Από όλα όσα έχουν γραφτεί, αγαπώ μόνο αυτό που γράφει κανείς με το αίμα του ~ F. W. Nietzsche
Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015
Τρίτη 25 Αυγούστου 2015
Το Τραγούδι Της Νύχτας ~ Friedrich Nietzsche
Τώρα είναι νύχτα, τώρα μιλούν καθαρά όλες οι κελαρύζουσες πηγές
Κι είν’ η ψυχή μου μια κελαρύζουσα πηγή
Τώρα είναι νύχτα, τώρα ξυπνούν τα τραγούδια όλα των ερωτευμένων
Τώρα είναι νύχτα, τώρα ξυπνούν τα τραγούδια όλα των ερωτευμένων
Κι είν’ η ψυχή μου τραγούδι ερωτευμένου
Κάτι είναι μέσα μου ανειρήνευτο και ανειρηνικό
Κάτι είναι μέσα μου ανειρήνευτο και ανειρηνικό
Και θέλει καθαρά να μιλήσει
Μια λαχτάρα για την αγάπη είναι μέσα μου
Και μιλάει τη γλώσσα της ίδιας της αγάπης
Είμαι το φως, αχ και να ήμουνα η νύχτα
Είμαι το φως, αχ και να ήμουνα η νύχτα
Αλλ’ αυτή 'ναι η μοναξιά μου, ότι ολούθε με περιζώνει το φως
Αχ και να ήμουνα ο σκοτεινός και ο νύχτιος
Πόσο θα ζήταγα τότε να θηλάζω τους μαστούς του φωτός
Κι εσάς τις ίδιες θα ζητούσα να ευλογώ
Κι εσάς τις ίδιες θα ζητούσα να ευλογώ
Εσάς μικρές αστέρινες σπίθες και πυγολαμπίδες στα ύψη
Και μακάριος θα ήμουνα με τα φτερωτά σας δώρα
Αλλά ζω καταμεσής στο ίδιο μου το φως
Αλλά ζω καταμεσής στο ίδιο μου το φως
Και τις φλόγες, που ξεσπούν από μέσα μου, ο ίδιος τις καταπίνω πάλι
Δε γνώρισα τη χαρά εκείνου που παίρνει, και συχνά ονειρεύτηκα
Πως είναι πιο μεγάλη ευτυχία να κλέβεις αντί για να παίρνεις
Αυτή 'ναι η φτώχεια μου, ποτέ να μην ησυχάζει το χέρι μου να δίνει
Δε γνώρισα τη χαρά εκείνου που παίρνει, και συχνά ονειρεύτηκα
Πως είναι πιο μεγάλη ευτυχία να κλέβεις αντί για να παίρνεις
Αυτή 'ναι η φτώχεια μου, ποτέ να μην ησυχάζει το χέρι μου να δίνει
Κι αυτή 'ναι η ζήλια μου, τα μάτια να βλέπω που αναμένουν
Και τις φωτιζόμενες νύχτες της λαχτάρας
Ω δυστυχία αυτών, που δωρίζουν! Ω σκοτεινιά του ήλιου μου!
Ω λαχτάρα για λαχτάρισμα! Ω άγρια πείνα μέσα στο χορτασμό!
Αυτοί παίρνουν από μένα, αγγίζω όμως την ψυχή τους;
Και τις φωτιζόμενες νύχτες της λαχτάρας
Ω δυστυχία αυτών, που δωρίζουν! Ω σκοτεινιά του ήλιου μου!
Ω λαχτάρα για λαχτάρισμα! Ω άγρια πείνα μέσα στο χορτασμό!
Αυτοί παίρνουν από μένα, αγγίζω όμως την ψυχή τους;
Μια λαγκάδα ανάμεσα στο παίρνω και στο δίνω
Όμως κι η πιο μικρούτσικη λαγκάδα χρειάζεται να κλείσει
Μέσα στην ομορφιά μου μια πείνα αναβλασταίνει
Μέσα στην ομορφιά μου μια πείνα αναβλασταίνει
Να πονέσω θα 'θελα κείνους, που φωτίζω
Να ληστέψω θα 'θελα τους ευεργετημένους μου
Μια τέτοια πείνα με κατέχει μοχθηρή
Το χέρι πίσω να τραβήξω, όταν εσείς απλώνετε το χέρι
Το χέρι πίσω να τραβήξω, όταν εσείς απλώνετε το χέρι
Όμοιος με το πιδάκισμα νερού, που σα γκρεμίζεται, διστάζει
Μια τέτοια πείνα με κατέχει μοχθηρή
Τέτοιον ο πλούτος μου λογιάζει γδικιωμό
Τέτοιον ο πλούτος μου λογιάζει γδικιωμό
Από τη μοναξιά μου τέτοια πηγάζει επιβουλή
Η χαρά μου να δίνω πεθαίνει μέσ’ στο δόσιμο
Η χαρά μου να δίνω πεθαίνει μέσ’ στο δόσιμο
Κι η αρετή μου απόκαμε μέσ’ στο δικό σας πλήρωμα
Ο που χαρίζει πάντα του, τρέχει τον κίνδυνο να χάσει τη ντροπή του
Ο που χαρίζει πάντα του, τρέχει τον κίνδυνο να χάσει τη ντροπή του
Ο που μοιράζει πάντα του, κάλους στο τέλος βγάζει στην καρδιά του
Και στο χέρι του από το πολύ του μοίρασμα
Δεν τρέχουν πια τα μάτια του από ντροπή για κείνους, που ζητάνε
Δεν τρέχουν πια τα μάτια του από ντροπή για κείνους, που ζητάνε
Και σκλήρυνε το χέρι μου για τα κατάγιομα τα χέρια
Που τρέμοντας παρακαλούν
Τι γίνανε τα κλάηματα στα μάτια μου, το χνούδι της καρδιάς μου;
Ω ερημιά όλων εκείνων, που χαρίζουν!
Τι γίνανε τα κλάηματα στα μάτια μου, το χνούδι της καρδιάς μου;
Ω ερημιά όλων εκείνων, που χαρίζουν!
Ω σιγαλιά όλων εκείνων, που φωτίζουν!
Ήλιοι πολλοί κυκλογυρνούν στα έρημα διαστήματα
Και στον καθένα σκοτεινό μιλάνε με το φως τους
Και στον καθένα σκοτεινό μιλάνε με το φως τους
Ενώ σε μένανε σιωπούν
Ω ήλιοι, αυτή ‘ναι η έχθρα του φωτός ενάντια σε 'κείνον, που φωτίζει
Ω ήλιοι, αυτή ‘ναι η έχθρα του φωτός ενάντια σε 'κείνον, που φωτίζει
Αδυσώπητο να τρέχει 'κείνο τις τροχιές του
Αδιάφορος για τη βαθιά καρδιά εκείνου που φωτίζει
Αδιάφορος για τη βαθιά καρδιά εκείνου που φωτίζει
Και κρύος για τους άλλους ήλιους, έτσι γυρίζει ο κάθε ήλιος
Όμοιοι με θύελλα τρέχουνε οι ήλιοι την τροχιά τους
Όμοιοι με θύελλα τρέχουνε οι ήλιοι την τροχιά τους
Κι ακολουθούν αλύπητοι τη θέλησή τους, που είν’ η παγωνιά τους.
Ω εσείς είσαστ’ αυτό, εσείς οι σκοτεινοί κι οι νύχτιοι
Που παίρνετε τη ζεστασιά, απ’ ό,τι σας φωτίζει!
Ω εσείς πίνετε πρώτα τη δροσιά
Και το γάλα από τους μαστούς του φωτός
Αχ, πάγος τριγύρα μου, και καίγεται το χέρι μου μέσα στην παγωνιά!
Αχ, πάγος τριγύρα μου, και καίγεται το χέρι μου μέσα στην παγωνιά!
Αχ, η δίψα μου μέσα μου, που λαχταρά τη δίψα σας
Τώρα είναι νύχτα, κι ο πόθος μου πηγή
Τώρα είναι νύχτα, κι ο πόθος μου πηγή
Που μέσαθέ μου αναβρύζει
Και ζητά να μιλήσει
Τώρα είναι νύχτα, τώρα μιλούν καθαρά όλες οι κελαρύζουσες πηγές
Τώρα είναι νύχτα, τώρα μιλούν καθαρά όλες οι κελαρύζουσες πηγές
Κι είν’ η ψυχή μου μια κελαρύζουσα πηγή
Τώρα είναι νύχτα, τώρα ξυπνούν τα τραγούδια όλων των ερωτευμένων
Τώρα είναι νύχτα, τώρα ξυπνούν τα τραγούδια όλων των ερωτευμένων
Κι είν’ η ψυχή μου τραγούδι ερωτευμένου...
Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015
Χάος ή η δική μου αυτονομία;
Χάος! Ως εξεγερμένος που βαρέθηκα την τάξη που μου επιβάλλεται, ως άτομο που θέλω να επιδιώξω τη δημιουργία της ζωής μου με τους δικούς μου όρους, μπορώ να βρω μια συγκεκριμένη ποιητική ομορφιά σε αυτήν τη λέξη. Δείχνει ν' ανοίγει το πεδίο προς το παιχνίδι και την εξερεύνηση.
Όταν όμως το σκέφτομαι περαιτέρω τη χρήση της λέξης αυτής από άλλους εξεγερμένους, βλέπω ένα μείζον πρόβλημα. Κάθε άνθρωπος που ανατράφηκε μέσα σε αυτήν την κοινωνία, έχει μάθει να πιστεύει ότι η εξουσία είναι κάτι αυθύπαρκτο, πέρα από εμένα κι εσένα. Συχνά, οι εξεγερμένοι αυτοί που επικαλούνται το χάος, δείχνουν να επικαλούνται απλά μια εξωτερική δύναμη, η οποία υποτίθεται ότι “είναι στο πλευρό μας”. Αυτό θυμίζει κάτι από προσευχή, κάτι θρησκευτικό. Κάθε δύναμη που βρίσκεται έξω από ‘μένα, είναι για εμένα εχθρός. Δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στο χάος ως κάτι τέτοιο. Η παρούσα κυρίαρχη τάξη πραγμάτων αναπτύχθηκε μέσα από το χάος και βεβαίως συνεχίζει να τροφοδοτείται από αυτό. Οι τρόποι με τους οποίους το κράτος και το καπιταλιστικό σύστημα χρησιμοποιούν τις καταστροφές για να εξαπλώσουν την εξουσία και τα κέρδη τους, το καθιστούν ξεκάθαρο. Το χάος επομένως δεν εγγυάται τίποτα από μόνο του. Στο βαθμό που εμπιστεύομαι ο,τιδήποτε, εμπιστεύομαι και τη συνειδητή, αποτέλεσμα θέλησης, προταγματική δημιουργικότητα των ατόμων που μισούν την κυριαρχία, και την ικανότητα των ατόμων αυτών να υφαίνουν από κοινού τα πλάνα τους για δημιουργική καταστροφή. Ακόμα όμως και η λέξη “εμπιστοσύνη” είναι υπό αμφιβήτηση. Για την ακρίβεια, αυτά είναι τα πράγματα για τα οποία θα στοιχηματίσω τη ζωή μου , αφού αυτά είναι που εκφράζουν την δημιουργική μου επιθυμία. Απορρίπτω την πνευματική παθητικότητα που αποζητά μια εξωτερική δύναμη στην οποία να πιστέψει, είτε η δύναμη αυτή είναι το χάος, μια επερχόμενη συντριβή, ο υποτιθέμενος ορθολογισμός της ιστορίας που εγγυάται ποιό θα είναι το τέλος, ή μια ντε φάκτο επαναστατική τάξη. Η λογική της πίστης σε μια τέτοια άποψη είναι μια λογική παθητικότητας. Κι αυτό είναι που βοηθάει στην αναπαραγωγή της παρούσας κατάστασης. Μόνο εξασκώντας την ίδια μου την αυτονομία, δρώντας διαρκώς για να πάρω πίσω τη ζωή μου και να την επαναδημιουργήσω για τον εαυτό μου ενάντια στην τάξη του πολιτισμού, και ενωνόμενος ελεύθερα με άλλους για τον ίδιο σκοπό, θα έχω τότε κάποια πιθανότητα να αποκτήσω το σθένος για τη δημιουργία μιας ορμητικής δύναμης που θα πορευτεί κόντρα σε αυτό που τώρα κυριαρχεί στον πλανήτη, γιατί η δημιουργία ενός αντίθετου πόλου απαιτεί συνειδητή, με θέληση και διαρκή δραστηριότητα σε κάθε σφαίρα της ζωής..
Από το αμερικανικό περιοδικό «Sovereign Self», τεύχος 3, Νοέμβρης 2011
Αναδημοσίευση από το http://a-politiko.espivblogs.net/
Τρίτη 16 Ιουνίου 2015
4.48 Psychosis ~ Sarah Kane
Άντε και γαμήσου.
Άντε και γαμήσου.
Άντε και γαμήσου που με απέρριψες ενώ δεν ήσουν ποτέ εκεί. Άντε και γαμήσου που με έκανες να νιώθω σκατά για τον εαυτό μου.
Άντε και γαμήσου που στράγγιξες το γαμημένο έρωτα και τη ζωή από μέσα μου.
Να πάει να γαμηθεί κι ο πατέρας μου που μου γάμησε τη ζωή, να παει να γαμηθεί κι η μάνα μου που δε τον εγκατέλειψε, αλλά πιο πολύ, άντε και γαμήσου θεε που με έκανες να αγαπήσω έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει.
Άντε και γαμήσου.
Άντε και γαμήσου.
Άντε και γαμήσου.
Σάββατο 30 Μαΐου 2015
Τάκης Σινόπουλος ~ Γράμμα
Συλλογιζόμουν ένα ποίημα, θα γκρέμιζε τη φυλακή μεμιάς όλο το χρόνο...
Είναι βαρύ το φορτίο μας φίλε
Είναι η συνειδητής επιλογής ο δρόμος μας
Και δεν χωράν παλινδρομήσεις στην ανατολή του ήλιου
Μόνο τα βήματα μας συχνά βαραίνουν, βαραίνουν σύντροφε
Κι αργοπορούμε...
Κι αν δεν καταλαβαίνουμε καμιά φορά πως είναι τον ήλιο ν' αντικρίζεις
Τεμαχιστά και σε καθορισμένες δόσεις,
Παρόλα αυτά και μεις το ζούμε
Μόνο τα βήματα μας συχνά βαραίνουν σύντροφε
Κι αργοπορούμε...
Είσαι μονάχος στο κελί κι εμείς εδώ χωρίς εσένα
Με μια απουσία διάπλατη κι από ένα μερτικό θανάτου ο καθένας
Που εξαργυρώνουμε σιγά σιγά σ άτοκες μηνιαίες δόσεις...
Δεν είσαι μόνος σου, δεν είμαστε μονάχοι...
Αφού βαδίζουμε μαζί προς την ουτοπία
Κι είναι η ουσία μας αυτή που δεν μπορεί, που δεν μπορεί
Να ανεχτεί τη φυλακή
Κι όταν τα βήματα μας συχνά βαραίνουν
Βαραίνουν σύντροφε
Μα προχωρούμε
Είναι βαρύ το φορτίο μας φίλε
Είναι η συνειδητής επιλογής ο δρόμος μας
Και δεν χωράν παλινδρομήσεις στην ανατολή του ήλιου
Μόνο τα βήματα μας συχνά βαραίνουν, βαραίνουν σύντροφε
Κι αργοπορούμε...
Κι αν δεν καταλαβαίνουμε καμιά φορά πως είναι τον ήλιο ν' αντικρίζεις
Τεμαχιστά και σε καθορισμένες δόσεις,
Παρόλα αυτά και μεις το ζούμε
Μόνο τα βήματα μας συχνά βαραίνουν σύντροφε
Κι αργοπορούμε...
Είσαι μονάχος στο κελί κι εμείς εδώ χωρίς εσένα
Με μια απουσία διάπλατη κι από ένα μερτικό θανάτου ο καθένας
Που εξαργυρώνουμε σιγά σιγά σ άτοκες μηνιαίες δόσεις...
Δεν είσαι μόνος σου, δεν είμαστε μονάχοι...
Αφού βαδίζουμε μαζί προς την ουτοπία
Κι είναι η ουσία μας αυτή που δεν μπορεί, που δεν μπορεί
Να ανεχτεί τη φυλακή
Κι όταν τα βήματα μας συχνά βαραίνουν
Βαραίνουν σύντροφε
Μα προχωρούμε
Σάββατο 16 Μαΐου 2015
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους ~ Louis Aragon
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που κλάνουν
Ιδίως όσους κλάνουν διανοητικά
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που ζέχνουνε το σκόρδο
Τους βυρσοδέψες και τους μοναχούς
Τα φράγκα, τα σκατά, την προθυμία
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που παραπατούν κοιτώντας τις γυναίκες
Κάπως υπερβολικά επιδεικτικά
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους
Που υποκρίνονται πως νομοθετούν και κανονίζουν τη ζωή μου
Το χρόνο μου, τα γούστα μου, τα εκφραστικά μου λάθη
Που ενώ δεν τολμούν να κοροϊδέψουν την ακατάσχετη φλυαρία
Ενός κυρίου του κόσμου με ευγένεια
Βρίσκουν κακή ακόμα και την πιο ταπεινή
Από τις σκέψεις μου
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους σας λέω
Ιδίως όσους κλάνουν διανοητικά
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που ζέχνουνε το σκόρδο
Τους βυρσοδέψες και τους μοναχούς
Τα φράγκα, τα σκατά, την προθυμία
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που παραπατούν κοιτώντας τις γυναίκες
Κάπως υπερβολικά επιδεικτικά
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους
Που υποκρίνονται πως νομοθετούν και κανονίζουν τη ζωή μου
Το χρόνο μου, τα γούστα μου, τα εκφραστικά μου λάθη
Που ενώ δεν τολμούν να κοροϊδέψουν την ακατάσχετη φλυαρία
Ενός κυρίου του κόσμου με ευγένεια
Βρίσκουν κακή ακόμα και την πιο ταπεινή
Από τις σκέψεις μου
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους σας λέω
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους
Γιατί είν’ ανυπόφορα περιορισμένοι και χαζοί
Γιατί γευματίζουν και δειπνούν σε προκαθορισμένες ώρες
Από τους γονείς τους γιατί πηγαίνουν στο θέατρο στο σχολείο
Στην επιθεώρηση της δεκάτης τετάρτης Ιουλίου
Γιατί παντρεύονται ταξιδεύουν για το μήνα του μέλιτος
Σπέρνουν νόμιμα παιδιά
Που θα καταχωρηθούν στο ληξιαρχείο την ορισμένη μέρα
Θα γίνουν στρατιώτες πουτάνες κατά παραγγελία
Δημόσιοι υπάλληλοι
Συνοδοί της ανάγκης στα πιο διαφορετικά σαλέ
Γιατί μόλις τελειώσουν όλα αυτά τα ξαναρχίζουν
Γιατί απ’ όλα τ’ ανεγκέφαλα αισθήματα
Το αίσθημα της οικογένειας δεν είναι μονάχα
Το πιο διαδεδομένο μα και το πιο
Αηδιαστικό και μπορώ να σε γαμώ μπορώ να σε χτυπώ
Και παρόλ’ αυτά να είναι τόσο ευγενικό εμπρός παιδιά
Δεν πα να λένε έπειτα
Σκαρώνουν πνευματώδη λόγια και φάρσες
Μαθαίνουν πότε χρειάζεται το παραμύθι πότε το κομπλιμέντο
Διότι όλοι αυτοί οι κουραμπιέδες
Όταν μου τη βιδώνει να μην κάνω τίποτα με τον τρόπο τους
Επιχειρηματολογούν κι εκπλήσσονται
Επειδή τους ξερνάω κατάμουτρα
Επειδή σηκώνω τους ώμους αδιάφορα
Μπροστά στους βόες των γυναικών τους
Στα στεφάνια των κανακάρηδων τους
Στα διαμερίσματα της μπάκας τους
Επειδή εγώ δεν τα 'χω καλά με το δήμαρχο ούτε με την πατρίδα
Επειδή εγώ δεν κρύβω τον τρόμο που μου προκαλούν
Επειδή
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους
Παρασκευή 15 Μαΐου 2015
Τίτος Πατρίκιος
Εκεί που πας να με βρεις ρίχνω ένα καινούργιο φράγμα
Δεν είναι που δεν θέλω να με βρεις, δεν είναι που θέλω να σε διώξω
Μόνο που πια πρέπει να δούμε καθαρά
Πόσα εμπόδια αντέχουμε να ξεπεράσουμε για να βρεθούμε
Πρέπει να ελέγξουμε ως πού τραβάει η δύναμή μας
Κι έπειτα, μην ξεχνάς ποτέ το ενδεχόμενο τα φράγματα
Να μην τα φτιάχνω μόνος μου μα να υπάρχουν πάνω μου και μέσα μου
Σα μελανές ουλές αλλάζοντας το σήμα και το χρώμα μου
Αυτό το εμπόδιο που είναι ο εαυτός μου
Για τον εαυτό μου...
Δεν είναι που δεν θέλω να με βρεις, δεν είναι που θέλω να σε διώξω
Μόνο που πια πρέπει να δούμε καθαρά
Πόσα εμπόδια αντέχουμε να ξεπεράσουμε για να βρεθούμε
Πρέπει να ελέγξουμε ως πού τραβάει η δύναμή μας
Κι έπειτα, μην ξεχνάς ποτέ το ενδεχόμενο τα φράγματα
Να μην τα φτιάχνω μόνος μου μα να υπάρχουν πάνω μου και μέσα μου
Σα μελανές ουλές αλλάζοντας το σήμα και το χρώμα μου
Αυτό το εμπόδιο που είναι ο εαυτός μου
Για τον εαυτό μου...
Εσείς φυλακισμένοι και αλυσοδεμένοι.Εσείς παράνομοι, αλάνια, μαχαιροβγάλτες, παρίες και απόκληροι. Σηκωθείτε και εξεγερθείτε.
Δημιουργήστε την Αναρχία...
Άστεγοι, αδέσποτοι του δρόμου. Τα ζεστά τζάκια σας γνέφουν. Τα σπίτια σας θέλουν με τη ζεστασιά και την εικόνα τους. Τα χαλιά θωπεύουν τα πόδια σας. Το πιάνο χαϊδεύει τα αυτιά. Οι πύλες ωστόσο είναι κλειδωμένες για εσάς. Ο πάγος και οι πέτρες σκίζουν τα ξυπόλυτα πόδια σας. Σας "υποδέχονται" το γαύγισμα των σκύλων και οι προειδοποιήσεις των φυλάκων...
Κορμιά αφήνονται νωχελικά πάνω σε μεταξωτά μαξιλάρια ενώ ο άνεμος φυσά μέσα από τα κουρέλια σας. Τα πάθη ξεσηκώνονται κάτω από τις ζεστές κουβέρτες, τα δικά σας χείλη όμως μελανιάζουν από το κρύο, η καρδιά σας είναι στάχτη. Σε μια γωνιά κοιμόμαστε ακουμπισμένοι στον τοίχο...
Όχι πολύ μακριά, μια πόρνη βαδίζει πάνω-κάτω. Είναι η κόρη σας που πουλάει τη νεανική της φλόγα σε παγωμένες καρδιές, καλυμμένες με χρυσό...
Φτωχέ ανόητε. Εδώ είναι ένα σπίτι, εδώ είναι η ζεστασιά, εδώ η άνεση. Μπες και κατέλαβέ το. Άσε τον ιδιοκτήτη να βαδίζει στους δρόμους και τα δόντια του να κροταλίζουν. Ας πουλάνε οι κόρες τους τον εαυτό τους αν δεν ενωθούν στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου.
Δημιουργήστε την Αναρχία...
Εσείς επιστάτες. Σταματήστε να είστε τα μαντρόσκυλα της ιδιοκτησίας άλλων. Είναι εγκληματικό το να φυλάτε τους πλούσιους. Ενάντια σε ποιους τους φυλάτε; Ενάντια στους φτωχούς, δηλαδή τους εαυτούς σας. Ανοίχτε τις πύλες και αφήστε τους πραγματικούς δικαιούχους, τους φτωχούς, να μπουν και να πάρουν αυτό που είναι δικό τους.
Δημιουργήστε την Αναρχία...
Εσείς υπηρέτες. Σταματήστε να είστε δουλοπρεπείς. Είναι ντροπή για έναν άνθρωπο να είναι σκλάβος. Κοιτάξτε πως εξευτελίζεσθε. Τα αφεντικά σας ταΐζουν με τα αποφάγια τους. Πεινώντας, τους γλύφετε τα πόδια. Τα παιδιά σας μαραίνονται στο σκοτάδι και την υγρασία κάτω από τη σκάλα, ενώ στο μέγαρο του αφέντη σας λάμπουν ο ήλιος και η ευτυχία. Ανοίχτε διάπλατα τις πόρτες. Αφήστε τα ισχνά παιδιά να μπουν στις επαύλεις. Κάντε τα χλωμά μάγουλά τους να ζωντανέψουν, τα θαμπά μάτια τους να φωτιστούν.
Δημιουργήστε την Αναρχία...
Εσείς θρησκευόμενα κορόιδα. Καταστρέψτε τις εκκλησίες, αυτά τα κελιά του πνεύματός σας. Πετάξτε από τον λαιμό σας τους σταυρούς, τους στραγγαλιστές της ελευθερίας σας. Σπάστε τα καντήλια που αφήνουν να πέσει επάνω σας μονάχα σκοτάδι. Ρίχτε στα σκουπίδια όλα τα είδωλα, τους θεούς και τους διαβόλους, ενθρονίστε τον άνθρωπο στον πραγματικό κόσμο.
Δημιουργήστε την Αναρχία...
Εσείς απόκληροι, έκπτωτοι, περιφρονημένοι. Ξεσηκωθείτε και καταστρέψτε αυτή την κοινωνία όπου υπάρχουν οι "κάτω" και οι "πάνω". ξεσηκωθείτε και δείξτε ότι είσαστε ανώτεροι, ότι είμαστε ανάξιοι της δική σας κοινωνίας, της καταφρόνιας σας. Οτιδήποτε βρισκόταν από πάνω σας, θα βρεθεί από κάτω σας.
Δημιουργήστε την Αναρχία...
Ιδιοκτήτες των μεγάρων και των παλατιών. Αν δεν αντέχετε την ισότητα, τότε καταφύγετε στα υπόγεια κάτω από τις σκάλες, στις όλο υγρασία γωνιές. Γιατί εμείς πάμε στο φως, στον ήλιο.
Δημιουργούμε την Αναρχία...
Δημιουργήστε την Αναρχία...
Άστεγοι, αδέσποτοι του δρόμου. Τα ζεστά τζάκια σας γνέφουν. Τα σπίτια σας θέλουν με τη ζεστασιά και την εικόνα τους. Τα χαλιά θωπεύουν τα πόδια σας. Το πιάνο χαϊδεύει τα αυτιά. Οι πύλες ωστόσο είναι κλειδωμένες για εσάς. Ο πάγος και οι πέτρες σκίζουν τα ξυπόλυτα πόδια σας. Σας "υποδέχονται" το γαύγισμα των σκύλων και οι προειδοποιήσεις των φυλάκων...
Κορμιά αφήνονται νωχελικά πάνω σε μεταξωτά μαξιλάρια ενώ ο άνεμος φυσά μέσα από τα κουρέλια σας. Τα πάθη ξεσηκώνονται κάτω από τις ζεστές κουβέρτες, τα δικά σας χείλη όμως μελανιάζουν από το κρύο, η καρδιά σας είναι στάχτη. Σε μια γωνιά κοιμόμαστε ακουμπισμένοι στον τοίχο...
Όχι πολύ μακριά, μια πόρνη βαδίζει πάνω-κάτω. Είναι η κόρη σας που πουλάει τη νεανική της φλόγα σε παγωμένες καρδιές, καλυμμένες με χρυσό...
Φτωχέ ανόητε. Εδώ είναι ένα σπίτι, εδώ είναι η ζεστασιά, εδώ η άνεση. Μπες και κατέλαβέ το. Άσε τον ιδιοκτήτη να βαδίζει στους δρόμους και τα δόντια του να κροταλίζουν. Ας πουλάνε οι κόρες τους τον εαυτό τους αν δεν ενωθούν στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου.
Δημιουργήστε την Αναρχία...
Εσείς επιστάτες. Σταματήστε να είστε τα μαντρόσκυλα της ιδιοκτησίας άλλων. Είναι εγκληματικό το να φυλάτε τους πλούσιους. Ενάντια σε ποιους τους φυλάτε; Ενάντια στους φτωχούς, δηλαδή τους εαυτούς σας. Ανοίχτε τις πύλες και αφήστε τους πραγματικούς δικαιούχους, τους φτωχούς, να μπουν και να πάρουν αυτό που είναι δικό τους.
Δημιουργήστε την Αναρχία...
Εσείς υπηρέτες. Σταματήστε να είστε δουλοπρεπείς. Είναι ντροπή για έναν άνθρωπο να είναι σκλάβος. Κοιτάξτε πως εξευτελίζεσθε. Τα αφεντικά σας ταΐζουν με τα αποφάγια τους. Πεινώντας, τους γλύφετε τα πόδια. Τα παιδιά σας μαραίνονται στο σκοτάδι και την υγρασία κάτω από τη σκάλα, ενώ στο μέγαρο του αφέντη σας λάμπουν ο ήλιος και η ευτυχία. Ανοίχτε διάπλατα τις πόρτες. Αφήστε τα ισχνά παιδιά να μπουν στις επαύλεις. Κάντε τα χλωμά μάγουλά τους να ζωντανέψουν, τα θαμπά μάτια τους να φωτιστούν.
Δημιουργήστε την Αναρχία...
Εσείς θρησκευόμενα κορόιδα. Καταστρέψτε τις εκκλησίες, αυτά τα κελιά του πνεύματός σας. Πετάξτε από τον λαιμό σας τους σταυρούς, τους στραγγαλιστές της ελευθερίας σας. Σπάστε τα καντήλια που αφήνουν να πέσει επάνω σας μονάχα σκοτάδι. Ρίχτε στα σκουπίδια όλα τα είδωλα, τους θεούς και τους διαβόλους, ενθρονίστε τον άνθρωπο στον πραγματικό κόσμο.
Δημιουργήστε την Αναρχία...
Εσείς απόκληροι, έκπτωτοι, περιφρονημένοι. Ξεσηκωθείτε και καταστρέψτε αυτή την κοινωνία όπου υπάρχουν οι "κάτω" και οι "πάνω". ξεσηκωθείτε και δείξτε ότι είσαστε ανώτεροι, ότι είμαστε ανάξιοι της δική σας κοινωνίας, της καταφρόνιας σας. Οτιδήποτε βρισκόταν από πάνω σας, θα βρεθεί από κάτω σας.
Δημιουργήστε την Αναρχία...
Ιδιοκτήτες των μεγάρων και των παλατιών. Αν δεν αντέχετε την ισότητα, τότε καταφύγετε στα υπόγεια κάτω από τις σκάλες, στις όλο υγρασία γωνιές. Γιατί εμείς πάμε στο φως, στον ήλιο.
Δημιουργούμε την Αναρχία...
Από την εφημερίδα Προάγγελος Καταιγίδας
Όργανο της Ομοσπονδίας Αναρχικών Ομάδων της Πετρούπολης
Γενάρης 1918
Ambroce Bierce ~ Ο Αστυνόμος και ο Κακοποιός
Ο Αρχηγός της Αστυνομίας, που είδε έναν Αστυνόμο να δέρνει έναν Κακοποιό, οργίστηκε πολύ και του είπε να μην το ξανακάνει γιατί θα τον απολύσει.
"Μην είστε τόσο αυστηρός" είπε ο Αστυνόμος χαμογελώντας. "Τον χτύπησα μ' ένα ρόπαλο παραγεμισμένο με ροκανίδι".
"Εντούτοις" επέμεινε ο Αρχηγός της Αστυνομίας, "πήρες μια δυσάρεστη πρωτοβουλία, έστω κι αν δεν τον πόνεσες. Παρακαλώ να μην επαναληφθεί ".
"Μα και ο Κακοποιός ήταν παραγεμισμένος με ροκανίδι", είπε ο Αστυνόμος χαμογελώντας πάντα.
Ο Αρχηγός της Αστυνομίας έκανε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, κι άπλωσε το δεξί του χέρι τόσο απότομα, που το δέρμα στη μασχάλη του σκίστηκε κι ένα ποτάμι ροκανίδι έτρεξε από την πληγή.
Ήταν ένας γεμιστός Αρχηγός της Αστυνομίας...
"Μην είστε τόσο αυστηρός" είπε ο Αστυνόμος χαμογελώντας. "Τον χτύπησα μ' ένα ρόπαλο παραγεμισμένο με ροκανίδι".
"Εντούτοις" επέμεινε ο Αρχηγός της Αστυνομίας, "πήρες μια δυσάρεστη πρωτοβουλία, έστω κι αν δεν τον πόνεσες. Παρακαλώ να μην επαναληφθεί ".
"Μα και ο Κακοποιός ήταν παραγεμισμένος με ροκανίδι", είπε ο Αστυνόμος χαμογελώντας πάντα.
Ο Αρχηγός της Αστυνομίας έκανε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, κι άπλωσε το δεξί του χέρι τόσο απότομα, που το δέρμα στη μασχάλη του σκίστηκε κι ένα ποτάμι ροκανίδι έτρεξε από την πληγή.
Ήταν ένας γεμιστός Αρχηγός της Αστυνομίας...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







