Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Εμπρός, στην πορεία. ~ Arthur Rimbaud



 
 
Ποιος θα ξαναδώσει ζωή στις βίαιες δίνες της φωτιάς
αν όχι εμείς που θεωρούμαστε αδέρφια;
Ελάτε λοιπόν!
Νέοι σύντροφοι: αυτό θα σας αρέσει.
Δε θα δουλέψουμε ποτέ, ώ δίνες της φωτιάς!
Αυτός ο κόσμος μέλει να εκραγεί.
Αυτό είναι το μονοπάτι του στ΄ αλήθεια.
Εμπρός, στην πορεία.
 
 

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

"Αν μάθεις πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη πως ήταν φόνος" - Η ζωή, η δράση και ο θάνατος της Ουλρίκε Μάινχοφ


Στις 9 Μαΐου του 1976, η Ουλρίκε Μάινχοφ βρέθηκε απαγχονισμένη στο κελί με τον αριθμό 719 στις φυλακές Στάμχαϊμ στη Στουτγάρδη. Γύρω από το λαιμό της μια θηλιά φτιαγμένη από σκισμένες λωρίδες πετσέτας. Η επίσημη εκδοχή για τον θάνατό της, "αυτοκτονία".

Στις 7 Μαΐου την είχε επισκεφθεί ένας Ιταλός, συνήγορος των ιταλικών Ερυθρών Ταξιαρχιών, μεταφέροντάς της την επιθυμία για επικοινωνία μεταξύ των δυο οργανώσεων. Ήταν ο τελευταίος επισκέπτης της.
 
Η αδελφή της Ουλρίκε, Βίνκε Τσίτσλαφ, θα δηλώσει ότι όταν την είχε επισκεφτεί λίγο πριν από τον θάνατό της της είχε πει "Αν μάθεις πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη ότι ήταν φόνος". 'Επειτα από απαίτηση της Βίνκε γίνεται μια δεύτερη έρευνα, στα πλαίσια της οποίας ο δικανικός παθολόγος Γιάνσεν κατέληξε ότι η πιθανότερη αιτία του θανάτου ήταν "αυτοκτονία δια απαγχονισμού" ωστόσο, για να αποφανθεί οριστικά, επέμεινε να του δοθεί πρόσβαση στην έκθεση της πρώτης αυτοψίας, διευκρινίζοντας ότι πολλές εξετάσεις δεν μπορούσαν να γίνουν πλέον, το οποίο δεν έγινε ποτέ.
 
Μια διεθνής επιτροπή έρευνας, από επιστήμονες και δημοσιογράφους, αμφισβητούσε την εκδοχή της αυτοκτονίας της Ουλρίκε Μάινχοφ. Προσπάθησε να διαλευκάνει τις συνθήκες του θανάτου της, όμως το γερμανικό κράτος δεν της αναγνώρισε δικαίωμα έρευνας. Η επιτροπή στηριζόμενη στα επίσημα έγγραφα κατέληξε ότι η Μάινχοφ είχε πεθάνει πριν απαγχονιστεί, το πόρισμα της βέβαια αμφισβητείται από πολλούς αλλά οι συνθήκες θανάτου και η δημοσίευση των αποτελεσμάτων της έρευνας αυτής, οδήγησαν ακόμη περισσότερους στο συμπέρασμα πως το δυτικογερμανικό κράτος θα μπορούσε να είναι υπεύθυνο για το θάνατό της.
 
Στις 11 Μαΐου 1976, ο πρόεδρος του δικαστηρίου προσπαθεί να συνεχίσει την δίκη σαν να μη τρέχει τίποτα. Οι τρεις εναπομείναντες κατηγορούμενοι και οι δικηγόροι κάνουν αιτήσεις για διακοπή της διαδικασίας και αμφισβητούν την εκδοχή της αυτοκτονίας. Όλες οι αιτήσεις απορρίπτονται και μέσα στην φασαρία που ακολουθεί οι κατηγορούμενοι αποβάλλονται και οι δικηγόροι αποχωρούν. Ο Γιαν-Καρλ Ράσπε εμφανίζεται αργότερα στο δικαστήριο μόνο και μόνο για να κάνει μια δήλωση προς τον πρόεδρο "Ήθελα απλώς να σου πω ότι ο τρόπος που λειτουργείς δεν αφήνει άλλο τρόπο αντιμετώπισής σου, εκτός από το να σε περιμένει κάποιος σε μια γωνία με το πιστόλι στο χέρι".
 
Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις γίνονται διαδηλώσεις με μεγαλύτερες και βιαιότερες αυτές στο Βερολίνο και την Φρανκφούρτη. Εκρήξεις βομβών στη Γαλλία (στο γερμανικό προξενείο της Νίκαιας, σε κτίρια γερμανικών εταιρειών στο Παρίσι, στο Ινστιτούτο Γκαίτε στην Τουλούζη), στην Ιταλία (σε γερμανικό τουριστικό γραφείο στη Ρώμη, στη Λουφτχάνσα της Νάπολη και σε γερμανικό σουπερμάρκετ) και βέβαια στη Γερμανία (στο ραδιοφωνικό σταθμό της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας στην Φρανκφούρτη και στο δικαστήριο του Ντόρτμουντ). Μερικούς μήνες αργότερα (στις 31 Μαρτίου του 1977), το ελληνικό φορτηγό πλοίο "Εόλιαν Γουίντ" καταλαμβάνεται από το πλήρωμά του στο λιμάνι του Ρίο ντε Τζανέιρο, ανακηρύσσεται "κοινωνική περιουσία των εργαζομένων" και μετονομάζεται σε "Ουλρίκε Μάινχοφ". Η εξέγερση καταστέλλεται από τα βραζιλιάνικα ΕΚΑΜ.

Στις 16 Μαΐου 1976, η Ουλρίκε Μάινχοφ κηδεύτηκε στο νεκροταφείο του Μαρίεντοφ στο Δυτικό Βερολίνο, στη θέση Α-12-19. Στην κηδεία συμμετείχαν και διαδήλωσαν 4.000 άνθρωποι.
 

Η Ουλρίκε Μάινχοφ γεννήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1934 στο Όλντενμπουργκ, ήταν παιδί του πολέμου. Προερχόταν από μια γνήσια γερμανική οικογένεια, μέσα στην οποία οι χριστιανοί προτεστάντες συνθηκολόγησαν με τον ναζιστικό φασισμό. Το 1938 πεθαίνει ο πατέρας της και μετά το θάνατο της μητέρας της το 1948 την επιμέλεια της αναλαμβάνει η καθηγήτρια ιστορίας Ρενάτε Ρίμεκ. Ως έφηβη ήταν ήδη αντισυμβατική, φορούσε χρωματιστά παντελόνια, κάπνιζε, διάβαζε πολλά βιβλία, αγαπούσε την όπερα, άκουγε τζαζ στη διαπασών, έπαιζε βιολί και ντραμς και ήρθε σε ρήξη με τη θετή της μητέρα. Σπούδασε φιλοσοφία, παιδαγωγική, κοινωνιολογία και γερμανική φιλολογία στο Μάρμπουργκ, το Μίνστερ και το Αμβούργο. Το 1957 πήγε στο πανεπιστήμιο του Μίνστερ όπου προσχώρησε στην οργάνωση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και έγινε εκπρόσωπος της επιτροπής Anti-Atomtod-Ausschuss, ενός αντιπυρηνικού κινήματος κατά των σχεδίων της χριστιανοδημοκρατικής κυβέρνησης του Κόνραντ Αντενάουερ, που προέβλεπαν τον πυρηνικό εξοπλισμό του γερμανικού στρατού. Το 1958, σε μια εκδήλωση κατά των πυρηνικών όπλων, γνώρισε τον Ράινερ Ρελ, αρχισυντάκτη της εφημερίδας Konkret.
 
Για να έχει πολιτική κάλυψη, προσχώρησε στο SDS, τη φοιτητική παράταξη του SPD (Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας). Σύντομα όμως τη διέγραψαν οπότε έγινε μέλος του KPD, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας, που είχε δεσμούς με το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας. Η δεκαετία του '60 ήταν γεμάτη γεγονότα που καθόρισαν την μελλοντική πορεία της Μάινχοφ. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ, οι διαδηλώσεις των Αμερικανών φοιτητών έκαναν τους Γερμανούς νέους να δραστηριοποιούνται συνεχώς. Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα και η εγκαθίδρυση ενός ακόμα δικτατορικού καθεστώτος, μετά την Πορτογαλία και την Ισπανία, προβλημάτισε την Μάινχοφ, που φοβήθηκε πως το ίδιο μπορούσε να συμβεί και στην πατρίδα της.
 
Εργάστηκε από το 1959 έως το 1969 ως δημοσιογράφος της αριστερής εφημερίδας Konkret στο Αμβούργο, όπου από το 1960 μέχρι το 1964 ήταν αρχισυντάκτρια. Το διάστημα αυτό πήρε μέρος σε πολυάριθμες δημόσιες οργανώσεις και διαμαρτυρίες και έτσι εξελίχθηκε σε συμβολική μορφή της γερμανικής αριστεράς.
 

Τον Δεκέμβριο του 1961 παντρεύτηκε τον εκδότη της Konkret, Κλάους Ράινερ Ρελ, και έγινε μητέρα δίδυμων κοριτσιών, της Ρεγγίνα και της Μπετίνα.
 
 
Με αφορμή την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσκε, του συμβόλου του φοιτητικού και εξωκοινοβουλευτικού κινήματος, που έγινε στις 11 Απριλίου του 1968, η Μάινχοφ δημοσίευσε σχετικό σχόλιο στην Konkret. Στα ακόλουθα αποσπάσματα εκδηλώνεται η κατοπινή της ριζοσπαστικοποίηση.
"Διαμαρτυρία είναι όταν λέω πως αυτό κι αυτό δεν μου αρέσει. Αντίσταση είναι όταν φροντίζω αυτό που δε μου αρέσει, να μη συνεχίζεται."
"Το όριο μεταξύ προφορικής διαμαρτυρίας και σωματικής αντίστασης ξεπεράστηκε στα πλαίσια των διαμαρτυριών κατά της απόπειρας δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσκε, πραγματικά και όχι μονάχα συμβολικά, για πρώτη φορά μαζικώς."
"Τώρα που δείχθηκε ότι είναι διαθέσιμα και άλλα μέσα εκτός μονάχα από διαδηλώσεις, διοργανώσεις διαμαρτυρίας, αλλά εκτός από αυτά που απέτυχαν αφού δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσε, τώρα που έσπασαν τα δεσμά του ήθους και της αξιοπρέπειας, μπορεί και πρέπει συζητηθεί εκ νέου η βία και η αντιβία [...] Η αντιβία διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει βία, όπου η βιαιότητα της αστυνομίας καθορίζει το νόμο της δράσης, όπου η ανήμπορη οργή αντικαθιστά την ανώτερη φρόνηση, όπου η παραστρατιωτική ενέργεια της αστυνομίας απαντάται με παραστρατιωτικά μέσα."
"Τα αστεία σταμάτησαν."

Τον Απρίλιο του 1968 στα πλαίσια της δημοσιογραφικής της εργασίας σχετικά με την πυρπόληση ενός πολυκαταστήματος στην Φρανκφούρτη, γνώρισε τους κατηγορούμενους Θόρβαλντ Προλ, Χορστ Σένλαϊν και τους μετέπειτα ιδρυτές της Φράξιας Κόκκινος Στρατός, Αντρέας Μπάαντερ και Γκούντρουν Ένσλιν. Η Μάινχοφ γράφει στην Konkret "Ο νόμος που παραβιάζεται με τον εμπρησμό δεν προστατεύει τους ανθρώπους αλλά την ιδιοκτησία. Το προοδευτικό στοιχείο σ' έναν εμπρησμό πολυκαταστήματος δεν εντοπίζεται τόσο στην καταστροφή των εμπορευμάτων όσο στην "εγκληματικότητα" της πράξης, δηλαδή στο ίδιο το γεγονός της παραβίασης του νόμου."
 
Τον Μάρτιο του 1968 το ζευγάρι χωρίζει, ακολουθεί το διαζύγιο και η Μάινχοφ τον Απρίλιο του 1969 αποχωρεί από την Konkret, μετακομίζει στο Βερολίνο όπου εγκαταστάθηκε με τα παιδιά της. Εργάζεται ως ελεύθερη δημοσιογράφος στον Τύπο και το ραδιόφωνο και διδάσκει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο. 
 
Το Φεβρουάριο του 1970 φιλοξενεί στο σπίτι της για δύο εβδομάδες τον Μπάαντερ και την Ενσλίν, που κρύβονται μετά την καταδίκη τους σε τρία χρόνια φυλάκισης για τον εμπρησμό του πολυκαταστήματος. Είχαν εκτίσει τους 14 μήνες και ήλπιζαν -μάταια- σε ευνοϊκή κατάληξη της έφεσής τους. Η Μάινχοφ είχε υποβάλλει για λογαριασμό τους μια αίτηση για άρση της επαναφυλάκισής τους η οποία απορρίφθηκε. Μετακομίζουν στη συνέχεια σε καινούριο σπίτι μιας και το διαμέρισμα της Μάινχοφ δεν θεωρείται πλέον ασφαλές. Η ίδια εξακολουθεί να περιορίζεται σε ένα ρόλο "συμπάθουσας" χωρίς να αναμειγνύεται ενεργά.
Τον ίδιο μήνα αρχίζει να γυρίζει την ταινία Bambule, για την οποία έγραψε και το σενάριο. Στην ταινία αυτή επέκρινε τις αυταρχικές μεθόδους και τις συνθήκες ζωής σε ένα άσυλο κοριτσιών του Δυτικού Βερολίνου. Μερικά από τα κορίτσια θα επαναστατήσουν κατά της αυταρχίας αυτής. Η ταινία θα προβάλλονταν από το γερμανικό κανάλι ARD στις 24 Μαΐου 1970. (Η προβολή όμως ακυρώθηκε λίγες μέρες πριν, όταν η Μάινχοφ άρχισε την τρομοκρατική της δράση με την απελευθέρωση του Αντρέας Μπάαντερ, ο οποίος ήταν φυλακισμένος στο Βερολίνο).

Η τομή στη ζωή της Ουλρίκε Μάινχοφ

Η Μάινχοφ συνέχισε στο εξής να γίνεται περισσότερο ριζοσπαστική και ασυμβίβαστη. Στις 4 Απριλίου 1970 ο Μπάαντερ συλλαμβάνεται σε αστυνομικό μπλόκο. Στη φυλακή δέχεται επισκέψεις από τους δικηγόρους του, την Μάινχοφ και τη "δόκτωρ Γκρέτελ Βαιτεμέγιερ" (έτσι τουλάχιστον γράφει η πλαστή ταυτότητα της Ενσλίν). Αρχίζει ο σχεδιασμός της απόδρασής του. Υποβάλλεται αίτημα για να του επιτραπεί να συμβάλλει με συνεντεύξεις του στην συγγραφή ενός βιβλίου της Μάινχοφ με θέμα "Νεανική εγκληματικότητα και η αντιμετώπισή της από την κοινωνία". Το αίτημα εγκρίνεται και αμέσως επιβάλλεται ένα νέο αίτημα προκειμένου οι συναντήσεις του με την Μάινχοφ να γίνονται εκτός φυλακής, στο Γερμανικό Ινστιτούτο Κοινωνικών Ζητημάτων, με αιτιολογικό πως εκεί υπάρχει άμεση πρόσβαση στην σχετική βιβλιογραφία. Το αίτημα αρχικά απορρίπτεται αλλά τελικά επιτυγχάνεται η έγκρισή του.


Στις 14 Μαίου η Μάινχοφ συμμετέχει (μαζί με την Γκούντρουν Ενσλίν και δυο ακόμα συντρόφους της) στην επιτυχημένη απόδρασή του Μπάαντερ από τη βιβλιοθήκη του Γερμανικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ζητημάτων.

Ο Μπάαντερ μεταφέρεται στο αναγνωστήριο του Γερμανικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ζητημάτων, προκειμένου να εργαστεί για την έκδοση ενός βιβλίου μαζί με τη δημοσιογράφο Ουλρίκε Μάινχοφ. Η δραστήρια Μάινχοφ, γνωστή μέσα από τις εκπομπές της για τα παιδιά των ιδρυμάτων, είχε χρησιμοποιήσει όλες τις γνωριμίες της για αυτή τη συνάντηση. Σκοπός δεν ήταν το βιβλίο αλλά η απόδραση του κρατουμένου. Η σύντροφος του Μπάαντερ, Γκούντρουν Ενσλίν, μαζί με δυο ακόμη γυναίκες και έναν κουκουλοφόρο άνδρα όρμησαν στο κτίριο για να τον απελευθερώσουν. Στην επιχείρηση πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε σοβαρά ο Γκέοργκ Λίνκε, ο αρχιφύλακας του ιδρύματος. Η Μάινχοφ άφησε την τσάντα της που πρόδωσε την ταυτότητά της.
Οι συζητήσεις της ομάδας είχαν αρχίσει μήνες νωρίτερα. Η Μάινχοφ προετοιμαζόταν προοδευτικά για το πέρασμα στο αντάρτικο πόλεων. Η απελευθέρωση του Μπάαντερ καλείται γενικώς η πρώτη δράση της RAF και η "ιδρυτική της πράξη". Από την ημέρα αυτή η αναγνωρισμένη δημοσιογράφος Ουλρίκε Μάινχοφ πέρασε στην παρανομία και καταζητείται. Ύστερα από λίγες ώρες το Δυτικό Βερολίνο πλημμύρισε με τις φωτογραφίες της καταζητούμενης με την επικήρυξη των 10.000 μάρκων ενώ άρχισε ένα ανθρωποκυνηγητό, το μεγαλύτερο μετά το 1945 στη Γερμανία. Κανένας εγκληματίας πολέμου δεν είχε καταδιωχτεί με τόση λύσσα. 
 

Τρεις εβδομάδες μετά την απελευθέρωση του Μπάαντερ, η ιδρυτική διακήρυξη της RAF (Rote Armee Fraktion) δημοσιεύεται στο περιοδικό "Agit 883", με τίτλο "Ιδρύουμε τον Κόκκινο Στρατό".
"Πίστευαν πραγματικά τα γουρούνια πως θα αφήναμε τον σύντροφο Μπάαντερ να λιώνει μέσα στην φυλακή; Πίστευαν πραγματικά πως θα μιλάγαμε για ανάπτυξη της ταξικής πάλης και ανασύνταξη του προλεταριάτου χωρίς ταυτόχρονα να οπλιζόμαστε; Μήπως τα γουρούνια που μας πυροβόλησαν πρώτα, πίστευαν πως θα επιτρέπαμε στους εαυτούς μας να σκοτωθούμε ειρηνικά σαν τα πρόβατα; Όσοι δεν οπλίζονται πεθαίνουν. Όσοι δεν πεθαίνουν είναι θαμμένοι ζωντανοί στις φυλακές, στα αναμορφωτήρια, στα πέτρινα φέρετρα των νέων στεγαστικών προγραμμάτων, στα ασφυκτικά σχολεία, στις κατακαίνουριες κουζίνες και κρεβατοκάμαρες, τις γεμάτες χαριτωμένα έπιπλα αγορασμένα επί πιστώσει. Ξεκινήστε τώρα την Ένοπλη Αντίσταση! Οικοδομήστε τον Κόκκινο Στρατό!"

Στις 21 Ιουνίου 1970 η Μάινχοφ μαζί με τους Αντρέας Μπάαντερ και Γκρούντουν Ενσλίν περνούν στο Ανατολικό Βερολίνο. Μεταμφιέζονται σε άραβες και πηγαίνουν στο αεροδρόμιο όπου ο παλαιστίνιος σύνδεσμος τους δίνει διαβατήρια των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Το άλλο απόγευμα φτάνουν στην Δαμασκό και από εκεί περνούν τα σύνορα με την Ιορδανία. Εκπαιδεύτηκαν στρατιωτικά μεταξύ άλλων μαζί τους και οι Χορστ Μάλερ, Πέτερ Χόμαν, Μπριγκίτε Άσντονκ, σε στρατόπεδο της Παλαιστινιακής οργάνωσης Αλ Φατάχ στην Ιορδανία. Στις 9 Αυγούστου επιστρέφουν στο Βερολίνο.

Η οργάνωση, μετά την επιστροφή της από την Ιορδανία συνεχίζει τις προετοιμασίες για τον ένοπλο αγώνα. Νοικιάζονται διαμερίσματα, αποκτώνται οχήματα, οικονομικοί πόροι συλλέγονται, γίνονται νέες στρατολογήσεις.


Στις 29 Σεπτεμβρίου η Μάινχοφ λήστεψε τράπεζα για πρώτη της φορά. Στα τέλη 1970 ο υπουργός εσωτερικών θέτει τις έρευνες για την "Συμμορία Μπάαντερ - Μάινχοφ" υπό την δικαιοδοσία του Ομοσπονδιακού Γραφείου Διερεύνησης Εγκλημάτων και ανατείθεται στον Άλφρεντ Κλάους (αξιωματούχου του ΒΚΑ) η δημιουργία μιας ειδικής επιτροπής για την "τρομοκρατία" και του παραχωρείται ένα συγκρότημα γραφείων στη Βόννη. Εκεί συντάσσει μια 60σέλιδη προκαταρκτική αναφορά η οποία καλύπτει τη δράση της ομάδας, ξεκινώντας από τους εμπρησμούς της Φρανκφούρτης.

Την ίδια εποχή η Μάινχοφ αναλαμβάνει τη συγγραφή ενός "ιδεολογικού μανιφέστου", το κείμενό της "Το Σχέδιο Του Αντάρτικου Πόλης" είναι τυπικά η απαρχή της "Φράξιας Κόκκινος Στρατός" καθώς για πρώτη φορά χρησιμοποιείται το όνομα αλλά και το διάσημο έμβλημα της οργάνωσης, το αστέρι με το υποπολυβόλο και τα αρχικά "ΡΑΦ".
 

"Το αντάρτικο πόλης ξεκινά με την αναγνώριση του γεγονότος ότι δεν θα υπάρχει ο "αυστηρός βηματισμός" με τον οποίο πολλοί αυτοαποκαλούμενοι επαναστάτες θα ήθελαν να "οδηγήσουν" τον λαό στη μάχη". Ξεκινά με την αναγνώριση ότι όταν έρθει η στιγμή για τον (μαζικό) ένοπλο αγώνα, θα είναι ήδη πολύ αργά να αρχίσουμε τότε να οργανωνόμαστε γι' αυτόν. Ότι σ' ένα κράτος που η δυνατότητά του για άσκηση βίας είναι τόσο ισχυρή και που οι επαναστατικές του παραδόσεις είναι τόσο ηττημένες, δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει -χωρίς να παρθούν άμεσες πρωτοβουλίες από τους επαναστάτες- ένας επαναστατικός προσανατολισμός ακόμα και αν οι συνθήκες του επαναστατικού αγώνα καλυτερεύουν (πράγμα που θα γίνει σαν αναπόφευκτη συνέπεια της εξέλιξης του ύστερου καπιταλισμού. Ως προς αυτό, το αντάρτικο πόλης είναι η λογική συνέπεια της άρνησης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η μόνη και αναπόφευκτη απάντηση στους "νόμους εκτάκτου ανάγκης", είναι η ετοιμότητα για πάλη με τα ίδια βίαια μέσα μ' αυτά που το σύστημα επέλεξε στην προσπάθειά του βα εξαλείψει τους αντιπάλους του. Το αντάρτικο πόλης βασίζεται στην κατανόηση των όσων συμβαίνουν και όχι σε μια στάση απολογίας για τα όσα συμβαίνουν. Στόχους του αντάρτικου πόλης είναι η επίθεση κατά του κρατικού μηχανισμού ελέγχου σε συγκεκριμένα καίρια σημεία τα οποία τείθονται εκτός μάχης καταστρέφοντας έτσι τον μύθο του πανταχού παρόντος και άτρωτου κράτους (...)
Εκατό λουλούδια άνθισαν.
Είναι οι εκατό Ένοπλες Επαναστατικές Ομάδες.
Φράξια Κόκκινος Στρατός "
 
Στις 11 Μαΐου του 1972 η οργάνωση τοποθετεί εκρηκτικά στο αρχηγείο της 5ης Στρατιάς των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στη Φραγκφούρτη. Ο αντισυνταγματάρχης Μπλούμχιστ σκοτώνεται. Μια ημέρα μετά εκρήγνυται μια βόμβα στο Αρχηγείο της Υπηρεσίας Δίωξης Κοινού Εγκλήματος του Μονάχου και δυο ακόμη προκαλούν έκρηξη στο Αρχηγείο της Αστυνομίας του Αουγκσμπουργκ. Υπήρξαν μόνο τραυματίες. Η RAF συνεχίζει με την ανατίναξη του αυτοκινήτου του δικαστή Μπούντενμπεργκ, από την οποία η σύζυγος του δικαστή μένει ανάπηρη. Στις 19 Μαΐου σειρά έχει ο εκδοτικός οίκος Springer. Δεκαεπτά άνθρωποι τραυματίζονται. Στη Χαιδελβέργη, στις 24 Μαΐου, σκοτώνονται τρεις αμερικανοί στρατιώτες από βόμβα.

Το 1971 και 1972 η Ουλρίκε Μάινχοφ έγραψε συνολικά τρεις διακηρύξεις της RAF, οι οποίες προσέφεραν ιδεολογικό υπόβαθρο στον λεγόμενο ένοπλο αγώνα. Η Μάινχοφ είναι ο νους πίσω από τις προκηρύξεις της RAF, η γυναίκα που κρατούσε καλύτερα την πένα παρά το όπλο.


Η πορεία προς το λευκό κελί
 
Στις 31 Μαΐου 1972 η αστυνομία λαμβάνει μια ανώνυμη καταγγελία ότι σ' ένα γκαράζ στην Φρανκφούρτη "μπαινοβγαίνουν υπόπτως κάποιοι νεαροί". Σε έρευνα που ακολουθεί βρίσκονται εκρηκτικές ύλες και το γκαράζ τείθεται υπό επιτήρηση. Η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει. Μέσα σε σαράντες ημέρες, σ' ένα κλίμα αντι-"τρομοκρατικής" υστερίας και πανικού, η ΡΑΦ θα τεθεί σχεδόν ολοκληρωτικά εκτός μάχης.
 
Στις 15 Ιουνίου η αστυνομία του Λάνγκενχάγκεν κοντά στο Αννόβερο έλαβε πληροφορίες από το δάσκαλο Φριτς Ρόντεβαλντ, ο οποίος υποψιαζόταν ότι οι νεοι του ενοικιαστές ήταν μέλη της RAF. Η αστυνομία συνέλαβε τον οπλισμένο Γκέρχαρντ Μύλερ και την αγνώριστη λόγω εξωτερικής εμφάνισης Ουλρίκε Μάινχοφ, η οποία αντιστάθηκε στην σύλληψή της. Είχαν προηγηθεί οι συλλήψεις του Αντρέας Μπάαντερ, του Χόλγκερ Μάινς, του Γιαν-Καρλ Ράσπε και της Γκούντρουν Ενσλίν. Η πρώτη γενιά της RAF έχει εξαρθρωθεί.


Στο μεταξύ, τα μέλη της ΡΑΦ αρχίζουν να βιώνουν την τραγική πραγματικότητα των "λευκών κελιών". Απόλυτη απομόνωση σε ηχομονωμένα και χωρίς φυσικό φως κελιά. Η "γραμμή" της ΡΑΦ προς τα μέλη της είναι απόλυτη "Ούτε μια λέξη στα γουρούνια, με όποια μορφή κι αν εμφανίζονται, ειδικά ως γιατροί. Ούτε μια λέξη. Και φυσικά δεν τους βοηθάμε σε τίποτα, δεν κουνάμε ούτε το δάχτυλό μας. Τίποτα εκτός από εχθρότητα και περιφρόνηση. Δεν τους προκαλούμε -αυτό είναι σημαντικό-, όμως θα υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας αδυσώπητα, ανυποχώρητα, με κάθε ανθρωπίνως δυνατό τρόπο".
 
Η Μάινχοφ οδηγείται σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. Από τις 16 Ιουνίου 1972 μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 1973 η Μάινχοφ κρατήθηκε τελείως απομονωμένη στην λεγόμενη "νεκρή πτέρυγα" (το όνομα αυτό της δόθηκε από την ίδια την Μάινχοφ που υπέφερε από την απομόνωσή της) της φυλακης Όσεντορφ της Κολωνίας, κάτω από ιδιαιτερα σκληρές συνθήκες. Έγκλειστη σε λευκό κελί, η ψυχική της κατάρρευση επέρχεται βασανιστικά. Το διάστημα αυτό έγραψε το κείμενο "Επιστολή από την νεκρή πτέρυγα", το οποίο μεταφέρθηκε κρυφά έξω από την φυλακή και δημοσιεύτηκε, το κείμενο αυτό είχε μεγάλη απήχηση στους υποστηρικτές της. "Η αίσθηση οτι ανατινάζεται το κεφάλι σου. Ότι όπου να 'ναι το κρανίο σου θα κλατάρει, θα σκάσει. Η αίσθηση ότι ο εγκέφαλός σου συρρικνώνεται σιγά-σιγά σαν το μήλο που ψήνεται στον φούρνο. Η αίσθηση ότι ο ειρμός της σκέψης σου κόβεται ξαφνικά με τσεκούρι. Η αίσθηση ότι κατουράς την ψυχή έξω από το σώμα σου, ότι σου φεύγει σαν να μην μπορείς να κρατήσεις τα ούρα σου. Η αίσθηση ότι το κελί κινείται. Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια σου και το κελί ταξιδεύει. Δεν μπορείς με τίποτα να αποφύγεις την αίσθηση της κίνησης. Δεν μπορείς να καταλάβεις αν τρέμεις από το κρύο ή την ζέστη. Δεν μπορείς να εξηγήσεις γιατί τρέμεις. Κρύώνεις. Για να μιλήσεις πρέπει να προσπαθήσεις πολύ, σαν να θέλεις να φωνάξεις δυνατά. Η αίσθηση ότι βουβαίνεσαι. Οι δεσμοφύλακες, οι επισκέπτες, η αυλή, όλα φαίνονται σαν να κοιτάς μέσα από ζελατίνα. Πονοκέφαλοι - Φλας. Δεν ελέγχεις την φρασεολογία, την γραμματική, το συντακτικό. Όταν γράφεις δυο σειρές, στο τέλος της δεύτερης δεν θυμάσαι την αρχή της πρώτης. Η επιθετικότητά σου φουσκώνει και δεν υπάρχει βαλβίδα ασφαλείας. Είναι ξεκάθαρο, δεν έχεις καμμιά πιθανότητα να ζήσεις. Αποτυγχάνεις να τα μεταδώσεις όλα αυτά. Από τις επισκέψεις δεν σου μένει τίποτα. Μετά από μισή ώρα δεν ξέρεις αν το επισκεπτήριο ήταν σήμερα ή την περασμένη εβδομάδα. Η αίσθηση ότι ο χώρος και ο χρόνος μπαίνουν ο ένας μέσα στον άλλο, σαν να βρίσκεσαι σε δωμάτιο με παραμορφωτικούς καθρέφτες, τρεκλίζεις."
 
Στα τέλη του 1972 ξεκινά νέα δίκη του Μάλλερ στο Βερολίνο και ο Μπάαντερ καλείται σαν μάρτυρας. Εκεί ανακοινώνει την πρώτη απεργία πείνας της ΡΑΦ που θα διαρκέσει σχεδόν δυο μήνες και θα διακοπεί όταν ο Ομοσπονδιακός Εισαγγελέας δέχεται να χαλαρώσει τις συνθήκες κράτησής τους και ειδικά της Μάινχοφ, υπόσχεση που τηρήθηκε μονάχα για λίγο.
Στις 27 Αυγούστου 1974 δικάζονται στις φυλακές Μόαμπιτ του Βερολίνου οι Μάλερ, Μπάκερ και Μάινχοφ για την απόδραση του Μπάαντερ. Η Μάινχοφ ανακοινώνει την τρίτη απεργία πείνας της ΡΑΦ με αίτημα ελεύθερο επισκεπτήριο και αλληλογραφία.
Στις 2 Οκτώβρη απαγγέλοναι επισήμως κατηγορίες κατά των Μάινχοφ, Μπάαντερ, Ενσλίν, Μάινς και Ράσπε για 5 ανθρωποκτονίες. Στις 29 Νοεμβρίου 1974 η Μάινχοφ καταδικάστηκε σε οκτώ χρόνια φυλάκιση για την βομβιστική επίθεση στο κεντρικό κτίριο του εκδοτικού οίκου Axel Springer στο Αμβούργο. Τώρα πια βρίσκονται όλοι στο Στάμχαιμ εκτός από τον Μάινς που η υγεία του έχει καταρρεύσει από την απεργία πείνας. Επιβάλεται υποχρεωτική σίτιση σ' όλους τους απεργούς.
Η απεργία πείνας την εξαντλεί και σωματικά, ενώ η δίκη μοιάζει με παρωδία. Οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των κρατουμένων νομιμοποιούνται από ειδικούς νόμους.


Ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Γκουστάβ Χάινεμ το φθινόπωρο του 1974 απηύθυνε δημόσια έκκληση στη φυλακισμένη Ουλρίκε Μάινχοφ ζητώντας της να διακόψει την απεργία πείνας που την έφερε στο κατώφλι του θανάτου. Η πρόταση όμως συνοδευόταν από το γνωστό κλισέ ότι "η απεργία δεν σας απαλλάσει από το καθήκον να δώσετε λόγο στη δικαιοσύνη". Η Μάινχοφ απάντησε ότι "μετά από μια απομόνωση που διαρκεί επί χρόνια, μετά τρεις μήνες απεργία πείνας, μετά την υποχρεωτική σίτιση που συνιστά το πιο ωμό βασανιστήριο, μετά την εκτέλεση του Χόλγκερ Μάινς από την "Ομάδα Ασφαλείας" της Βόνης, μετά ολα αυτά, θα ήταν κυνική προσβολή εναντίον μας να φανταστεί κανείς ότι θα αρκεστούμε σε ορισμένες τροποποιήσεις του ειδικού καθεστώτος κράτησής μας". Η Μάινχοφ πρότεινε μια δεκαπεντάλεπτη συνάντηση που όμως εκείνος απέκλεισε κατηγορηματικά.

Στις 21 Μαΐου 1975 πρώτη μέρα της δίκης του Στάμχαϊμ (σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο της φυλακής) στην οποία η Μάινχοφ κατηγορήθηκε για τετραπλή ανθρωποκτονία. Οι κατηγορούμενοι (Μπάαντερ, Μάιχοφ, Ένσλιν, Ράσπε) υποβαλλουν ένσταση κατά των διορισμένων από το δικαστήριο δικηγόρων. Η δίκη θα συνεχιστεί για μήνες αναλωνόμενη κυρίως σε συνεχείς ενστάσεις, αναβολές, αποχωρήσεις συνηγόρων, αποβολές κατηγορούμενων, καταθέσεις εμπειρογνωμόνων για το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είναι σε θέση να παρακολουθήσουν την δίκη.

Τον Ιανουάριο του 1976 οι γιατροί που έχει ορίσει το δικαστήριο, κρίνουν πως οι "4 του Στάμχαϊμ" δεν είναι σε θέση να παραβρίσκονται στην δίκη για περισσότερο από 3 ώρες την ημέρα. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου αποφασίζει πως η δίκη θα συνεχιστεί ακόμα και απουσία των κατηγορούμενων. Μετά από οκτώ μήνες τώρα μόλις αρχίζει ουσιαστικά η δίκη. Πριν όμως καταδικαστεί η Μάινχοφ "αυτοκτόνησε".
Ο Ρολφ Πόλε είχε δηλώσει "Η Ουλρίκε δολοφονήθηκε, γιατί τα βασανιστήρια της απομόνωσης οδηγούν στην καταστροφή της προσωπικότητας, είναι δολοφονία, ακόμα και αν ο δολοφονούμενος κρεμαστεί τελικά μόνος του."

Το 1998 η RAF εξαγγέλει επίσημα την αυτοδιάλυσή της.


"Η Μάινχοφ ήταν ένας άνθρωπος με πολλές δυνατότητες. Έξυπνη, μορφωμένη, συναισθηματική, με φαντασία και συνέπεια. Είχε, όμως, τη μεγάλη ατυχία να μεγαλώνει στη Γερμανία, ανάμεσα σε γερασμένους φασίστες που κάθονταν ξανά σε θέσεις εξουσίας. [...] Μεγάλωσε εν μέσω Ψυχρού Πολέμου και μιας σοσιαλδημοκρατίας που πρόδιδε κάθε κίνηση και κίνημα. Άνθρωποι σαν τη Μάινχοφ ήταν εμπόδια στον δρόμο του κεφαλαίου και του κράτους της Δυτικής Γερμανίας [...] Ήταν ένας από τους πρώτους δημοσιογράφους που έγραψαν εναντίον της χούντας στην Ελλάδα και αυτών που τη στήριζαν." Από συνέντευξη της Γιούττα Ντίτφουρτ
 
Πηγές:
Φράξια Κόκκινος Στρατός - Εκδόσεις Δαίμων του Τυπογραφείου
Ουλρίκε Μάινχοφ, Η Βιογραφία - Γιούττα Ντίτφουρτ, Εκδόσεις Νάρκισσος
Η Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ, η RAF και η ένοπλη πάλη στη Γερμανία, 1963-93
Wikipedia
Διάφορα άρθρα στο διαδίκτυο σχετικά με τη ζωή και τη δράση της Ουλρίκε Μάινχοφ

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Τελευταίο μπλουζ,για να διαβαστεί κάποια μέρα ~ Cesare Pavese




Ήταν μόνο ένα φλέρτ,
το 'ξερες αυτό -
κάποιος πληγώθηκε
εδώ και καιρό.

Όλα είναι ίδια
κι ο χρόνος διαβαίνει -
Μια μέρα γεννιέσαι,
μια μέρα πεθαίνεις.

Eδώ και καιρό
κάποιος πέθανε -
κάποιος προσπάθησε,
μα δεν έμαθε.




Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Ξάστερα μεσάνυχτα ~ Ουώλτ Ουίτμαν



 
Τούτη είναι η ώρα σου, ω Ψυχή,
Η ελεύθερη πτήση σου στο ανείπωτο,
Μακριά από βιβλία, μακριά από την τέχνη,
η μέρα σβήνει, το μάθημα τελειώνει.
Κι εσύ γεμάτη προβάλλεις, σιωπηλή
ατενίζεις και στοχάζεσαι ό,τι πιο πολύ αγαπάς:
Τη νύχτα, τον ύπνο, τον θάνατο και τα αστέρια.



Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Φυλακές ~ Biófilo Panclasta


(Απάντηση του Biófilo Panclasta στον B. Rosales de la Rosa)

Η συμπάθεια που τόσο όμορφα εκφράσατε, ήρθε για να παρηγορήσει το πνεύμα μου μέσα σ’ αυτήν την λυπητερή μοναξιά του φυλακισμένου.

Δεν ήταν, όμως, η μοναξιά των πραγμάτων που τον βύθισαν σε διαρκείς και νοσταλγικούς στοχασμούς.

Ήταν η μοναξιά της σκέψης.

Το να θεωρείς τον εαυτό σου υπερασπιστή, χωρίς να υπάρχει κάποιος να υπερασπιστείς.

Έναν απελευθερωτή που δεν απελευθέρωσε κανέναν.

Έναν άνθρωπο εγκάρδιο, ανάμεσα σε άκαρδα όντα.

Το να νιώθεις μόνος, σημαίνει να νιώθεις άχρηστος.

Έτσι, λοιπόν, το γράμμα σου με υπερβαίνει με έναν πολύ ανώτερο τρόπο, αυτόν της αδελφικής παρηγοριάς που μοιράζεται συνήθως σε περιόδους κακοτυχίας.

Τα δεινά μου έχουν μια δόση μεγαλείου.

Δεν είμαι εγώ που υποφέρω· είναι η ζώσα και δυστυχισμένη ανθρωπότητα που ζωγραφίζει πάνω στο συνετό καμβά της ψυχής μου όλα τα δεινά της δικής της ακατάληπτης δυστυχίας.

Δεν είμαι μόνος μου σ’αυτή τη φυλακή.

Αν φοβάμαι, είναι γιατί ξέρουν πως τα λόγια μου, όπως τα θαυματουργά φάρμακα ενός γιατρού της ψυχής, μπορούν να απομακρύνουν από τα μάτια των προκατειλημμένων το πέπλο που τα καλύπτει και που τους κρατάει στη γη των «σκοτεινών βαρβάρων».

Η καταδίκη βρίσκεται στο φόβο.

Κι εγώ που δε μπορώ να διδάξω και να κηρύξω τίποτα, φοβάμαι όπως η «πυγολαμπίδα που πετάει μακριά απ’το φως, φέροντας το φως, φωτίζω τις ίδιες σκιές τις οποίες αναζητώ».

Για’μένα, η φυλακή δε μπορεί να υπάρξει.

Όπως κάθε τυραννία, βρίσκεται μόνο μέσα στην καρδιά των σκλάβων.

Θεωρώ τους φύλακές μου όντα προϊστορικά. Και τους περιφρονώ.

Είναι υπερβολικά άνθρωποι!

Δεν είμαι συνηθισμένος να κάνω την αιλουροειδή τρέλα λογική και αφήνω την απόδειξή της στην αυτοκρατορία της δύναμης· η δύναμη είναι η λογική των θηρίων.

Ως τέτοιο, ακόμα και πίσω από τους τοίχους πιστεύω σ’εμένα και είμαι λεύτερος.

Λεύτερος, λεύτερος όπως η σκέψη μου, ούτε απεριόριστη, ούτε αμέθεκτη.

Και όσο αυτή η σκέψη είναι η γλώσσα της ψυχής μας, στέλνω από δω, σ’εσάς, σ’εκείνο το μέρος, όλο το φυσικό πλούτο του προκλημένου συναισθήματός μου, σαν αφιέρωση αμοιβαιότητας στο βωμό της αγάπης, που ο θεός της Αρμονίας ανεγέρθηκε.

Αγωνιζόμαστε, αλλά αγωνιζόμαστε όπως ο Προμηθέας, να είμαστε το ξεκίνημα…

Αγωνιζόμαστε ενάντια στο θάνατο, αυτόν το Χριστιανισμό της ζωής.

Αφήστε μας να ζήσουμε.

Για τη ζωή και μαζί μ’αυτήν.

Για την τέχνη και την ελευθερία.

Είναι ένα μονοπάτι.

Αφήστε μας να ζήσουμε για’μας.

Κι αφήστε μας να ενωθούμε, ναι, αφήστε μας να ενωθούμε ενάντια σε καθετί αδύναμο, καθετί μικρό, καθετί φριχτό.

Το να είσαι Χριστιανός, σημαίνει να νικιέσαι.

Αφήστε μας να είμαστε εραστές της ζωής.

Αφήστε μας να είμαστε δυνατοί. Σαν το κρύσταλλο. Φως και σκληρότητα, σκληρότητα και φως.

Και ας μάθουν κι οι άλλοι.

Χωρίς εμάς να διδάσκουμε. Το να είσαι δάσκαλος, σημαίνει να είσαι τύραννος. Ν’αφήνεις τη σκέψη απ’έξω, όπως το κρέας.

Να μην έχουμε καθήκοντα. Αφήστε τα αυτά για τους ηθικιστές.

Εμείς, μόνοι μας, ανάμεσα σ’αυτούς που πορεύονται μόνοι, αφήστε τον κάθε έναν από μας να τραβήξει το δρόμο του· ο ίδιος· κάνοντας τη ζωή εντονότερη, αυξάνοντας την απόλαυση, νιώθοντας την ύπαρξη…

Ζώντας.

Για τον άνθρωπο δεν είναι η γέννηση αλλά η ζωή.

Και η ζωή δεν είναι δεινό.

Γιατί η ζωή είναι όμορφη!

Μπορεί να είναι όμορφη!

Αφήστε μας να την κάνουμε όμορφη!

Να είμαστε εραστές της ζωής!

Αφήστε μας να είμαστε τέτοιοι!

Χαιρετισμούς!

Biófilo Panclasta.

Αστυνομικό Τμήμα Barranquilla, 19 Απριλίου, 1910.
  
Μετάφραση: Κύκλος Ατομικιστών Αναρχικών

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Πανερωτισμός ~ Ο χορός της ζωής ~ Feral Faun




 Το χάος είναι ένας χορός, ένας ρευστός χορός της ζωής, κι ο χορός αυτός είναι ερωτικός. 
Ο πολιτισμός μισεί το χάος κι επομένως μισεί επίσης τον Έρωτα. Ακόμα και σε καιρούς υποτιθέμενης σεξουαλικής ελευθερίας, ο πολιτισμός καταπιέζει το ερωτικό. Διδάσκει ότι οι οργασμοί είναι γεγονότα που συμβαίνουν σε λίγα μόνο μικρά σημεία των κορμιών μας, και μόνο μέσω του σωστού χειρισμού των σημείων αυτών. Συμπιέζει τον Έρωτα μέσα στην πανοπλία του Άρη, μετατρέποντας το σεξ σε μια ανταγωνιστική δουλειά με επίκεντρο το κατόρθωμα, αντί για ένα χαρούμενο κι αθώο παιχνίδι.

 Παρ’ όλα αυτά, ακόμη κι εν μέσω τέτοιας καταπίεσης, ο Έρωτας αρνείται να αποδεχτεί αυτήν τη μούχλα. Η χαρούμενη χορευτική μορφή του, διαπερνά εδώ κι εκεί την πανοπλία του Άρη. Όσο τυφλωμένοι κι αν είμαστε από την πολιτισμένη μας ύπαρξη, ο χορός της ζωής συνεχίζει να στάζει λίγο λίγο μέσα στην αντίληψή μας. Κοιτάζουμε ένα ηλιβασίλεμα, στεκόμαστε στο μέσο του δάσους, σκαρφαλώνουμε σε ένα βουνό, ακούμε το τραγούδι ενός πουλιού, περπατάμε ξυπόλητοι σε μια παραλία, κι αρχίζουμε να νιώθουμε κάποιο ενθουσιασμό, μια αίσθηση δέους και χαράς. Είναι η αρχή ενός οργασμού για ολόκληρο το κορμί, που δεν περιορίζεται στις από τον πολιτισμό αποκαλούμενες ερωτογενείς ζώνες, ο πολιτισμός ποτέ δεν αφήνει το συναίσθημα να ολοκληρωθεί. Αλλιώς, θα είχαμε συνειδητοποιήσει πως κάθε τί που δεν έιναι παράγωγο του πολιτισμού είναι ζωντανό και χαρούμενα ερωτικό.

  Όμως, λίγοι από εμάς σιγά σιγά ξυπνάμε από την αναισθησία του πολιτισμού. Κατανοούμε ότι κάθε πέτρα, κάθε δέντρο, κάθε ποτάμι, κάθε ζώο, κάθε πλάσμα στο σύμπαν δεν είναι απλά εξίσου ζωντανό, αλλά προς το παρόν είναι πιο ζωντανό από εμάς τα πολτισμένα όντα. Η γνώση αυτή δεν είναι απλά διανουμενίστικη. Δεν μπορεί, γιατί ο πολιτισμός θα την μετατρέψει σε άλλη μια ακαδημαϊκή θεωρία. Το νιώθουμε. Έχουμε ακούσει τα τραγούδια αγάπης των ποταμιών και των βουνών κι έχουμε δει τον χορό των δέντρων. Δεν θέλουμε πλέον να τα χρησιμοιούμε σα νεκρά αντικείμενα, αφού είναι ολοζώντανα. Θέλουμε να είμαστε οι εραστές τους, να πάρουμε μέρος στον όμορφο ερωτικό χορό τους. Μας φοβίζει. Ο χορός θανάτου του πολιτισμού παγώνει κάθε κύτταρο,  κάθε μυ μας. Ξέρουμε ότι θα είμαστε αδέξιοι χορευτές και άγαρμποι εραστές. 


 Θα είμαστε τρελοί.Στην τρέλα μας όμως είναι που βρίσκεται η ελευθερία μας. Αν μπορούμε να είμαστε τρελοί, έχουμε ξεκινήσει να σπάμε τις αλυσίδες του πολιτισμού, έχουμε ξεκινήσει να χάνουμε  την ανάγκη μας για κατορθώματα. Χωρίς μια τέτοια ανάγκη, έχουμε χρόνο να μάθουμε το χορό της ζωής˙ έχουμε χρόνο να γίνουμε εραστές των δέντρων και των βράχων και των ποταμιών. Ή, με μεγαλύτερη ακρίβεια,  ο χρόνος σταματά να υπάρχει για εμάς˙ ο χορός γίνεται οι ζωές μας καθώς μαθαίνουμε να αγαπάμε κάθε τί που ζει. Κι εκτός αν μάθουμε να χορεύουμε το χορό της ζωής, κάθε αντίστασή μας στον πολιτισμό θα είναι μάταιη. Από τη στιγμή που ακόμη θα κυβερνά μέσα μας, εμείς απλά θα τον αναπαράγουμε.

  Ας χορέψουμε λοιπόν το χορό της ζωής. Ας χορέψουμε αδέξια χωρίς ντροπή, γιατί ποιός από εμάς τους πολιτισμένους δεν είναι αδέξιος; Ας κάνουμε έρωτα στα ποτάμια, τα δέντρα, τα βουνά, με τα μάτια, τα δάχτυλα, τα χέρια, τα αυτιά μας. Ας έχουμε κάθε σημείο των κορμιών μας αφυπνισμένο στην ερωτική έκσταση του χορού της ζωής. Θα πετάξουμε. Θα χορέψουμε. Θα γιατρευτούμε. Θα μάθουμε  ότι αυτά που  φανταζόμαστε είναι δυνατά. Ότι αποτελούν μέρος του ερωτικού χορού που μπορεί να δημιουργήσει τον κόσμο που επιθυμούμε.


Πηγή & μετάφραση https://a-politiko.espivblogs.net

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Γέρο Ωκεανέ ~ Isidore Lucien Ducasse (Lautreamont)


Γέρο ωκεανέ, ω μεγάλε εργένη, όταν περιοδεύεις την πομπώδη μοναξιά των ψυχρών σου βασιλείων, σωστά περηφανεύεσαι για τη μεγαλοπρέπειά σου την έμφυτη και για τους αληθινούς επαίνους που με βιασύνη θέλω να σου κάνω. Ταλαντευόμενος με ηδονή από τα μαλακά απονέρια του αργοπορημένου μεγαλείου σου που είναι το πιο επιβλητικό από τα προτερήματα που σου χάρισε ο δημιουργός, ξετυλίγεις, στη μέση ενός σκοτεινού μυστηρίου, πάνω σε ολόκληρη τη θεσπέσια επιφάνειά σου τα ασύγκριτά σου κύματα, ήσυχος κι όλο σιγουριά για τη παντοτινή σου δύναμη. Αυτά παράλληλα πηγαίνουν, λίγη η απόσταση που τα χωρίζει κι όταν το ένα γίνεται μικρό πάει το άλλο και το συναντά για να το μεγαλώσει, τα συντροφεύει ο θόρυβος ο μελαγχολικός του αφρού που λιώνει και όλα είναι αφρός αυτό μας λένε.
Έτσι, κι οι υπάρξεις οι ανθρώπινες, αυτά τα κύματα τα ζωντανά, η μια μετά την άλλη, με τρόπο μονότονο πεθαίνουν, αλλά χωρίς να κάνουν οι αφροί τους θόρυβο.
Με εμπιστοσύνη το αποδημητικό πουλί πάνω τους ξεκουράζεται κι εγκαταλείπεται στις δικές τους τις κινήσεις που όλο περηφάνια του κάνουν το χατίρι μέχρι που τα κόκαλά του κι οι φτερούγες του να ξαναβρούν τη δύναμη την απαραίτητη για το μεγάλο ταξίδι στον αέρα. Και η ανθρώπινη μεγαλοπρέπεια θα το ’θελα να είναι η ενσάρκωση της αντανάκλασής σου. Γυρεύω πολλά, κι αυτή η ειλικρινής ευχή είναι δοξαστική για σένα. Το ηθικό σου μεγαλείο, εικόνα του απέραντου, είναι τεράστιο όπως οι διαλογισμοί του φιλοσόφου, όπως ο έρωτας της γυναίκας, όπως η θεία ομορφιά του πουλιού, όπως οι σκέψεις του ποιητή. Είσαι πιο ωραίος κι απ’ τη νύχτα.
Απάντησέ μου, ωκεανέ, θέλεις να γίνεις αδερφός μου;
Κινήσου ορμητικά λοιπόν… πιο πολύ… ακόμα πιο πολύ, αν θες με την εκδίκηση του Θεού σύγκριση να σου κάνω μάκρυνε τα γαμψά σου μαύρα νύχια και ένα δρόμο πάνω στο ίδιο σου το στήθος να χαράξεις…έτσι, σωστά. Ξετύλιξε τα τρομερά σου κύματα, φριχτέ ωκεανέ, μονάχα εγώ σε έχω καταλάβει και μπρος στα γόνατά σου πέφτω και προσκυνώ. Το μεγαλείο που έχει ο άνθρωπος του είναι δανεικό`ποτέ δε θα μου το επιβάλλει: αλλά εσύ, ναι.
Aχ! όταν προχωράς με ψηλά το τρομερό κεφάλι σου, τριγυρισμένος από την ακολουθία των ύπουλων νερών, άγριος και μυστηριώδης, κυλώντας τα κύματα το ένα πάνω στ’ άλλο κι αυτό που είσαι εσύ πολύ καλά το ξέρεις, αυτή την ώρα μέσα από τα βαθιά σου στήθια σου ξεφεύγει το μούγκρισμα το ασταμάτητο, λες κι οι μεγάλες τύψεις σε έχουν ταπεινώσει και οι άνθρωποι τόσο πολύ φοβούνται, ακόμα κι όταν σε ατενίζουν, με ασφάλεια, τρέμοντας πάνω στην ακτή, και τότε το βλέπω πως εγώ δεν έχω το εξαίρετο δικαίωμα, να λέγομαι όμοιος με σένα.
Να γι’ αυτό το λόγο μπρος στην ανωτερότητά σου, θα ’δινα όλο τον έρωτά μου και για την ομορφιά κανείς δεν ξέρει οι φιλοδοξίες μου τι ποσότητα έρωτα περιέχουν, εάν δε μ’ έκανες με πόνο να σκέφτομαι τους συνανθρώπους μου, που μαζί με σένα σχηματίζουν την πιο ειρωνική αντίθεση, την πιο αστεία εναντίωση που είδαμε μέσα στα χρόνια της δημιουργίας: δεν μπορώ πια να σε αγαπώ, για σένα έχω απέχθεια. Γιατί σε σένα να ξαναγυρίζω, για χιλιοστή φορά, στα χέρια σου τα φιλικά, που ανοιγοκλείνουν, για να χαϊδέψουν το μέτωπό μου το καυτό, που βλέπει τον πυρετό να χάνεται μόλις το ακουμπήσουν! 
Το πεπρωμένο σου το μυστικό δεν το γνωρίζω ότι σε αφορά με ενδιαφέρει. Πες μου λοιπόν είσαι του πρίγκιπα των σκοταδιών η διαμονή…
Πες το μου… πες το σε μένα, ωκεανέ σε μένα μόνο, για να μη λυπούνται αυτοί που γνώρισαν μόνο τις ψευδαισθήσεις, αν η αναπνοή του Σατανά φτιάχνει τις τρικυμίες που τα νερά σου τα αρμυρά μέχρι ψηλά στα σύννεφα σηκώνουν. Πρέπει να μου το πεις, και θα γεμίσω με χαρά όταν θα μάθω πόσο κοντά στον άνθρωπο είναι η κόλαση. Θέλω αυτή να είναι η τελευταία στροφή της ικεσίας μου. Γι’ αυτό το λόγο, γι’ ακόμα μια φορά, θέλω να σε χαιρετήσω και θα σου πω αντίο!
Γέρο ωκεανέ, με τα κρυσταλλένια κύματα…
Τα μάτια μου άφθονα δάκρυα γεμίζουν, δεν έχω τη δύναμη να συνεχίσω γιατί αισθάνομαι πως ήρθε η στιγμή που θα γυρίσω πίσω στους ανθρώπους, με την εμφάνισή τους τη θηριώδη αλλά… κουράγιο!
Ας κάνουμε μια μεγάλη προσπάθεια και με το αίσθημα του καθήκοντος τον προορισμό μας πάνω σε αυτή τη γη να τον ολοκληρώσουμε.
Σε χαιρετώ! Γέρο Ωκεανέ!

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Sylvia Plath ~ Δώρο Γενεθλίων



Τι να είναι αυτό πίσω από το πέπλο, είναι άσχημο, είναι ωραίο;
Τρεμοφέγγει, έχει στήθια, έχει αιχμές;

Είμαι σίγουρη πως είναι μοναδικό, είμαι σίγουρη πως είναι ακριβώς αυτό που θέλω.
Όταν μαγειρεύω σιωπηλά, το νιώθω να με κοιτάζει, το νιώθω να σκέφτεται.

"Να` ναι αυτή για την οποία πρέπει να παρουσιαστώ,
Είναι άραγε αυτή η εκλεκτή, αυτή με τις μελανές κόγχες και την ουλή;
Ζυγίζει το αλεύρι, πετάει το περίσσευμα
Υπόκειται σε νόμους , σε νόμους , σε νόμους.
Να` ναι για αυτήν ο ευαγγελισμός;
Θεέ μου, τι αστείο."

Όμως λαμπυρίζει ,δε σταματά και νομίζω πως με θέλει.
Δεν θα με πείραζε αν ήταν κόκαλα, ή ένα μαργαριταρένιο κουμπί.

Έτσι κι αλλιώς δεν θέλω κανένα σπουδαίο δώρο φέτος.
Αφού είμαι ζωντανή από ατύχημα.

Θα είχα μετά χαράς σκοτωθεί τότε, με οποιοδήποτε τρόπο.
Τώρα υπάρχουν αυτά τα πέπλα που θροΐζουν σαν κουρτίνες,
Τα διαφανή σατέν ενός Γεναριάτικου παράθυρου
Λευκά σαν στρωσίδια μωρού και λάμποντας με νεκρική ανάσα.
Ω φίλντισι!

Πρέπει να υπάρχει ένα ελεφαντόδοντο εκεί, μια στοιχειωμένη στήλη.
Μα δεν καταλαβαίνεις πως δεν με νοιάζει τι είναι;

Πως μπορείς να μη μου το δώσεις;
Μη ντρέπεσαι. Δε με νοιάζει αν είναι μικρό.

Μην είσαι τσιγκούνης. Είμαι έτοιμη για τη μεγαλοσύνη.
Ας καθίσουμε δίπλα του καθένας από μια μεριά, θαυμάζοντας τη λάμψη,
Το στραφτοκόπημα , την κατοπτρική του ποικιλία
Ας φάμε πάνω του το τελευταίο δείπνο μας, σαν σε πιάτο νοσοκομείου.

Ξέρω γιατί δε θες να μου το δώσεις,
Είσαι τρομοκρατημένος
Πως ο κόσμος θα εκραγεί με μια κραυγή και μαζί και το κεφάλι σου,
Σμιλεμένο, μπρούτζινο, ένα αρχαίο έμβλημα,
Ένα θαύμα για τα δισέγγονά σου.
Μη φοβάσαι, δεν είναι έτσι..

Εγώ μόνο θα το πάρω και θα πάω ήσυχα σε μια γωνιά.
Δεν θα μ` ακούσεις καν να το ανοίγω, ούτε τρίξιμο χαρτιού,
Ούτε κορδέλες να πέφτουν, ούτε κραυγή στο τέλος.
Δε νομίζω πως μου αναγνωρίζεις τέτοια διακριτικότητα.

Αν ήξερες πως αυτά τα πέπλα δολοφονούσαν τις μέρες μου.
Για σένα είναι απλά διαφάνειες, καθαρός αέρας.
Αλλά θεέ μου ,τα σύννεφα είναι σα βαμβάκι.
Στρατιές ολόκληρες. Είναι μονοξείδιο του άνθρακα..

Γλυκά, γλυκά τα εισπνέω.
Γεμίζοντας τις φλέβες μου με αόρατα, με ένα εκατομμύριο
Πιθανά μόρια σκόνης που απαριθμούν τα χρόνια της ζωής μου.
Είσαι ασημοντυμένος για την περίσταση. Ω ,προσθετική μηχανή.

Είναι λοιπόν αδύνατο για σένα ν` αφήσεις κάτι να φύγει και να το αφήσεις ολόκληρο;
Πρέπει να σφραγίζεις κάθε κομμάτι βιολετί;

Πρέπει να σκοτώνεις ότι μπορείς;
Υπάρχει μόνο ένα πράγμα που θέλω σήμερα και μόνο εσύ μπορείς να μου το δώσεις.
Στέκεται στο παράθυρό μου,
μεγάλο σαν τον ουρανό.
Αναπνέει από τα σεντόνια μου, τον ψυχρό νεκρό πυρήνα.
Όπου σπαταλημένες ζωές παγώνουν κι ακινητούν στην ιστορία
Μην τ’ αφήσεις να έρθει με το Ταχυδρομείο χέρι με χέρι.
Μην τ` αφήσεις να έρθει από στόμα σε στόμα, θα είμαι εξήντα
Μέχρι να παραληφθεί ολόκληρο και πολύ νωθρή για να το χρησιμοποιήσω.

Μόνο ξεκρέμασε το πέπλο, το πέπλο, το πέπλο.
Αν ήταν θάνατος
Θα θαύμαζα τη βαθιά του σπουδαιότητα, τ` άχρονα μάτια του

Θα ήξερα ότι το εννοούσες.

Θα υπήρχε μια ανωτερότητα τότε, μια γενέθλιος ημέρα
Και το μαχαίρι δε θα σμίλευε, αλλά θα εισχωρούσε
Αγνό και καθαρό σαν κλάμα μωρού.
Και το σύμπαν θα γλιστρούσε από το πλάι μου.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Άγρια λουλούδια ~ Renzo Novatore









[από το Cronaca Libertaria, Μιλάνο, ν.8 ,20Σεπτεμβρίου 1917 -Άγρια λουλούδια ονομαζόταν η στήλη όπου φιλοξενούνταν διάφορα άρθρα του Νοβατόρε]

  Ακόμα και καταμεσής των άγονων πεδιάδων των ερήμων φυτρώνουν λουλούδια. Άγρια λουλούδια που αναδύουν ένοχα αρώματα και με τα αγκάθια τους, κάνουν και ματώνουν τα ίδια χέρια που τα μαζεύουν, και όμως έχουν τη δική τους μεγαλοπρεπή ιστορία χαράς, πόνου και αγάπης. Επαναλαμβάνω: είναι λουλούδια παράξενα και άγρια που φύτρωσαν από το δημιουργικό τίποτα, άνθησαν χάρη στον ήλιο και έπειτα εξαιτίας μιας θύελλας απότομα μαράθηκαν, έτσι!
  Αυτά τα λουλούδια είναι σκέψεις προϊούσες της βαθιάς και σκεπτόμενης μοναξιάς της ψυχής μου, ενώ έξω, στον κόσμο που δεν μου ανήκει πλέον, ξεσπά μανιασμένα η τρέλα, αυλακωμένη από την ηλεκτρίζουσα φωτιά του κεραυνού που βροντά οργισμένα.
 Και εγώ, αμετανόητος τυχοδιώκτης, που τόσο μου αρέσει να καλπάζω σε χαρούμενους όσο και τρομακτικούς δρόμους αυτού του μοναχικού Βασιλείου μου, θα χαρώ να μαζέψω σποραδικά ένα μπουκέτο από αυτά τα άγρια λουλούδια για να στολίσω τη σημαία της εξέγερσης που έχει ήδη κομματιαστεί μία φορά άνανδρα και θηριωδώς και όμως τραγουδάει ακόμα το χαρούμενο τραγούδι της αιώνιας επιστροφής.  

ø 

 Αναρχικός είναι μονάχα εκείνος που κατόπιν μιας μακράς, κουραστικής και απελπισμένης αναζήτησης ξαναβρήκε τον εαυτό του και, ακατάδεχτος και περήφανος,  έχει τεθεί «στο περιθώριο της κοινωνίας» αρνούμενος στον οποιονδήποτε το δικαίωμα να τον κρίνει. Εκείνος που δεν ξέρει να στέκεται στο ύψος των πράξεων του αναγνωρίζοντας τις, μπορεί μεν να κρίνει ότι είναι αναρχικός, όμως δεν είναι!
 Η δύναμη της βούλησης και της ισχύος (όπου ισχύς δεν σημαίνει και εξουσία), το πνεύμα της αυτοανύψωσης και της ατομικοποίησης, είναι τα πρώτα σκαλοπάτια μιας μεγάλης και ατελείωτης σκάλας όπου ανεβαίνει αυτός που θέλει να ξεπεράσει τον ίδιο του τον εαυτό, περισσότερο από κάθε τι άλλο/
Μόνο αυτός που είναι έτοιμος να γκρεμίσει με μανία τα σκουριασμένα κάγκελα του σπιτιού του μεγάλου ψέματος, εκεί όπου έχουν δώσει ραντεβού οι άτιμοι κλέφτες του «Εγώ» (θεός, κράτος, κοινωνία, ανθρωπότητα), ώστε να επανακτήσει το πολυτιμότερο του θησαυρό από τα γλοιώδη και άπληστα χέρια – επιχρυσωμένα με ψεύτικο χρυσό αγάπης, οίκτου και πολιτισμού – των τρομερών αρπαχτικών, μπορεί να αισθάνεται αφέντης και κύριος του εαυτού του και να αποκαλείται αναρχικός.

ø 

 Ο αναρχικός, εκτός του ότι είναι μεγάλος επαναστάτης έχει ακόμα και το πλεονέκτημα να είναι βασιλιάς. Ο βασιλιάς του εαυτού του, εννοείται!
Όποιος πιστεύει πως ο Χριστός μπορεί να είναι το σύμβολο που ο άνθρωπος πρέπει να ανεμίζει για να φθάσει στην ελευθεριακή σύνθεση της ζωής, δεν μπορεί να είναι παρά ένας σοσιαλιστής ή ένας χριστιανός αρνητής του αναρχισμού.
Όταν ο Σωκράτης  που άσχετα με όλα τα άλλα, ήταν χωρίς αμφιβολία κατά πολύ ανώτερος από την κτηνωδία του λαού που τον καταδίκασε, δέχτηκε το κώνειο που του επέβαλαν να πιεί, κατέφυγε σε μία πράξη δειλίας και αφοσίωσης, που ο αναρχισμός χωρίς άλλο καταδικάζει.

ø 

 Το να αποδρά κανείς με οποιοδήποτε τρόπο, από την ακατανίκητη κτηνωδία ενός λαού που έχει καταστεί άγριος και κτηνώδης εξαιτίας καννιβαλιστικών προκαταλήψεων και τρομακτικής άγνοιας, ή από τον σαδιστικό εκφυλισμό της σάπιας κοινωνίας η οποία πιστεύει ότι έχει το δικαίωμα να κρίνει και να καταδικάζει ένα άτομο γιατί έφτασε σε μια πράξη που η προαναφερθείσα κοινωνία δεν είναι ποτέ σε θέση να την καταλάβει, είναι μια ενέργεια άκρως επαναστατική και ατομικιστική που μόνο στον αναρχισμό βρίσκει λόγο ύπαρξης και την τιμή που της πρέπει.

ø 

 Αλίμονο! Ακόμα και η συνείδηση ήταν μέχρι τώρα ένα αταβιστικό και φοβερό φάντασμα. Και θα σταματήσει να είναι τέτοια μόνο όταν ο άνθρωπος θα μπορεί να της αποδώσει την εικόνα και τον καθρέφτη της δικής του μοναδικής θέλησης.

ø 

 Ο πρώτος άνθρωπος που είπε: ‘’ δεν υπάρχει κανένας θεός’’ ήταν δίχως άλλο ένας αγωνιστής της ανθρώπινης σκέψης. Αλλά εκείνος που περιορίζεται στο να λέει: ‘’ο θεός των παππάδων δεν υπάρχει’’ επιχειρεί να εξαπατήσει με ένα λόγο επιφανειακά διφορούμενο, αφήνοντας όμως να φανεί ξεκάθαρα ότι είναι ένας αμφιβόλου προέλευσης αντάρτης που είχε ήδη προμελετήσει τη δολοφονία των ανθρώπων, ίσως με ένα καινούργιο ψέμα.
 Να είστε επιφυλακτικοί με αυτούς που περιορίζονται μόνο στην άρνηση του θεού.

***

[τα κείμενα που ακολουθούν προέρχονται από την ίδια στήλη του Cronaca Libertaria, είναι όμως μεταγενέστερα (ν. 10,4 Οκτωβρίου 1917)]

 Δεν ξέρω γιατί όταν σκέφτομαι τους ΔΙΚΟΥΣ μας (!) ευσυνείδητους δημοσιογράφους, τους τροφοδότες της ‘’ακριβής μας πατρίδας’’, καθώς και εκείνους τους ήρωες στο εσωτερικό μέτωπο  με όλο το άθροισμα της ελίτ των ΕΠ-ΑΝ-ΑΣ-ΤΑ-ΤΩΝ που εξαγνίζονται μ’ ένα καυτό μπάνιο αστραφτερού ιταλικού ήλιου, μου φαίνεται σαν να ακούω τη μελωδική φωνή του Λαέρτη, στην Ομηρική Οδύσσεια, να αναφωνεί σ’ ένα μεθυστικό ντελίριο χαράς: ‘’ Αχ, εκείνος ο ήλιος – που σήμερα κάνει να φεγγοβολάνε χρυσά νομίσματα στον ουρανό. Συναγωνίζονται σε αρετή τα παιδιά με τα ανίψια. Δεν έχει ανατείλει πιο όμορφη μέρα!’’.

ø 

 Χθες βράδυ, πριν να ξαπλώσω, μου ήρθε η παράξενη ιδέα να ανακρίνω έναν καλό και πολύ αγαπημένο φίλο – που έχει πεθάνει εδώ και αρκετά χρόνια από τρέλα – σχετικά με την κυνική αποστασία εκείνων που έλεγαν ότι είναι, ή όντως ήταν, σύντροφοι μας. Και αυτός, ο Φρειδερίκος Νίτσε – ο νεκρός καλός μου φίλος με το συνήθη βίαιο σαρκασμό- μου απάντησε κατά λέξη: ‘’ Είναι αλήθεια ότι πολλοί, εκείνο τον καιρό, σηκώνανε τα πόδια τους, σαν τις χορεύτριες, όσο τους προσέλκυε το σοφό μου γέλιο – αλλά ύστερα άλλαξαν γνώμη και τώρα τους βλέπω όλους τους σκυμμένους να σέρνονται προς το σταυρό’’.

ø

 ‘’Αλίμονο! Ανέκαθεν ήταν λίγοι εκείνοι που έχουν πραγματικά ακατάβλητο θάρρος καθώς και πνεύμα προικισμένο με την αρετή της σταθερότητας. Όλοι οι υπόλοιποι είναι δειλοί’’.

ø

 Θα ήθελα να επιβεβαιωθώ, θα ήθελα να δω τις ιδέες μου να θριαμβεύουν, θα ήθελα να ακολουθώ τις κλίσεις μου, θα ήθελα να αναπτύξω όλες τις φυσικές και πνευματικές ικανότητες μου, ορίστε ο σκοπός όλων αυτών που τελικά βρήκαν το δικό τους ΚΑΛΟ και το δικό τους ΚΑΚΟ.

ø

 Θα ήθελα να δω τη δική μου ατομικότητα και τα δικά μου ιδανικά να κατακτούν την αληθινή αγάπη των φίλων μου, ενώ με τους αντιπάλους και εχθρούς μου θα δώσω σκληρές μάχες χωρίς όρια και σε κάθε προσπάθεια τους να μας νικήσουν και να μας ταπεινώσουν θα μας βρουν απέναντί τους, δυνατούς και τολμηρούς.    Αλλά το να απαιτούμε απ’ όλους να ζουν όπως εμείς, θα μου φαινόταν τραβηγμένο, αφού ‘’ο κάθε άνθρωπος’’ – λέει ο Σεντάλ – ‘’κατά βάθος, αν θέλει να μπει στον μπελά να μελετήσει τον εαυτό του, θα διαπιστώσει πως έχει το δικό του ωραίο ιδεατό, και μου φαίνεται τουλάχιστον γελοίο να προσπαθείς να αλλάξεις τον διπλανό σου’’.

ø

 Δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω το γιατί εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων φαινομενικά τελείως ετερόκλητων που πιστεύουν και ελπίζουν ότι μπορούν να βρουν το δικό τους θρίαμβο και τη δική τους εξύψωση μέσα από το θρίαμβο και την εξύψωση του λαού. Εκείνοι που δεν αντιλήφθηκαν ποτέ – όπως θα έλεγε για άλλη περίπτωση ο Μπαλζάκ – ότι κείτεται ένας σκελετός εκεί που αυτοί ψάχνουν για θησαυρό.

ø

 ‘’Όταν εκτιμάται’’ -λέει ο ανυπότακτος Τσεϊνφορτ- ‘’πως ο καρπός της εργασίας και της σκέψης τριάντα ή σαράντα αιώνων, συνιστάται στην εγκατάλειψη τριακοσίων εκατομμυρίων ανθρώπων σκορπισμένων ανά τη γη στις διαταγές μιας τριανταριάς δεσποτών που στην πλειοψηφία τους είναι αμαθείς και ανόητοι, και που ο καθένας με τη σειρά του έπαιρνε εντολές από τρείς ή τέσσερις κακούργους, αρκετά συχνά ηλίθιους, τι να σκεφτεί κανείς για την ανθρωπότητα και τις μελλοντικές της τύχες;’’.
 Φτωχέ Τσεϊνφορτ! Αν μπορούσες να σηκωθείς από τον κρύο σου τάφο, όπου κείτεσαι πλέον παραπάνω από έναν αιώνα, θα μπορούσες να δείς ποια ήταν η μοίρα που περίμενε αυτή την ΔΥΣΤΗΧΗ ανθρωπότητα των ημερών μας!

ø

 ‘’… οι ανελέητοι δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να αλλάξουν λατρεία και στην εικόνα της αίρεσης τοποθετούν και συντηρούν πάντα αναμνήσεις της θρησκείας’’. (Ζ. Βαλέ)

ø

 Πλην κάποιων εξαιρέσεων διαφόρων άγριων λαών όπως οι Τάταροι και εξαιρουμένου του Λυκούργου και κάποιων ελληνικών πληθυσμών, που η γυναίκα έπαιρνε μέρος στα κοινά, σήμερα ο άντρας, είτε κατά τύχη, είτε εξαιτίας του φύλου του, είναι συνηθισμένος να συμπεριφέρεται στη γυναίκα σαν να είναι ιδιοκτήτης της. ‘’Η γυναίκα μου!’’ λέει ο υγιής άντρας. Ήδη με το να λέει : ‘’η γυναίκα μου’’ καταδεικνύει διαφθορά.
 Και η γυναίκα όμως τι λέει; Τι απαντάει αυτή;
Αχ, τι χάος! Τι τρομερό χάος!
ø

 ‘’Τα μωρά, αυτά τα μικρά αθώα μωρά! Τα βλέπεις να έρχονται στο φως με μάτια ορθάνοικτα, να παίζουν πόλεμο και ακούς το ένα απ’ αυτά να κλαίει, με τη λεπτή του παιδική φωνή: εμένα μου προκαλούν μια αίσθηση τρόμου, φρίκης. Πήγαινα στο σπίτι, η νύχτα έπεφτε κι εκείνα τα αθώα μωρά μεταμορφώνονταν στον ύπνο μου σε όνειρο που μ’ έκαιγε όπως μια νυχτερινή φωτιά καίει ολόκληρες λεγεώνες νεαρών δολοφόνων’’. (Λ.Αντρέϊφ)