζουν οι γραμμές του τραμ.
"Ακόμα να τις ξηλώσουν", και πήγα να χαμογελάσω, όταν άκουσα από μακριά το γνωστό καμπανάκι του τραμ. "Πού στο διάβολο βρίσκομαι, μήπως έχασα πάλι το δρόμο;" Φορούσα κι αυτήν την κουβέρτα στο κεφάλι που, ενώ με προστάτευε απ’ το ψιλόβροχο, μ’ έκανε να ιδρώνω και ν’ ανασαίνω δύσκολα. Ευτυχώς, σ’ ένα μεγάλο πλάτωμα, πλάι στο δρόμο, φάνηκε μια γυναίκα που έτρεχε. Ώσπου να αρθρώσω όμως την ερώτησή μου, αν πηγαίνω καλά, είχε κιόλας απομακρυνθεί, όταν παρουσιάστηκε ένας άντρας που έτρεχε κι εκείνος, προφανώς την κυνηγούσε. Τους έβλεπα να τρέχουν ο ένας πίσω απ’ τον άλλον σ’ ένα αδιάκοπο κύκλο, όταν πρόσεξα, πως τους χώριζε ένα ψηλό, σιδερένιο κιγκλίδωμα, οπωσδήποτε αδιαπέραστο, και χωρίς πουθενά πόρτα. Εκείνη έτρεχε μέσα απ’ το κιγκλίδωμα, εκείνος απ’ έξω. Κι όμως η γυναίκα φοβόταν, ενώ ήταν τόσο ασφαλισμένη, κι ο άντρας την κυνηγούσε, ενώ ήταν τόσο μάταιο. "Τρελοί για δέσιμο, συλλογίστηκα. Κι έναν αιώνα αν τρέχουν δε θα μπορέσει ποτέ να πιάσει ο ένας τον άλλον".

Η βροχή είχε δυναμώσει. Αποφάσισα, να μη ρωτήσω πια κανένα. Θα προσπαθούσα ολομόναχος να βρω το δρόμο, και, είμαι βέβαιος, όσο κι αν αργοπορούσα, τελικά θα τα κατάφερνα. Σα να πήρα καινούργιες δυνάμεις μ’ αυτή τη σκέψη. Και συνέχισα να προχωράω, όλη τη νύχτα, κάτω απ’ τη βροχή, ψάχνοντας για τη συνοικία που έμενε η θεία μου, μικρότερη αδερφή της μητέρας μου, χρόνια κι κείνη τώρα πεθαμένη…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου