Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

Άτιτλο ~ Ιορδάνης Τσακαλάκος











Ξημερώνει!όμως νιώθω τις πρώτες ζεστές ακτίνες του ήλιου στο πρόσωπό μου
Το χέρι μου απλωμένο στο ανοιχτό παράθυρο
αντίσταση στην ταχύτητα κι ο αέρας μου χαΐδεύει τα δάχτυλα
περνά ανάμεσα από αυτά και είναι σαν να με χαϊδεύουν
σαν να πλέκονται μαζί μου εκατοντάδες χειραψίες που αντάλλαξα
σαν να περνάνε ανάμεσα από τα δάχτυλά μου, πρόσωπα που άγγιξα
σώματα που χάιδεψα, στιγμές που με άγγιξαν!
Δεν σε ρωτάω πού πηγαίνουμε... κατά βάθος ξέρω!
Ανοίγω τα μάτια και σου χαμογελώ... Φτάσαμε!
Πλέκω τα δάχτυλά μου ανάμεσά στα δικά σου
πριν το καταλάβεις σου έχω ακουμπήσει το βιβλίο!
Δικό σου! Στο χαρίζω!
Το κοιτάς αποσβολωμένη...
- Τι είναι; Δεν έχει καν τίτλο.
- Δώσε του έναν δικό σου. Εμπεριέχει σκέψεις και συναισθήματά μου!
Τα χρέη μου!
- Μα... μα... οι σελίδες είναι κενές και στη μέση έχει ένα πιστόλι!
- Είναι γιατί τα συναισθήματα δεν φυλακίζονται σε σελίδες
και οι λέξεις τραυματίζουν θανάσιμα σαν σφαίρες.
- Και τα χρέη;
Δεν σου απαντώ! Έχω ανοίξει ήδη την πόρτα
κι ο Καμύ μου χαμογελά, όπως ο ήλιος!
Έχω ήδη απομακρυνθεί
το νερό λυτρωτικό με προσκαλεί και ήδη βρέχει τα πόδια μου
όταν μου φωνάζεις:
- ΘΑ ΤΟ ΘΑΨΩ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ
ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΧΕΙ ΒΓΕΙ ΕΝΑ ΠΑΝΕΜΟΡΦΟ ΚΡΙΝΑΚΙ!
Πάλι δεν σου απαντώ
Δεν ελπίζω, απλά προχωρώ. Ο χρόνος μου το έμαθε κι αυτό.
Ποιος ξέρει; Ίσως!
Παραδίνομαι στο βαθύ γαλάζιο. Με αγκαλιάζει!
Βουλιάζω ολοένα μέσα του. Στη στοργή και τη σιωπή του.
Κι αν ακόμα αναρωτιέσαι τι θα κάνω με τις δυο σφαίρες που περίσσεψαν
Ε κάτι θα βρω.
Εξάλλου το διακύβευμα εδώ είναι αν θα χαθώ ή θα σωθώ!
Εξάλλου εδώ δώσαμε το σχήμα του θανάτου στα ρολόγια
Εξάλλου εδώ μερικά πράγματα σκοτώνουν το ίδιο με τις σφαίρες!
Καλοκαίρι... εξάλλου! Εδώ!

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων ~ Κώστας Καρυωτάκης



Από θεούς και ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που ξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.

Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή μπαλάντα
στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.
Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τους είναι χαρισμένη.

Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργάνε.

Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή μπαλάντα
στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει
και αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δοσμένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.

Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή μπαλάντα
στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι ;»



Από θεούς κai ανθρώπους μισημένοι, σαν άρχοντες που ξέπεσαν πικροί, μαραίνονται οι Βερλαίν τους απομένει πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή. Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε. Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι. Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι, και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί, η Αθανασία τους είναι χαρισμένη. Κανένας όμως δεν ανιστορεί και το έρεβος εσκέπασε βαρύ τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργάνε. Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι. Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει και αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί, στην τραγική απάτη τους δοσμένοι πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί, παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή. Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε, νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι. Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί «Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε «την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι ;»

Πηγή: http://frapress.gr/2014/11/katarameni-piisi-meros-2o/
Από θεούς κai ανθρώπους μισημένοι, σαν άρχοντες που ξέπεσαν πικροί, μαραίνονται οι Βερλαίν τους απομένει πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή. Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε. Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι. Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι, και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί, η Αθανασία τους είναι χαρισμένη. Κανένας όμως δεν ανιστορεί και το έρεβος εσκέπασε βαρύ τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργάνε. Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι. Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει και αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί, στην τραγική απάτη τους δοσμένοι πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί, παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή. Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε, νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι. Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί «Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε «την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι ;»

Πηγή: http://frapress.gr/2014/11/katarameni-piisi-meros-2o/

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

Ανδαλουσιανός Σκύλος ~ Luis Buñuel


Αυτή η ταινία γεννήθηκε από τη συνάντηση δυο ονείρων. Φτάνοντας στο σπίτι του Νταλί, στο Φιγκουέρας όπου με είχε προσκαλέσει να περάσω μερικές μέρες, του διηγήθηκα ότι πριν λίγο καιρό είχα ονειρευτεί ένα μακρόστενο σύννεφο να κόβει το φεγγάρι κι ένα ξυράφι να σχίζει ένα μάτι. Εκείνος μου διηγήθηκε ότι την προηγούμενη νύχτα είχε δει στον ύπνο του ένα χέρι γεμάτο μυρμήγκια. Και πρόσθεσε "Τι θα 'λεγες να κάναμε μια ταινία ξεκινώντας απ' αυτά;"
Η πρότασή του στην αρχή με βρήκε επιφυλακτικό, πολύ γρήγορα όμως στρωθήκαμε στη δουλειά, στο Φιγκουέρας.
Το σενάριο γράφτηκε σε λιγότερο από μια εβδομάδα, σύμφωνα με ένα πολύ απλό κανόνα, που είχαμε υιοθετήσει μετά από κοινή συμφωνία: να μην κρατάμε καμιά ιδέα, καμιά εικόνα, που να επιδέχεται κάποια εξήγηση λογική, ψυχολογική ή πολιτιστική. Να ανοίξουμε όλες τις πόρτες στο παράλογο. Να μη δεχόμαστε παρά μόνο τις εικόνες που μας έκαναν ισχυρή εντύπωση, χωρίς να ψάχνουμε να βρούμε το γιατί.
Ούτε για μια στιγμή δεν εμφανίστηκε ανάμεσά μας η παραμικρή διαφωνία. Ήταν μια εβδομάδα απόλυτης ταύτισης. Έλεγε, λόγου χάρη, ο ένας "Ο άνθρωπος σέρνει ένα κοντραμπάσο". "Όχι", έλεγε ο άλλος. Κι εκείνος που είχε προτείνει την ιδέα δεχόταν αμέσως αυτή την άρνηση. Αισθανόταν ότι ήταν σωστή. Αντίθετα, όταν η εικόνα που πρότεινε ο ένας γινόταν δεκτή από τον άλλο, μας φαινόταν αμέσως λαμπρή, υπεράνω συζήτησης, κι έμπαινε αμέσως στο σενάριο.
Όταν τελείωσε αυτό το στάδιο, συνειδητοποίησα ότι είχαμε να κάνουμε με μια ταινία τελείως ασυνήθιστη, προκλητική, που κανέναν από τα γνωστά συστήματα δεν θα μπορούσε να δεχτεί. Γι' αυτό ζήτησα ένα χρηματικό ποσό από την μητέρα μου, για να κάνω την παραγωγή μόνος μου. Πείστηκε χάρη στη μεσολάβηση του συμβολαιογράφου, και μου έδωσε τα χρήματα.
Ξαναγύρισα στο Παρίσι. Αφού ξόδεψα τα μισά από τα χρήματα της μητέρας μου στα νυχτερινά κέντρα, όπου περνούσα κάποια βράδια, είπα στον εαυτό μου ότι επιτέλους χρειαζόταν λίγη σοβαρότητα και ότι κάτι θα 'πρεπε να κάνω. Ήρθα σ' επαφή με τους ηθοποιούς, τον Πιέρ Μπατσέφ και τη Σιμόν Μαρέϊγ, με τον Ντυβερζέρ, τον οπερατέρ, και με τα στούντιο Μπιγιανκούρ, όπου η ταινία γυρίστηκε μέσα σε δεκαπέντε μέρες.
Στο πλατό δεν ήμαστε παρά πέντε ή έξι άτομα. Οι ηθοποιοί δεν είχαν ιδέα για το τι έκαναν. Έλεγα παραδείγματος χάρη στον Μπατσέφ "Κοίταζε από το παράθυρο, σαν να περίμενες ν' ακούσεις Βάγκνερ. Ακόμα πιο παθητικά." Αλλά δεν ήξερε που κοιτούσε και τι έβλεπε. Στα τεχνικά θέματα είχα ήδη κάποιες γνώσεις, επαρκές κύρος, και συνεργαζόμουν τέλεια με τον Ντυβερζέρ, τον οπερατέρ.
Ο Νταλί έφτασε μόλις τρεις, τέσσερις μέρες πριν τελειώσει το γύρισμα. Στο στούντιο απασχολήθηκε με το να ρίχνει πίσσα στα μάτια γαϊδουροκεφαλών, που είχαν προηγούμενα ταριχευθεί. Σε μια λήψη έπαιξε τον έναν από τους δυο μαριανούς καλόγερους που τους σέρνει βίαια ο Μπατσέφ, αλλά δεν ήταν αυτή η λήψη που χρησιμοποιήθηκε τελικά (δεν θυμάμαι πια το γιατί). Τον διακρίνει κανείς κάποια στιγμή, από μακριά,να τρέχει κοντά στη Ζαν, τη μνηστή μου, μετά από τη θανάσιμη πτώση του ήρωα. Την τελευταία μέρα του γυρίσματος, στη Χάβρη, ο Νταλί βρισκόταν μαζί μας.
Η ταινία γυρίστηκε και μονταρίστηκε. Τώρα τι να την έκανα; Μια μέρα, στο Dôme, ο Τεριάντ, των Cahiers d' art, που είχε ακούσει να μιλούν για τον Ανδαλουσιανό Σκύλο (το κρατούσα κάπως μυστικό από του φίλους μου του Μονπαρνάς) μου σύστησε τον Man Ray. Αυτός είχε μόλις τελειώσει την Υέρ, στην έπαυλη των Νοάϊγ, το γύρισμα μιας ταινίας με τίτλο Το μυστήριο του πύργου του Ζαριού (ένα ντοκουμέντο πάνω στην κατοικία των Νοάϊγ και τους καλεσμένους τους) κι έψαχνε κάτι για συμπλήρωμα του προγράμματος.
Ο Man Ray μου έδωσε ραντεβού για μερικές μέρες αργότερα, στο μπαρ La Coupole (που είχε ανοίξει πριν ένα ή δυο χρόνια) και μου σύστησε τον Λουί Αραγκόν. Ήξερα ότι και οι δυο ανήκουν στη σουρεαλιστική ομάδα. Μεγαλύτερός μου κατά τρία χρόνια, ο Αραγκόν εμφανιζόταν με όλη τη χάρη των καλών γαλλικών τρόπων. Κουβεντιάσαμε λίγο και του είπα ότι μου φαινόταν πως η ταινία μου, από ορισμένες απόψεις, θα μπορούσε να ονομαστεί μια σουρεαλιστική ταινία.
Ο Man Ray κι ο Αραγκόν την είδαν την επομένη στο Studio des Ursulines. Μετά την προβολή, απόλυτα πεισμένοι, μου είπαν ότι έπρεπε χωρίς άλλη καθυστέρηση να της δώσουμε ζωή, να την δείξουμε, να οργανώσουμε μια πρεμιέρα.
Ο σουρεαλισμός υπήρξε πριν απ' όλα ένα κάλεσμα που το άκουσαν σε διάφορα μέρη, τις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γερμανία, στην Ισπανία, στη Γιουγκοσλαβία, άνθρωποι που ασκούσαν ήδη μια ενστικτώδη και ανορθολική μορφή έκφρασης, χωρίς ακόμη να γνωρίζονται μεταξύ τους. Τα ποιήματα που είχα δημοσιεύσει στην Ισπανία, πριν ακούσω να μιλούν για τον σουρεαλισμό, μαρτυρούν για αυτό το κάλεσμα, που μας οδηγούσε όλους προς το Παρίσι. Κι όταν ο Νταλί κι εγώ δουλεύαμε πάνω στο σενάριο του Ανδαλουσιανού Σκύλου, εφαρμόζαμε ένα είδος αυτόματης γραφής, ήμαστε ήδη σουρεαλιστές χωρίς την ετικέτα.
Κάτι υπήρχε στον αέρα, όπως συμβαίνει πάντα. Αλλά προσθέτω αμέσως ότι, όσο με αφορά, η συνάντηση μου με την ομάδα υπήρξε ουσιαστική και καθόρισε όλη την υπόλοιπη ζωή μου.
Αυτή η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο καφέ Cyrano, στην πλατεία Μπλάνς, όπου η ομάδα έκανε καθημερινά τις συνεδριάσεις της. Γνώριζα ήδη τον Man Ray και τον Αραγκόν. Μου σύστησαν τον Μαξ Ερνστ, τον Αντρέ Μπρετόν, τον Πωλ Ελυάρ, τον Τριστάν Τζαρά, τον Ρενέ Σαρ, τον Πιέρ Υνίκ, τον Τανγκύ, τον Ζαν Αρπ, τον Μαξίμ Αλεξάντρ, τον Μαγκρίτ - όλους εκτός από τον Μπενζαμέν Περέ, που τότε βρισκόταν στη Βραζιλία. Μου έσφιξαν το χέρι, μου πρόσφεραν ένα ποτό και υποσχέθηκαν να μη χάσουν την πρεμιέρα της ταινίας, για την οποία ο Αραγκόν και ο Man Ray τους είχαν μιλήσει με θερμά λόγια.
Αυτή η πρώτη δημόσια προβολή του Ανδαλουσιανού Σκύλου οργανώθηκε με εισιτήρια - προσκλήσεις στο Ursulines και συγκέντρωσε την τότε "αφρόκρεμα" του Παρισιού, μ' άλλα λόγια μερικούς αριστοκράτες, μερικούς συγγραφείς ή ζωγράφους που ήταν ήδη διάσημοι (Πικάσο, Λε Κορμπυζιέ, Κοκτώ, Κριστιάν Μπεράρ, ο μουσικός Ζωρζ Ωρίκ) και βέβαια την σουρεαλιστική ομάδα σε απαρτία.
Γεμάτος νευρικότητα, όπως θα το φαντάζεστε, στεκόμουν πίσω από την οθόνη και, στη διάρκεια της προβολής, ενάλλασσα σ' ένα γραμμόφωνο Τριστάνο και Ιζόλδη και δίσκους με αργεντίνικα ταγκό. Στις τσέπες μου είχα ρίξει μερικά χαλίκια, για να τα πετάξω στο κοινό σε περίπτωση αποτυχίας. Πριν λίγο καιρό οι σουρεαλιστές είχαν γιουχάρει την ταινία της Ζερμαίν Ντυλάκ Το όστρακο και ο κληρικός (σε σενάριο του Αντονέν Αρτώ) -  που ωστόσο εμένα μου άρεσε. Περίμενα το χειρότερο.
Τα χαλίκια δεν μου χρειάστηκαν. Μόλις τελείωσε η ταινία, άκουσα πίσω από την οθόνη παρατεταμένα χειροκροτήματα και ξεφορτώθηκα διακριτικά τα πυρομαχικά μου, ρίχνοντάς τα στο πάτωμα. [...]
Μετά την "θριαμβευτική πρεμιέρα" του Ανδαλουσιανού Σκύλου, η ταινία αγοράστηκε από τον Μωκλαίρ, του Studio 28. Μου έδωσε αρχικά χίλια φράγκα, ύστερα καθώς η ταινία γνώριζε πραγματική επιτυχία (παιζόταν επί οκτώ μήνες), μου έδωσε άλλα χίλια και μετά άλλα χίλια. Συνολικά επτά η οκτώ χιλιάδες νομίζω. Σαράντα με πενήντα μηνυτές παρουσιάστηκαν στα γραφεία της αστυνομίας, βεβαιώνοντας "Πρέπει να απαγορευτεί αυτή η αισχρή και απάνθρωπη ταινία". Ήταν για μένα η απαρχή μιας ατελείωτης σειράς προσβολών και απειλών, που με ακολούθησαν μέχρι τα γεράματά μου.
Μέχρι και δυο αποβολές σημειώθηκαν στη διάρκεια των προβολών. Παρ' όλα αυτά η ταινία δεν απαγορεύτηκε. [...]

Luis Buñuel: Un Chien andalou (1928)

Λόρκα
Λίγο καιρό πριν το γύρισμα του Ανδαλουσιανού Σκύλου, μας χώρισε για κάποιο διάστημα μια επιφανειακή ψυχρότητα. Στη συνέχεια, σαν καχύποπτος Ανδαλουσιανός, πίστεψε, ή έκανε πως πιστεύει, ότι η ταινία ήταν εναντίον του. Έλεγε "Ο Μπουνιουέλ έκανε μια μικρή ταινία τέτοια (χειρονομία με τα δάχτυλα), ονομάζεται Ανδαλουσιανός Σκύλος, κι ο σκύλος είμαι εγώ."
Το 1934 είχαμε εντελώς συμφιλιωθεί. Παρ' όλο που κατά τη γνώμη μου πολλές φορές άφηνε τον εαυτό του να πνίγεται ανάμεσα στους πολυάριθμους θαυμαστές του, περνούσαμε πολλές ώρες μαζί. Αρκετά συχνά, μαζί με τον Ουγκάρτε, ανεβαίναμε στη Φορντ μου για να περάσουμε μερικές ήρεμες ώρες στη γοτθική μοναξιά του Ελ Πωλάρ, μέσα στη σιέρα. Το μοναστήρι ήταν ερειπωμένο, αλλά υπήρχαν έξι ή επτά δωμάτια, πολύ πρόχειρα συγυρισμένα, που τα διατηρούσε η Σχολή Καλών Τεχνών. Μπορούσε να μείνει κανείς εκεί και τη νύχτα, αν είχε μαζί του ένα υπνόσακο. Ο ζωγράφος Πεϊνάντο - που θα τον ξανασυναντούσα τυχαία σ' αυτό το ίδιο μέρος σαράντα χρόνια αργότερα - επισκεπτόταν συχνά το έρημο παλιό μοναστήρι.
Ήταν δύσκολο να συζητάμε για ζωγραφική και για ποίηση, ενώ νιώθαμε την καταιγίδα να πλησιάζει. Τέσσερις μέρες πριν από την απόβαση του Φράνκο ο Λόρκα, που δεν μπορούσε να πάρει στα σοβαρά την πολιτική, αποφάσισε ξαφνικά να φύγει για τη Γρανάδα, την πόλη του. Προσπάθησα να τον μεταπείσω, λέγοντάς του "Φεντερίκο, ετοιμάζονται φρικτά πράγματα. Μείνε εδώ. Θα είσαι πολύ πιο ασφαλής στη Μαδρίτη." Κι άλλοι φίλοι τον πίεσαν, αλλά μάταια. Έφυγε, πολύ αναστατωμένος, πολύ τρομοκρατημένος.
Η αναγγελία του θανάτου του ήταν ένα φοβερό χτύπημα για όλους μας.
Απ' όλα τα ζωντανά πλάσματα που έχω γνωρίσει, ο Φεντερίκο είναι ο πρώτος. Δεν μιλάω ούτε για το θέατρό του, ούτε για την ποίησή του, μιλάω για τον ίδιο. Το αριστούργημα ήταν αυτός ο ίδιος. Μου φαίνεται σχεδόν δύσκολο να φανταστώ κάποιον που να μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Είτε καθόταν στο πιάνο για να μιμηθεί τον Σοπέν είτε αυτοσχεδίαζε μια παντομίμα, μια σύντομη θεατρική σκηνή, ήταν ακαταμάχητος. Οτιδήποτε κι αν διάβαζε, η ομορφιά ανάβλυζε από τα χείλη του. Είχε πάθος, χαρά, νιάτα. Ήταν σαν μια φλόγα.
Όταν τον γνώρισα στην Εστία, ήμουν ένας άξεστος επαρχιώτης αθλητής. με τη δύναμη της φιλίας μας με μεταμόρφωσε, μ' έκανε να γνωρίσω ένα άλλο κόσμο. Του οφείλω περισσότερα απ' όσα θα μπορούσα να πω.
Το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Διάφοροι μύθοι κυκλοφόρησαν γύρω από το θάνατό του κι ο Νταλί μάλιστα - με αρκετή χυδαιότητα - μίλησε για ομοφυλοφιλικό έγκλημα, πράγμα τελείως παράλογο. Στην πραγματικότητα ο Φεντερίκο πέθανε γιατί ήταν ποιητής. Εκείνη την εποχή από την άλλη πλευρά άκουγες να φωνάζουν "Θάνατος στη διανόηση!".
Στη Γρανάδα κατέφυγε στο σπίτι ενός μέλους της Φάλαγγας, του ποιητή Ροσάλεθ, που η οικογένειά του ήταν φίλη με την οικογένεια του Λόρκα. Πίστευε ότι εκεί θα ήταν ασφαλής. Άντρες (ποιας τάσης; λίγο ενδιαφέρει) με αρχηγό κάποιο Αλόνσο πήγαν και τον συνέλαβαν μια νύχτα και τον φόρτωσαν σ' ένα καμιόνι, μαζί με μερικούς εργάτες.
Ο Φεντερίκο φοβόταν πολύ το μαρτύριο και τον θάνατο. Μπορώ να φανταστώ τι ένιωσε, μες στη νύχτα, πάνω στο καμιόνι που τον οδηγούσε στον ελαιώνα όπου θα τον σκότωναν.
Σκέφτομαι συχνά εκείνες τις στιγμές. [...]
 
Αποσπάσματα από το βιβλίο Λουίς Μπουνιουέλ ~ Η Τελευταία Πνοή

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Το Tραγούδι Tου Tάφου ~ Friedrich Nietzsche



Εκεί κάτω είναι το νησί των τάφων, το σιωπηλό: εκεί είναι και οι τάφοι της νιότης μου.
Εκεί θέλω να πάω ένα αειθαλές στεφάνι της ζωής.
Παίρνοντας αυτήν την απόφαση μέσα στην καρδιά μου διέσχισα τη θάλασσα.
Ω εσείς πρόσωπα και απρόσμενες εμφανίσεις της νιότης μου!
Ω εσείς, ματιές της αγάπης όλες, θεϊκές στιγμές!
Πως μου πεθάνατε τόσο γρήγορα! Σας σκέφτομαι σήμερα όπως τους νεκρούς μου.
Από εσάς, νεκροί που περισσότερο αγαπώ, μου έρχεται ένα γλυκό άρωμα, που λύνει την καρδιά μου και τα δάκρυά μου.
Αληθινά, δονεί και λύνει την καρδιά του μοναχικού θαλασσινού.
Πάντα είμαι ο πιο πλούσιος και ο πιο αξιοζήλευτος - εγώ, ο πιο μοναχικός!
Γιατί σας είχα ακόμη και με έχετε ακόμη: πείτε μου, για ποιoν άλλον έπεσαν, εκτός από εμένα, τέτοια κόκκινα μήλα από το δέντρο;
Πάντα είμαι ο κληρονόμος και το επίγειο βασίλειο της αγάπης σας, ανθίζοντας, καθώς σας θυμάμαι, από πολύχρωμες άγριες αρετές, ω εσείς οι πιο αγαπημένοι μου!
Αχ, ήμασταν φτιαγμένοι για να μένουμε κοντά, ω άγνωστα και γλυκά θαύματα.
Και δεν ερχόσασταν σε μένα με διακαή επιθυμία μου σαν δειλά πουλιά - αλλά σαν να εμπιστευόσασταν αυτόν που σας εμπιστευόταν!
Ναι, φτιαγμένοι για την εμπιστοσύνη, σαν εμένα, και για τρυφερές αιωνιότητες: πρέπει εγώ τώρα να σας δώσω το όνομα που ταιριάζει στην απιστία σας, ω εσείς, θεϊκές ματιές και στιγμές: κανένα άλλο όνομα δεν έμαθα ακόμα.
Αληθινά, πολύ γρήγορα μου πεθάνατε, ω φευγαλέοι.
Ωστόσο, δε φύγατε από εμένα κι εγώ δεν έφυγα από εσάς: αθώοι είμαστε, κι εσείς κι εγώ, μέσα στην απιστία μας.
Για να σκοτώσουν εμένα, στραγγάλισαν εσάς, εσάς ωδικά πτηνά των ελπίδων μου!
Ναι, εναντίον σας, πιο αγαπημένοι μου, έριχνε πάντα βέλη η κακία - για να χτυπήσει την καρδιά μου!
Και τη χτύπησε! Πάντα ήσασταν το πιο αγαπημένο πράγμα για μένα, αυτό που είχα στην κατοχή μου, αυτό που με είχε στην κατοχή του: για αυτό έπρεπε να πεθάνετε νέοι πάρα πολύ νωρίς!
Έριξαν βέλη πάνω στο πιο τρωτό πράγμα που κατείχα: σ' εσάς, που το δέρμα σας μοιάζει με χνούδι, και περισσότερο με χαμόγελο, που πεθαίνει με μια ματιά!
Τούτη τη λέξη όμως θέλω να πω στους εχθρούς μου: τι είναι οποιαδήποτε ανθρωποκτονία μπροστά σε αυτό που μου κάνατε!
Αυτό που μου κάνατε είναι το χειρότερο από κάθε ανθρωποκτονία.
Μου πήρατε το ανεπίστρεπτο: - αυτό σας λέω, εχθροί μου!
Σκοτώσατε τις οπτασίες και τα πιο αγαπημένα θαύματα της νιότης μου!
Μου πήρατε τους συμπαίκτες μου, τα μακάρια πνεύματα!
Στη μνήμη τους αποθέτω αυτό το στεφάνι και αυτήν την κατάρα.
Αυτήν την κατάρα ξεστομίζω εναντίον σας εχθροί μου!
Δεν κάνατε μήπως σύντομη την αιωνιότητά μου, σαν τον ήχο που σβήνει μέσα στην κρύα νύχτα! Μου ήρθε μόνον σαν ματιά από θεϊκά μάτια - σαν στιγμή!
Έτσι μίλησε μια μέρα η καθαρότητα μου - την κατάλληλη ώρα: "θεϊκά πρέπει να είναι για μένα αυτά τα όντα".
Τότε πέσατε πάνω μου, βρόμικα φαντάσματα.
Αχ, πού πέταξε άραγε εκείνη η κατάλληλη ώρα!
"Όλες οι μέρες πρέπει να είναι για μένα άγιες" - έτσι είπε μια μέρα η σοφία της νιότης μου: αληθινά, ήταν λόγια μιας χαρούμενης σοφίας!
Τότε όμως, εσείς εχθροί μου, μου κλέψατε τις νύχτες μου και τις πουλούσατε στο άυπνο μαρτύριο: αχ, πού πέταξε άραγε εκείνη η χαρούμενη σοφία;
Κάποτε λαχταρούσα να δω καλούς οιωνούς απ' τα πουλιά: και φέρατε τότε πάνω από το δρόμο μου μια τερατώδη σιχαμένη κουκουβάγια.
Αχ, πού πέταξε η τρυφερή λαχτάρα μου;
Κάποτε υποσχέθηκα να απαρνηθώ κάθε αηδία: τότε μετατρέψατε τους γείτονες και τους πλησίον μου σε αποστήματα.
Αχ, πού πέταξε τότε η πιο ευγενής υπόσχεσή μου;
Σαν τυφλός ακολουθούσα κάποτε μακάριους δρόμους: τότε πετάξατε ακαθαρσία πάνω στο δρόμο του τυφλού: και τώρα του προκαλεί αηδία το παλιό μονοπάτι του τυφλού.
Και όταν έκανα αυτό που ήταν το πιο δύσκολο για μένα και γιόρταζα τις νίκες που είχα πετύχει πάνω στον εαυτό μου: τότε κάνατε εκείνους που μ' αγαπούσαν να φωνάξουν ότι τους έκανα το μεγαλύτερο κακό.
Αληθινά, αυτό κάνατε πάντα: μου πικραίνατε το καλύτερο μου μέλι και χαλούσατε το μόχθο των καλύτερων μελισσών μου.
Στην αγαθοεργία μου στέλνατε πάντα τους πιο αναιδής ζητιάνους.
Γύρω από τον οίκτο μου βάζατε πάντα να σπρώχνονται οι πιο αθεράπευτοι ξεδιάντροποι. Έτσι πληγώσατε τις αρετές μου μέσα στην πίστη τους.
Κι όταν προσέφερα θυσία ό,τι πιο ιερό είχα: η "ευσέβεια" σας έσπευδε τότε να προσφέρει τις πιο παχιές προσφορές της: έτσι που ό,τι πιο ιερό είχα πνιγόταν μέσα στον καπνό του λίπου σας.
Και κάποτε θέλησα να χορέψω, όπως δε χόρεψα ποτέ: θέλησα να χορέψω πάνω απ' όλους τους ουρανούς. Τότε μεταπείσατε τον πιο αγαπημένο μου τραγουδιστή.
Και να που τραγουδούσε με θλιβερό, ζοφερό τόπο.
Αχ, σάλπισε μέσα στ' αφτιά μου σαν δυσοίωνο κόρνο!
Φονικέ τραγουδιστή, όργανο της κακίας, αθωότατε!
Ήμουν έτοιμος για τον καλύτερο χορό: κι εσύ σκότωσες με τους ήχους σου την έκστασή μου!
Μόνο με το χορό ξέρω να πω την παραβολή των ύψιστων πραγμάτων: - και τώρα έμεινε η ύψιστη παραβολή μου ανείπωτη στα μέλη μου!
Η ύψιστη ελπίδα μου έμεινε ανείπωτη και αλύτρωτη!
Και πέθαναν όλες οι οπτασίες και οι παρηγοριές της νιότης μου!
Πώς το άντεξα; Πώς άντεξα και ξεπέρασα τέτοιες πληγές; Πώς αναστήθηκε η ψυχή μου από τέτοιους τάφους;
Ναι, υπάρχει μέσα μου κάτι άτρωτο, που τίποτε δεν μπορεί να το θάψει, κάτι που ανατινάζει βράχους: αυτό είναι η θέλησή μου!
Σιωπηλή και αναλλοίωτη βαδίζει μέσα στα χρόνια.
Θέλει να βαδίζει με το βήμα της, πάνω στα πόδια μου, η γριά μου η θέληση.
Το πνεύμα της είναι σκληρόκαρδο και άτρωτο.
Άτρωτος είμαι μόνο στη φτέρνα μου.
Κι εσύ ζεις πάντα και μένεις όμοια του εαυτού σου, εσύ η πιο υπομονετική!
Πάντα καταφέρνεις να βρίσκεις δρόμο ανάμεσα στους τάφους!
Ζει ακόμη μέσα σου το αλύτρωτο της νιότης μου.
Και σαν ζωή και νιότη κάθεσαι εδώ ελπίζοντας πάνω στα κίτρινα χαλάσματα των τάφων.
Ναι, είσαι ακόμη για μένα ο χαλαστής όλων των τάφων: χαίρε, θέλησή μου!
Και μόνον εκεί όπου υπάρχουν τάφοι, υπάρχουν αναστάσεις.

Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα

Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Εμπρός, στην πορεία. ~ Arthur Rimbaud



 
 
Ποιος θα ξαναδώσει ζωή στις βίαιες δίνες της φωτιάς
αν όχι εμείς που θεωρούμαστε αδέρφια;
Ελάτε λοιπόν!
Νέοι σύντροφοι: αυτό θα σας αρέσει.
Δε θα δουλέψουμε ποτέ, ώ δίνες της φωτιάς!
Αυτός ο κόσμος μέλει να εκραγεί.
Αυτό είναι το μονοπάτι του στ΄ αλήθεια.
Εμπρός, στην πορεία.
 
 

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

"Αν μάθεις πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη πως ήταν φόνος" - Η ζωή, η δράση και ο θάνατος της Ουλρίκε Μάινχοφ


Στις 9 Μαΐου του 1976, η Ουλρίκε Μάινχοφ βρέθηκε απαγχονισμένη στο κελί με τον αριθμό 719 στις φυλακές Στάμχαϊμ στη Στουτγάρδη. Γύρω από το λαιμό της μια θηλιά φτιαγμένη από σκισμένες λωρίδες πετσέτας. Η επίσημη εκδοχή για τον θάνατό της, "αυτοκτονία".

Στις 7 Μαΐου την είχε επισκεφθεί ένας Ιταλός, συνήγορος των ιταλικών Ερυθρών Ταξιαρχιών, μεταφέροντάς της την επιθυμία για επικοινωνία μεταξύ των δυο οργανώσεων. Ήταν ο τελευταίος επισκέπτης της.
 
Η αδελφή της Ουλρίκε, Βίνκε Τσίτσλαφ, θα δηλώσει ότι όταν την είχε επισκεφτεί λίγο πριν από τον θάνατό της της είχε πει "Αν μάθεις πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη ότι ήταν φόνος". 'Επειτα από απαίτηση της Βίνκε γίνεται μια δεύτερη έρευνα, στα πλαίσια της οποίας ο δικανικός παθολόγος Γιάνσεν κατέληξε ότι η πιθανότερη αιτία του θανάτου ήταν "αυτοκτονία δια απαγχονισμού" ωστόσο, για να αποφανθεί οριστικά, επέμεινε να του δοθεί πρόσβαση στην έκθεση της πρώτης αυτοψίας, διευκρινίζοντας ότι πολλές εξετάσεις δεν μπορούσαν να γίνουν πλέον, το οποίο δεν έγινε ποτέ.
 
Μια διεθνής επιτροπή έρευνας, από επιστήμονες και δημοσιογράφους, αμφισβητούσε την εκδοχή της αυτοκτονίας της Ουλρίκε Μάινχοφ. Προσπάθησε να διαλευκάνει τις συνθήκες του θανάτου της, όμως το γερμανικό κράτος δεν της αναγνώρισε δικαίωμα έρευνας. Η επιτροπή στηριζόμενη στα επίσημα έγγραφα κατέληξε ότι η Μάινχοφ είχε πεθάνει πριν απαγχονιστεί, το πόρισμα της βέβαια αμφισβητείται από πολλούς αλλά οι συνθήκες θανάτου και η δημοσίευση των αποτελεσμάτων της έρευνας αυτής, οδήγησαν ακόμη περισσότερους στο συμπέρασμα πως το δυτικογερμανικό κράτος θα μπορούσε να είναι υπεύθυνο για το θάνατό της.
 
Στις 11 Μαΐου 1976, ο πρόεδρος του δικαστηρίου προσπαθεί να συνεχίσει την δίκη σαν να μη τρέχει τίποτα. Οι τρεις εναπομείναντες κατηγορούμενοι και οι δικηγόροι κάνουν αιτήσεις για διακοπή της διαδικασίας και αμφισβητούν την εκδοχή της αυτοκτονίας. Όλες οι αιτήσεις απορρίπτονται και μέσα στην φασαρία που ακολουθεί οι κατηγορούμενοι αποβάλλονται και οι δικηγόροι αποχωρούν. Ο Γιαν-Καρλ Ράσπε εμφανίζεται αργότερα στο δικαστήριο μόνο και μόνο για να κάνει μια δήλωση προς τον πρόεδρο "Ήθελα απλώς να σου πω ότι ο τρόπος που λειτουργείς δεν αφήνει άλλο τρόπο αντιμετώπισής σου, εκτός από το να σε περιμένει κάποιος σε μια γωνία με το πιστόλι στο χέρι".
 
Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις γίνονται διαδηλώσεις με μεγαλύτερες και βιαιότερες αυτές στο Βερολίνο και την Φρανκφούρτη. Εκρήξεις βομβών στη Γαλλία (στο γερμανικό προξενείο της Νίκαιας, σε κτίρια γερμανικών εταιρειών στο Παρίσι, στο Ινστιτούτο Γκαίτε στην Τουλούζη), στην Ιταλία (σε γερμανικό τουριστικό γραφείο στη Ρώμη, στη Λουφτχάνσα της Νάπολη και σε γερμανικό σουπερμάρκετ) και βέβαια στη Γερμανία (στο ραδιοφωνικό σταθμό της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας στην Φρανκφούρτη και στο δικαστήριο του Ντόρτμουντ). Μερικούς μήνες αργότερα (στις 31 Μαρτίου του 1977), το ελληνικό φορτηγό πλοίο "Εόλιαν Γουίντ" καταλαμβάνεται από το πλήρωμά του στο λιμάνι του Ρίο ντε Τζανέιρο, ανακηρύσσεται "κοινωνική περιουσία των εργαζομένων" και μετονομάζεται σε "Ουλρίκε Μάινχοφ". Η εξέγερση καταστέλλεται από τα βραζιλιάνικα ΕΚΑΜ.

Στις 16 Μαΐου 1976, η Ουλρίκε Μάινχοφ κηδεύτηκε στο νεκροταφείο του Μαρίεντοφ στο Δυτικό Βερολίνο, στη θέση Α-12-19. Στην κηδεία συμμετείχαν και διαδήλωσαν 4.000 άνθρωποι.
 

Η Ουλρίκε Μάινχοφ γεννήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1934 στο Όλντενμπουργκ, ήταν παιδί του πολέμου. Προερχόταν από μια γνήσια γερμανική οικογένεια, μέσα στην οποία οι χριστιανοί προτεστάντες συνθηκολόγησαν με τον ναζιστικό φασισμό. Το 1938 πεθαίνει ο πατέρας της και μετά το θάνατο της μητέρας της το 1948 την επιμέλεια της αναλαμβάνει η καθηγήτρια ιστορίας Ρενάτε Ρίμεκ. Ως έφηβη ήταν ήδη αντισυμβατική, φορούσε χρωματιστά παντελόνια, κάπνιζε, διάβαζε πολλά βιβλία, αγαπούσε την όπερα, άκουγε τζαζ στη διαπασών, έπαιζε βιολί και ντραμς και ήρθε σε ρήξη με τη θετή της μητέρα. Σπούδασε φιλοσοφία, παιδαγωγική, κοινωνιολογία και γερμανική φιλολογία στο Μάρμπουργκ, το Μίνστερ και το Αμβούργο. Το 1957 πήγε στο πανεπιστήμιο του Μίνστερ όπου προσχώρησε στην οργάνωση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και έγινε εκπρόσωπος της επιτροπής Anti-Atomtod-Ausschuss, ενός αντιπυρηνικού κινήματος κατά των σχεδίων της χριστιανοδημοκρατικής κυβέρνησης του Κόνραντ Αντενάουερ, που προέβλεπαν τον πυρηνικό εξοπλισμό του γερμανικού στρατού. Το 1958, σε μια εκδήλωση κατά των πυρηνικών όπλων, γνώρισε τον Ράινερ Ρελ, αρχισυντάκτη της εφημερίδας Konkret.
 
Για να έχει πολιτική κάλυψη, προσχώρησε στο SDS, τη φοιτητική παράταξη του SPD (Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας). Σύντομα όμως τη διέγραψαν οπότε έγινε μέλος του KPD, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας, που είχε δεσμούς με το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας. Η δεκαετία του '60 ήταν γεμάτη γεγονότα που καθόρισαν την μελλοντική πορεία της Μάινχοφ. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ, οι διαδηλώσεις των Αμερικανών φοιτητών έκαναν τους Γερμανούς νέους να δραστηριοποιούνται συνεχώς. Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα και η εγκαθίδρυση ενός ακόμα δικτατορικού καθεστώτος, μετά την Πορτογαλία και την Ισπανία, προβλημάτισε την Μάινχοφ, που φοβήθηκε πως το ίδιο μπορούσε να συμβεί και στην πατρίδα της.
 
Εργάστηκε από το 1959 έως το 1969 ως δημοσιογράφος της αριστερής εφημερίδας Konkret στο Αμβούργο, όπου από το 1960 μέχρι το 1964 ήταν αρχισυντάκτρια. Το διάστημα αυτό πήρε μέρος σε πολυάριθμες δημόσιες οργανώσεις και διαμαρτυρίες και έτσι εξελίχθηκε σε συμβολική μορφή της γερμανικής αριστεράς.
 

Τον Δεκέμβριο του 1961 παντρεύτηκε τον εκδότη της Konkret, Κλάους Ράινερ Ρελ, και έγινε μητέρα δίδυμων κοριτσιών, της Ρεγγίνα και της Μπετίνα.
 
 
Με αφορμή την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσκε, του συμβόλου του φοιτητικού και εξωκοινοβουλευτικού κινήματος, που έγινε στις 11 Απριλίου του 1968, η Μάινχοφ δημοσίευσε σχετικό σχόλιο στην Konkret. Στα ακόλουθα αποσπάσματα εκδηλώνεται η κατοπινή της ριζοσπαστικοποίηση.
"Διαμαρτυρία είναι όταν λέω πως αυτό κι αυτό δεν μου αρέσει. Αντίσταση είναι όταν φροντίζω αυτό που δε μου αρέσει, να μη συνεχίζεται."
"Το όριο μεταξύ προφορικής διαμαρτυρίας και σωματικής αντίστασης ξεπεράστηκε στα πλαίσια των διαμαρτυριών κατά της απόπειρας δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσκε, πραγματικά και όχι μονάχα συμβολικά, για πρώτη φορά μαζικώς."
"Τώρα που δείχθηκε ότι είναι διαθέσιμα και άλλα μέσα εκτός μονάχα από διαδηλώσεις, διοργανώσεις διαμαρτυρίας, αλλά εκτός από αυτά που απέτυχαν αφού δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσε, τώρα που έσπασαν τα δεσμά του ήθους και της αξιοπρέπειας, μπορεί και πρέπει συζητηθεί εκ νέου η βία και η αντιβία [...] Η αντιβία διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει βία, όπου η βιαιότητα της αστυνομίας καθορίζει το νόμο της δράσης, όπου η ανήμπορη οργή αντικαθιστά την ανώτερη φρόνηση, όπου η παραστρατιωτική ενέργεια της αστυνομίας απαντάται με παραστρατιωτικά μέσα."
"Τα αστεία σταμάτησαν."

Τον Απρίλιο του 1968 στα πλαίσια της δημοσιογραφικής της εργασίας σχετικά με την πυρπόληση ενός πολυκαταστήματος στην Φρανκφούρτη, γνώρισε τους κατηγορούμενους Θόρβαλντ Προλ, Χορστ Σένλαϊν και τους μετέπειτα ιδρυτές της Φράξιας Κόκκινος Στρατός, Αντρέας Μπάαντερ και Γκούντρουν Ένσλιν. Η Μάινχοφ γράφει στην Konkret "Ο νόμος που παραβιάζεται με τον εμπρησμό δεν προστατεύει τους ανθρώπους αλλά την ιδιοκτησία. Το προοδευτικό στοιχείο σ' έναν εμπρησμό πολυκαταστήματος δεν εντοπίζεται τόσο στην καταστροφή των εμπορευμάτων όσο στην "εγκληματικότητα" της πράξης, δηλαδή στο ίδιο το γεγονός της παραβίασης του νόμου."
 
Τον Μάρτιο του 1968 το ζευγάρι χωρίζει, ακολουθεί το διαζύγιο και η Μάινχοφ τον Απρίλιο του 1969 αποχωρεί από την Konkret, μετακομίζει στο Βερολίνο όπου εγκαταστάθηκε με τα παιδιά της. Εργάζεται ως ελεύθερη δημοσιογράφος στον Τύπο και το ραδιόφωνο και διδάσκει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο. 
 
Το Φεβρουάριο του 1970 φιλοξενεί στο σπίτι της για δύο εβδομάδες τον Μπάαντερ και την Ενσλίν, που κρύβονται μετά την καταδίκη τους σε τρία χρόνια φυλάκισης για τον εμπρησμό του πολυκαταστήματος. Είχαν εκτίσει τους 14 μήνες και ήλπιζαν -μάταια- σε ευνοϊκή κατάληξη της έφεσής τους. Η Μάινχοφ είχε υποβάλλει για λογαριασμό τους μια αίτηση για άρση της επαναφυλάκισής τους η οποία απορρίφθηκε. Μετακομίζουν στη συνέχεια σε καινούριο σπίτι μιας και το διαμέρισμα της Μάινχοφ δεν θεωρείται πλέον ασφαλές. Η ίδια εξακολουθεί να περιορίζεται σε ένα ρόλο "συμπάθουσας" χωρίς να αναμειγνύεται ενεργά.
Τον ίδιο μήνα αρχίζει να γυρίζει την ταινία Bambule, για την οποία έγραψε και το σενάριο. Στην ταινία αυτή επέκρινε τις αυταρχικές μεθόδους και τις συνθήκες ζωής σε ένα άσυλο κοριτσιών του Δυτικού Βερολίνου. Μερικά από τα κορίτσια θα επαναστατήσουν κατά της αυταρχίας αυτής. Η ταινία θα προβάλλονταν από το γερμανικό κανάλι ARD στις 24 Μαΐου 1970. (Η προβολή όμως ακυρώθηκε λίγες μέρες πριν, όταν η Μάινχοφ άρχισε την τρομοκρατική της δράση με την απελευθέρωση του Αντρέας Μπάαντερ, ο οποίος ήταν φυλακισμένος στο Βερολίνο).

Η τομή στη ζωή της Ουλρίκε Μάινχοφ

Η Μάινχοφ συνέχισε στο εξής να γίνεται περισσότερο ριζοσπαστική και ασυμβίβαστη. Στις 4 Απριλίου 1970 ο Μπάαντερ συλλαμβάνεται σε αστυνομικό μπλόκο. Στη φυλακή δέχεται επισκέψεις από τους δικηγόρους του, την Μάινχοφ και τη "δόκτωρ Γκρέτελ Βαιτεμέγιερ" (έτσι τουλάχιστον γράφει η πλαστή ταυτότητα της Ενσλίν). Αρχίζει ο σχεδιασμός της απόδρασής του. Υποβάλλεται αίτημα για να του επιτραπεί να συμβάλλει με συνεντεύξεις του στην συγγραφή ενός βιβλίου της Μάινχοφ με θέμα "Νεανική εγκληματικότητα και η αντιμετώπισή της από την κοινωνία". Το αίτημα εγκρίνεται και αμέσως επιβάλλεται ένα νέο αίτημα προκειμένου οι συναντήσεις του με την Μάινχοφ να γίνονται εκτός φυλακής, στο Γερμανικό Ινστιτούτο Κοινωνικών Ζητημάτων, με αιτιολογικό πως εκεί υπάρχει άμεση πρόσβαση στην σχετική βιβλιογραφία. Το αίτημα αρχικά απορρίπτεται αλλά τελικά επιτυγχάνεται η έγκρισή του.


Στις 14 Μαίου η Μάινχοφ συμμετέχει (μαζί με την Γκούντρουν Ενσλίν και δυο ακόμα συντρόφους της) στην επιτυχημένη απόδρασή του Μπάαντερ από τη βιβλιοθήκη του Γερμανικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ζητημάτων.

Ο Μπάαντερ μεταφέρεται στο αναγνωστήριο του Γερμανικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ζητημάτων, προκειμένου να εργαστεί για την έκδοση ενός βιβλίου μαζί με τη δημοσιογράφο Ουλρίκε Μάινχοφ. Η δραστήρια Μάινχοφ, γνωστή μέσα από τις εκπομπές της για τα παιδιά των ιδρυμάτων, είχε χρησιμοποιήσει όλες τις γνωριμίες της για αυτή τη συνάντηση. Σκοπός δεν ήταν το βιβλίο αλλά η απόδραση του κρατουμένου. Η σύντροφος του Μπάαντερ, Γκούντρουν Ενσλίν, μαζί με δυο ακόμη γυναίκες και έναν κουκουλοφόρο άνδρα όρμησαν στο κτίριο για να τον απελευθερώσουν. Στην επιχείρηση πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε σοβαρά ο Γκέοργκ Λίνκε, ο αρχιφύλακας του ιδρύματος. Η Μάινχοφ άφησε την τσάντα της που πρόδωσε την ταυτότητά της.
Οι συζητήσεις της ομάδας είχαν αρχίσει μήνες νωρίτερα. Η Μάινχοφ προετοιμαζόταν προοδευτικά για το πέρασμα στο αντάρτικο πόλεων. Η απελευθέρωση του Μπάαντερ καλείται γενικώς η πρώτη δράση της RAF και η "ιδρυτική της πράξη". Από την ημέρα αυτή η αναγνωρισμένη δημοσιογράφος Ουλρίκε Μάινχοφ πέρασε στην παρανομία και καταζητείται. Ύστερα από λίγες ώρες το Δυτικό Βερολίνο πλημμύρισε με τις φωτογραφίες της καταζητούμενης με την επικήρυξη των 10.000 μάρκων ενώ άρχισε ένα ανθρωποκυνηγητό, το μεγαλύτερο μετά το 1945 στη Γερμανία. Κανένας εγκληματίας πολέμου δεν είχε καταδιωχτεί με τόση λύσσα. 
 

Τρεις εβδομάδες μετά την απελευθέρωση του Μπάαντερ, η ιδρυτική διακήρυξη της RAF (Rote Armee Fraktion) δημοσιεύεται στο περιοδικό "Agit 883", με τίτλο "Ιδρύουμε τον Κόκκινο Στρατό".
"Πίστευαν πραγματικά τα γουρούνια πως θα αφήναμε τον σύντροφο Μπάαντερ να λιώνει μέσα στην φυλακή; Πίστευαν πραγματικά πως θα μιλάγαμε για ανάπτυξη της ταξικής πάλης και ανασύνταξη του προλεταριάτου χωρίς ταυτόχρονα να οπλιζόμαστε; Μήπως τα γουρούνια που μας πυροβόλησαν πρώτα, πίστευαν πως θα επιτρέπαμε στους εαυτούς μας να σκοτωθούμε ειρηνικά σαν τα πρόβατα; Όσοι δεν οπλίζονται πεθαίνουν. Όσοι δεν πεθαίνουν είναι θαμμένοι ζωντανοί στις φυλακές, στα αναμορφωτήρια, στα πέτρινα φέρετρα των νέων στεγαστικών προγραμμάτων, στα ασφυκτικά σχολεία, στις κατακαίνουριες κουζίνες και κρεβατοκάμαρες, τις γεμάτες χαριτωμένα έπιπλα αγορασμένα επί πιστώσει. Ξεκινήστε τώρα την Ένοπλη Αντίσταση! Οικοδομήστε τον Κόκκινο Στρατό!"

Στις 21 Ιουνίου 1970 η Μάινχοφ μαζί με τους Αντρέας Μπάαντερ και Γκρούντουν Ενσλίν περνούν στο Ανατολικό Βερολίνο. Μεταμφιέζονται σε άραβες και πηγαίνουν στο αεροδρόμιο όπου ο παλαιστίνιος σύνδεσμος τους δίνει διαβατήρια των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Το άλλο απόγευμα φτάνουν στην Δαμασκό και από εκεί περνούν τα σύνορα με την Ιορδανία. Εκπαιδεύτηκαν στρατιωτικά μεταξύ άλλων μαζί τους και οι Χορστ Μάλερ, Πέτερ Χόμαν, Μπριγκίτε Άσντονκ, σε στρατόπεδο της Παλαιστινιακής οργάνωσης Αλ Φατάχ στην Ιορδανία. Στις 9 Αυγούστου επιστρέφουν στο Βερολίνο.

Η οργάνωση, μετά την επιστροφή της από την Ιορδανία συνεχίζει τις προετοιμασίες για τον ένοπλο αγώνα. Νοικιάζονται διαμερίσματα, αποκτώνται οχήματα, οικονομικοί πόροι συλλέγονται, γίνονται νέες στρατολογήσεις.


Στις 29 Σεπτεμβρίου η Μάινχοφ λήστεψε τράπεζα για πρώτη της φορά. Στα τέλη 1970 ο υπουργός εσωτερικών θέτει τις έρευνες για την "Συμμορία Μπάαντερ - Μάινχοφ" υπό την δικαιοδοσία του Ομοσπονδιακού Γραφείου Διερεύνησης Εγκλημάτων και ανατείθεται στον Άλφρεντ Κλάους (αξιωματούχου του ΒΚΑ) η δημιουργία μιας ειδικής επιτροπής για την "τρομοκρατία" και του παραχωρείται ένα συγκρότημα γραφείων στη Βόννη. Εκεί συντάσσει μια 60σέλιδη προκαταρκτική αναφορά η οποία καλύπτει τη δράση της ομάδας, ξεκινώντας από τους εμπρησμούς της Φρανκφούρτης.

Την ίδια εποχή η Μάινχοφ αναλαμβάνει τη συγγραφή ενός "ιδεολογικού μανιφέστου", το κείμενό της "Το Σχέδιο Του Αντάρτικου Πόλης" είναι τυπικά η απαρχή της "Φράξιας Κόκκινος Στρατός" καθώς για πρώτη φορά χρησιμοποιείται το όνομα αλλά και το διάσημο έμβλημα της οργάνωσης, το αστέρι με το υποπολυβόλο και τα αρχικά "ΡΑΦ".
 

"Το αντάρτικο πόλης ξεκινά με την αναγνώριση του γεγονότος ότι δεν θα υπάρχει ο "αυστηρός βηματισμός" με τον οποίο πολλοί αυτοαποκαλούμενοι επαναστάτες θα ήθελαν να "οδηγήσουν" τον λαό στη μάχη". Ξεκινά με την αναγνώριση ότι όταν έρθει η στιγμή για τον (μαζικό) ένοπλο αγώνα, θα είναι ήδη πολύ αργά να αρχίσουμε τότε να οργανωνόμαστε γι' αυτόν. Ότι σ' ένα κράτος που η δυνατότητά του για άσκηση βίας είναι τόσο ισχυρή και που οι επαναστατικές του παραδόσεις είναι τόσο ηττημένες, δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει -χωρίς να παρθούν άμεσες πρωτοβουλίες από τους επαναστάτες- ένας επαναστατικός προσανατολισμός ακόμα και αν οι συνθήκες του επαναστατικού αγώνα καλυτερεύουν (πράγμα που θα γίνει σαν αναπόφευκτη συνέπεια της εξέλιξης του ύστερου καπιταλισμού. Ως προς αυτό, το αντάρτικο πόλης είναι η λογική συνέπεια της άρνησης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η μόνη και αναπόφευκτη απάντηση στους "νόμους εκτάκτου ανάγκης", είναι η ετοιμότητα για πάλη με τα ίδια βίαια μέσα μ' αυτά που το σύστημα επέλεξε στην προσπάθειά του βα εξαλείψει τους αντιπάλους του. Το αντάρτικο πόλης βασίζεται στην κατανόηση των όσων συμβαίνουν και όχι σε μια στάση απολογίας για τα όσα συμβαίνουν. Στόχους του αντάρτικου πόλης είναι η επίθεση κατά του κρατικού μηχανισμού ελέγχου σε συγκεκριμένα καίρια σημεία τα οποία τείθονται εκτός μάχης καταστρέφοντας έτσι τον μύθο του πανταχού παρόντος και άτρωτου κράτους (...)
Εκατό λουλούδια άνθισαν.
Είναι οι εκατό Ένοπλες Επαναστατικές Ομάδες.
Φράξια Κόκκινος Στρατός "
 
Στις 11 Μαΐου του 1972 η οργάνωση τοποθετεί εκρηκτικά στο αρχηγείο της 5ης Στρατιάς των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στη Φραγκφούρτη. Ο αντισυνταγματάρχης Μπλούμχιστ σκοτώνεται. Μια ημέρα μετά εκρήγνυται μια βόμβα στο Αρχηγείο της Υπηρεσίας Δίωξης Κοινού Εγκλήματος του Μονάχου και δυο ακόμη προκαλούν έκρηξη στο Αρχηγείο της Αστυνομίας του Αουγκσμπουργκ. Υπήρξαν μόνο τραυματίες. Η RAF συνεχίζει με την ανατίναξη του αυτοκινήτου του δικαστή Μπούντενμπεργκ, από την οποία η σύζυγος του δικαστή μένει ανάπηρη. Στις 19 Μαΐου σειρά έχει ο εκδοτικός οίκος Springer. Δεκαεπτά άνθρωποι τραυματίζονται. Στη Χαιδελβέργη, στις 24 Μαΐου, σκοτώνονται τρεις αμερικανοί στρατιώτες από βόμβα.

Το 1971 και 1972 η Ουλρίκε Μάινχοφ έγραψε συνολικά τρεις διακηρύξεις της RAF, οι οποίες προσέφεραν ιδεολογικό υπόβαθρο στον λεγόμενο ένοπλο αγώνα. Η Μάινχοφ είναι ο νους πίσω από τις προκηρύξεις της RAF, η γυναίκα που κρατούσε καλύτερα την πένα παρά το όπλο.


Η πορεία προς το λευκό κελί
 
Στις 31 Μαΐου 1972 η αστυνομία λαμβάνει μια ανώνυμη καταγγελία ότι σ' ένα γκαράζ στην Φρανκφούρτη "μπαινοβγαίνουν υπόπτως κάποιοι νεαροί". Σε έρευνα που ακολουθεί βρίσκονται εκρηκτικές ύλες και το γκαράζ τείθεται υπό επιτήρηση. Η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει. Μέσα σε σαράντες ημέρες, σ' ένα κλίμα αντι-"τρομοκρατικής" υστερίας και πανικού, η ΡΑΦ θα τεθεί σχεδόν ολοκληρωτικά εκτός μάχης.
 
Στις 15 Ιουνίου η αστυνομία του Λάνγκενχάγκεν κοντά στο Αννόβερο έλαβε πληροφορίες από το δάσκαλο Φριτς Ρόντεβαλντ, ο οποίος υποψιαζόταν ότι οι νεοι του ενοικιαστές ήταν μέλη της RAF. Η αστυνομία συνέλαβε τον οπλισμένο Γκέρχαρντ Μύλερ και την αγνώριστη λόγω εξωτερικής εμφάνισης Ουλρίκε Μάινχοφ, η οποία αντιστάθηκε στην σύλληψή της. Είχαν προηγηθεί οι συλλήψεις του Αντρέας Μπάαντερ, του Χόλγκερ Μάινς, του Γιαν-Καρλ Ράσπε και της Γκούντρουν Ενσλίν. Η πρώτη γενιά της RAF έχει εξαρθρωθεί.


Στο μεταξύ, τα μέλη της ΡΑΦ αρχίζουν να βιώνουν την τραγική πραγματικότητα των "λευκών κελιών". Απόλυτη απομόνωση σε ηχομονωμένα και χωρίς φυσικό φως κελιά. Η "γραμμή" της ΡΑΦ προς τα μέλη της είναι απόλυτη "Ούτε μια λέξη στα γουρούνια, με όποια μορφή κι αν εμφανίζονται, ειδικά ως γιατροί. Ούτε μια λέξη. Και φυσικά δεν τους βοηθάμε σε τίποτα, δεν κουνάμε ούτε το δάχτυλό μας. Τίποτα εκτός από εχθρότητα και περιφρόνηση. Δεν τους προκαλούμε -αυτό είναι σημαντικό-, όμως θα υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας αδυσώπητα, ανυποχώρητα, με κάθε ανθρωπίνως δυνατό τρόπο".
 
Η Μάινχοφ οδηγείται σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. Από τις 16 Ιουνίου 1972 μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 1973 η Μάινχοφ κρατήθηκε τελείως απομονωμένη στην λεγόμενη "νεκρή πτέρυγα" (το όνομα αυτό της δόθηκε από την ίδια την Μάινχοφ που υπέφερε από την απομόνωσή της) της φυλακης Όσεντορφ της Κολωνίας, κάτω από ιδιαιτερα σκληρές συνθήκες. Έγκλειστη σε λευκό κελί, η ψυχική της κατάρρευση επέρχεται βασανιστικά. Το διάστημα αυτό έγραψε το κείμενο "Επιστολή από την νεκρή πτέρυγα", το οποίο μεταφέρθηκε κρυφά έξω από την φυλακή και δημοσιεύτηκε, το κείμενο αυτό είχε μεγάλη απήχηση στους υποστηρικτές της. "Η αίσθηση οτι ανατινάζεται το κεφάλι σου. Ότι όπου να 'ναι το κρανίο σου θα κλατάρει, θα σκάσει. Η αίσθηση ότι ο εγκέφαλός σου συρρικνώνεται σιγά-σιγά σαν το μήλο που ψήνεται στον φούρνο. Η αίσθηση ότι ο ειρμός της σκέψης σου κόβεται ξαφνικά με τσεκούρι. Η αίσθηση ότι κατουράς την ψυχή έξω από το σώμα σου, ότι σου φεύγει σαν να μην μπορείς να κρατήσεις τα ούρα σου. Η αίσθηση ότι το κελί κινείται. Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια σου και το κελί ταξιδεύει. Δεν μπορείς με τίποτα να αποφύγεις την αίσθηση της κίνησης. Δεν μπορείς να καταλάβεις αν τρέμεις από το κρύο ή την ζέστη. Δεν μπορείς να εξηγήσεις γιατί τρέμεις. Κρύώνεις. Για να μιλήσεις πρέπει να προσπαθήσεις πολύ, σαν να θέλεις να φωνάξεις δυνατά. Η αίσθηση ότι βουβαίνεσαι. Οι δεσμοφύλακες, οι επισκέπτες, η αυλή, όλα φαίνονται σαν να κοιτάς μέσα από ζελατίνα. Πονοκέφαλοι - Φλας. Δεν ελέγχεις την φρασεολογία, την γραμματική, το συντακτικό. Όταν γράφεις δυο σειρές, στο τέλος της δεύτερης δεν θυμάσαι την αρχή της πρώτης. Η επιθετικότητά σου φουσκώνει και δεν υπάρχει βαλβίδα ασφαλείας. Είναι ξεκάθαρο, δεν έχεις καμμιά πιθανότητα να ζήσεις. Αποτυγχάνεις να τα μεταδώσεις όλα αυτά. Από τις επισκέψεις δεν σου μένει τίποτα. Μετά από μισή ώρα δεν ξέρεις αν το επισκεπτήριο ήταν σήμερα ή την περασμένη εβδομάδα. Η αίσθηση ότι ο χώρος και ο χρόνος μπαίνουν ο ένας μέσα στον άλλο, σαν να βρίσκεσαι σε δωμάτιο με παραμορφωτικούς καθρέφτες, τρεκλίζεις."
 
Στα τέλη του 1972 ξεκινά νέα δίκη του Μάλλερ στο Βερολίνο και ο Μπάαντερ καλείται σαν μάρτυρας. Εκεί ανακοινώνει την πρώτη απεργία πείνας της ΡΑΦ που θα διαρκέσει σχεδόν δυο μήνες και θα διακοπεί όταν ο Ομοσπονδιακός Εισαγγελέας δέχεται να χαλαρώσει τις συνθήκες κράτησής τους και ειδικά της Μάινχοφ, υπόσχεση που τηρήθηκε μονάχα για λίγο.
Στις 27 Αυγούστου 1974 δικάζονται στις φυλακές Μόαμπιτ του Βερολίνου οι Μάλερ, Μπάκερ και Μάινχοφ για την απόδραση του Μπάαντερ. Η Μάινχοφ ανακοινώνει την τρίτη απεργία πείνας της ΡΑΦ με αίτημα ελεύθερο επισκεπτήριο και αλληλογραφία.
Στις 2 Οκτώβρη απαγγέλοναι επισήμως κατηγορίες κατά των Μάινχοφ, Μπάαντερ, Ενσλίν, Μάινς και Ράσπε για 5 ανθρωποκτονίες. Στις 29 Νοεμβρίου 1974 η Μάινχοφ καταδικάστηκε σε οκτώ χρόνια φυλάκιση για την βομβιστική επίθεση στο κεντρικό κτίριο του εκδοτικού οίκου Axel Springer στο Αμβούργο. Τώρα πια βρίσκονται όλοι στο Στάμχαιμ εκτός από τον Μάινς που η υγεία του έχει καταρρεύσει από την απεργία πείνας. Επιβάλεται υποχρεωτική σίτιση σ' όλους τους απεργούς.
Η απεργία πείνας την εξαντλεί και σωματικά, ενώ η δίκη μοιάζει με παρωδία. Οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των κρατουμένων νομιμοποιούνται από ειδικούς νόμους.


Ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Γκουστάβ Χάινεμ το φθινόπωρο του 1974 απηύθυνε δημόσια έκκληση στη φυλακισμένη Ουλρίκε Μάινχοφ ζητώντας της να διακόψει την απεργία πείνας που την έφερε στο κατώφλι του θανάτου. Η πρόταση όμως συνοδευόταν από το γνωστό κλισέ ότι "η απεργία δεν σας απαλλάσει από το καθήκον να δώσετε λόγο στη δικαιοσύνη". Η Μάινχοφ απάντησε ότι "μετά από μια απομόνωση που διαρκεί επί χρόνια, μετά τρεις μήνες απεργία πείνας, μετά την υποχρεωτική σίτιση που συνιστά το πιο ωμό βασανιστήριο, μετά την εκτέλεση του Χόλγκερ Μάινς από την "Ομάδα Ασφαλείας" της Βόνης, μετά ολα αυτά, θα ήταν κυνική προσβολή εναντίον μας να φανταστεί κανείς ότι θα αρκεστούμε σε ορισμένες τροποποιήσεις του ειδικού καθεστώτος κράτησής μας". Η Μάινχοφ πρότεινε μια δεκαπεντάλεπτη συνάντηση που όμως εκείνος απέκλεισε κατηγορηματικά.

Στις 21 Μαΐου 1975 πρώτη μέρα της δίκης του Στάμχαϊμ (σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο της φυλακής) στην οποία η Μάινχοφ κατηγορήθηκε για τετραπλή ανθρωποκτονία. Οι κατηγορούμενοι (Μπάαντερ, Μάιχοφ, Ένσλιν, Ράσπε) υποβαλλουν ένσταση κατά των διορισμένων από το δικαστήριο δικηγόρων. Η δίκη θα συνεχιστεί για μήνες αναλωνόμενη κυρίως σε συνεχείς ενστάσεις, αναβολές, αποχωρήσεις συνηγόρων, αποβολές κατηγορούμενων, καταθέσεις εμπειρογνωμόνων για το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είναι σε θέση να παρακολουθήσουν την δίκη.

Τον Ιανουάριο του 1976 οι γιατροί που έχει ορίσει το δικαστήριο, κρίνουν πως οι "4 του Στάμχαϊμ" δεν είναι σε θέση να παραβρίσκονται στην δίκη για περισσότερο από 3 ώρες την ημέρα. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου αποφασίζει πως η δίκη θα συνεχιστεί ακόμα και απουσία των κατηγορούμενων. Μετά από οκτώ μήνες τώρα μόλις αρχίζει ουσιαστικά η δίκη. Πριν όμως καταδικαστεί η Μάινχοφ "αυτοκτόνησε".
Ο Ρολφ Πόλε είχε δηλώσει "Η Ουλρίκε δολοφονήθηκε, γιατί τα βασανιστήρια της απομόνωσης οδηγούν στην καταστροφή της προσωπικότητας, είναι δολοφονία, ακόμα και αν ο δολοφονούμενος κρεμαστεί τελικά μόνος του."

Το 1998 η RAF εξαγγέλει επίσημα την αυτοδιάλυσή της.


"Η Μάινχοφ ήταν ένας άνθρωπος με πολλές δυνατότητες. Έξυπνη, μορφωμένη, συναισθηματική, με φαντασία και συνέπεια. Είχε, όμως, τη μεγάλη ατυχία να μεγαλώνει στη Γερμανία, ανάμεσα σε γερασμένους φασίστες που κάθονταν ξανά σε θέσεις εξουσίας. [...] Μεγάλωσε εν μέσω Ψυχρού Πολέμου και μιας σοσιαλδημοκρατίας που πρόδιδε κάθε κίνηση και κίνημα. Άνθρωποι σαν τη Μάινχοφ ήταν εμπόδια στον δρόμο του κεφαλαίου και του κράτους της Δυτικής Γερμανίας [...] Ήταν ένας από τους πρώτους δημοσιογράφους που έγραψαν εναντίον της χούντας στην Ελλάδα και αυτών που τη στήριζαν." Από συνέντευξη της Γιούττα Ντίτφουρτ
 
Πηγές:
Φράξια Κόκκινος Στρατός - Εκδόσεις Δαίμων του Τυπογραφείου
Ουλρίκε Μάινχοφ, Η Βιογραφία - Γιούττα Ντίτφουρτ, Εκδόσεις Νάρκισσος
Η Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ, η RAF και η ένοπλη πάλη στη Γερμανία, 1963-93
Wikipedia
Διάφορα άρθρα στο διαδίκτυο σχετικά με τη ζωή και τη δράση της Ουλρίκε Μάινχοφ

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Τελευταίο μπλουζ,για να διαβαστεί κάποια μέρα ~ Cesare Pavese




Ήταν μόνο ένα φλέρτ,
το 'ξερες αυτό -
κάποιος πληγώθηκε
εδώ και καιρό.

Όλα είναι ίδια
κι ο χρόνος διαβαίνει -
Μια μέρα γεννιέσαι,
μια μέρα πεθαίνεις.

Eδώ και καιρό
κάποιος πέθανε -
κάποιος προσπάθησε,
μα δεν έμαθε.




Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Ξάστερα μεσάνυχτα ~ Ουώλτ Ουίτμαν



 
Τούτη είναι η ώρα σου, ω Ψυχή,
Η ελεύθερη πτήση σου στο ανείπωτο,
Μακριά από βιβλία, μακριά από την τέχνη,
η μέρα σβήνει, το μάθημα τελειώνει.
Κι εσύ γεμάτη προβάλλεις, σιωπηλή
ατενίζεις και στοχάζεσαι ό,τι πιο πολύ αγαπάς:
Τη νύχτα, τον ύπνο, τον θάνατο και τα αστέρια.



Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Φυλακές ~ Biófilo Panclasta


(Απάντηση του Biófilo Panclasta στον B. Rosales de la Rosa)

Η συμπάθεια που τόσο όμορφα εκφράσατε, ήρθε για να παρηγορήσει το πνεύμα μου μέσα σ’ αυτήν την λυπητερή μοναξιά του φυλακισμένου.

Δεν ήταν, όμως, η μοναξιά των πραγμάτων που τον βύθισαν σε διαρκείς και νοσταλγικούς στοχασμούς.

Ήταν η μοναξιά της σκέψης.

Το να θεωρείς τον εαυτό σου υπερασπιστή, χωρίς να υπάρχει κάποιος να υπερασπιστείς.

Έναν απελευθερωτή που δεν απελευθέρωσε κανέναν.

Έναν άνθρωπο εγκάρδιο, ανάμεσα σε άκαρδα όντα.

Το να νιώθεις μόνος, σημαίνει να νιώθεις άχρηστος.

Έτσι, λοιπόν, το γράμμα σου με υπερβαίνει με έναν πολύ ανώτερο τρόπο, αυτόν της αδελφικής παρηγοριάς που μοιράζεται συνήθως σε περιόδους κακοτυχίας.

Τα δεινά μου έχουν μια δόση μεγαλείου.

Δεν είμαι εγώ που υποφέρω· είναι η ζώσα και δυστυχισμένη ανθρωπότητα που ζωγραφίζει πάνω στο συνετό καμβά της ψυχής μου όλα τα δεινά της δικής της ακατάληπτης δυστυχίας.

Δεν είμαι μόνος μου σ’αυτή τη φυλακή.

Αν φοβάμαι, είναι γιατί ξέρουν πως τα λόγια μου, όπως τα θαυματουργά φάρμακα ενός γιατρού της ψυχής, μπορούν να απομακρύνουν από τα μάτια των προκατειλημμένων το πέπλο που τα καλύπτει και που τους κρατάει στη γη των «σκοτεινών βαρβάρων».

Η καταδίκη βρίσκεται στο φόβο.

Κι εγώ που δε μπορώ να διδάξω και να κηρύξω τίποτα, φοβάμαι όπως η «πυγολαμπίδα που πετάει μακριά απ’το φως, φέροντας το φως, φωτίζω τις ίδιες σκιές τις οποίες αναζητώ».

Για’μένα, η φυλακή δε μπορεί να υπάρξει.

Όπως κάθε τυραννία, βρίσκεται μόνο μέσα στην καρδιά των σκλάβων.

Θεωρώ τους φύλακές μου όντα προϊστορικά. Και τους περιφρονώ.

Είναι υπερβολικά άνθρωποι!

Δεν είμαι συνηθισμένος να κάνω την αιλουροειδή τρέλα λογική και αφήνω την απόδειξή της στην αυτοκρατορία της δύναμης· η δύναμη είναι η λογική των θηρίων.

Ως τέτοιο, ακόμα και πίσω από τους τοίχους πιστεύω σ’εμένα και είμαι λεύτερος.

Λεύτερος, λεύτερος όπως η σκέψη μου, ούτε απεριόριστη, ούτε αμέθεκτη.

Και όσο αυτή η σκέψη είναι η γλώσσα της ψυχής μας, στέλνω από δω, σ’εσάς, σ’εκείνο το μέρος, όλο το φυσικό πλούτο του προκλημένου συναισθήματός μου, σαν αφιέρωση αμοιβαιότητας στο βωμό της αγάπης, που ο θεός της Αρμονίας ανεγέρθηκε.

Αγωνιζόμαστε, αλλά αγωνιζόμαστε όπως ο Προμηθέας, να είμαστε το ξεκίνημα…

Αγωνιζόμαστε ενάντια στο θάνατο, αυτόν το Χριστιανισμό της ζωής.

Αφήστε μας να ζήσουμε.

Για τη ζωή και μαζί μ’αυτήν.

Για την τέχνη και την ελευθερία.

Είναι ένα μονοπάτι.

Αφήστε μας να ζήσουμε για’μας.

Κι αφήστε μας να ενωθούμε, ναι, αφήστε μας να ενωθούμε ενάντια σε καθετί αδύναμο, καθετί μικρό, καθετί φριχτό.

Το να είσαι Χριστιανός, σημαίνει να νικιέσαι.

Αφήστε μας να είμαστε εραστές της ζωής.

Αφήστε μας να είμαστε δυνατοί. Σαν το κρύσταλλο. Φως και σκληρότητα, σκληρότητα και φως.

Και ας μάθουν κι οι άλλοι.

Χωρίς εμάς να διδάσκουμε. Το να είσαι δάσκαλος, σημαίνει να είσαι τύραννος. Ν’αφήνεις τη σκέψη απ’έξω, όπως το κρέας.

Να μην έχουμε καθήκοντα. Αφήστε τα αυτά για τους ηθικιστές.

Εμείς, μόνοι μας, ανάμεσα σ’αυτούς που πορεύονται μόνοι, αφήστε τον κάθε έναν από μας να τραβήξει το δρόμο του· ο ίδιος· κάνοντας τη ζωή εντονότερη, αυξάνοντας την απόλαυση, νιώθοντας την ύπαρξη…

Ζώντας.

Για τον άνθρωπο δεν είναι η γέννηση αλλά η ζωή.

Και η ζωή δεν είναι δεινό.

Γιατί η ζωή είναι όμορφη!

Μπορεί να είναι όμορφη!

Αφήστε μας να την κάνουμε όμορφη!

Να είμαστε εραστές της ζωής!

Αφήστε μας να είμαστε τέτοιοι!

Χαιρετισμούς!

Biófilo Panclasta.

Αστυνομικό Τμήμα Barranquilla, 19 Απριλίου, 1910.
  
Μετάφραση: Κύκλος Ατομικιστών Αναρχικών