Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Το Τραγούδι Της Νύχτας ~ Friedrich Nietzsche


Τώρα είναι νύχτα, τώρα μιλούν καθαρά όλες οι κελαρύζουσες πηγές
Κι είν’ η ψυχή μου μια κελαρύζουσα πηγή
Τώρα είναι νύχτα, τώρα ξυπνούν τα τραγούδια όλα των ερωτευμένων
Κι είν’ η ψυχή μου τραγούδι ερωτευμένου

Κάτι είναι μέσα μου ανειρήνευτο και ανειρηνικό 
Και θέλει καθαρά να μιλήσει
Μια λαχτάρα για την αγάπη είναι μέσα μου
Και μιλάει τη γλώσσα της ίδιας της αγάπης

Είμαι το φως, αχ και να ήμουνα η νύχτα
Αλλ’ αυτή 'ναι η μοναξιά μου, ότι ολούθε με περιζώνει το φως
Αχ και να ήμουνα ο σκοτεινός και ο νύχτιος
Πόσο θα ζήταγα τότε να θηλάζω τους μαστούς του φωτός

Κι εσάς τις ίδιες θα ζητούσα να ευλογώ
Εσάς μικρές αστέρινες σπίθες και πυγολαμπίδες στα ύψη
Και μακάριος θα ήμουνα με τα φτερωτά σας δώρα

Αλλά ζω καταμεσής στο ίδιο μου το φως
Και τις φλόγες, που ξεσπούν από μέσα μου, ο ίδιος τις καταπίνω πάλι
Δε γνώρισα τη χαρά εκείνου που παίρνει, και συχνά ονειρεύτηκα
Πως είναι πιο μεγάλη ευτυχία να κλέβεις αντί για να παίρνεις

Αυτή 'ναι η φτώχεια μου, ποτέ να μην ησυχάζει το χέρι μου να δίνει
Κι αυτή 'ναι η ζήλια μου, τα μάτια να βλέπω που αναμένουν
Και τις φωτιζόμενες νύχτες της λαχτάρας

Ω δυστυχία αυτών, που δωρίζουν! Ω σκοτεινιά του ήλιου μου!
Ω λαχτάρα για λαχτάρισμα! Ω άγρια πείνα μέσα στο χορτασμό!
Αυτοί παίρνουν από μένα, αγγίζω όμως την ψυχή τους;
Μια λαγκάδα ανάμεσα στο παίρνω και στο δίνω
Όμως κι η πιο μικρούτσικη λαγκάδα χρειάζεται να κλείσει

Μέσα στην ομορφιά μου μια πείνα αναβλασταίνει 
Να πονέσω θα 'θελα κείνους, που φωτίζω
Να ληστέψω θα 'θελα τους ευεργετημένους μου
Μια τέτοια πείνα με κατέχει μοχθηρή

Το χέρι πίσω να τραβήξω, όταν εσείς απλώνετε το χέρι
Όμοιος με το πιδάκισμα νερού, που σα γκρεμίζεται, διστάζει
Μια τέτοια πείνα με κατέχει μοχθηρή

Τέτοιον ο πλούτος μου λογιάζει γδικιωμό 
Από τη μοναξιά μου τέτοια πηγάζει επιβουλή
Η χαρά μου να δίνω πεθαίνει μέσ’ στο δόσιμο
Κι η αρετή μου απόκαμε μέσ’ στο δικό σας πλήρωμα

Ο που χαρίζει πάντα του, τρέχει τον κίνδυνο να χάσει τη ντροπή του
Ο που μοιράζει πάντα του, κάλους στο τέλος βγάζει στην καρδιά του
Και στο χέρι του από το πολύ του μοίρασμα

Δεν τρέχουν πια τα μάτια του από ντροπή για κείνους, που ζητάνε 
Και σκλήρυνε το χέρι μου για τα κατάγιομα τα χέρια
Που τρέμοντας παρακαλούν

Τι γίνανε τα κλάηματα στα μάτια μου, το χνούδι της καρδιάς μου;
Ω ερημιά όλων εκείνων, που χαρίζουν!
Ω σιγαλιά όλων εκείνων, που φωτίζουν!
 Ήλιοι πολλοί κυκλογυρνούν στα έρημα διαστήματα
Και στον καθένα σκοτεινό μιλάνε με το φως τους
Ενώ σε μένανε σιωπούν

Ω ήλιοι, αυτή ‘ναι η έχθρα του φωτός ενάντια σε 'κείνον, που φωτίζει 
Αδυσώπητο να τρέχει 'κείνο τις τροχιές του
Αδιάφορος για τη βαθιά καρδιά εκείνου που φωτίζει
Και κρύος για τους άλλους ήλιους, έτσι γυρίζει ο κάθε ήλιος

Όμοιοι με θύελλα τρέχουνε οι ήλιοι την τροχιά τους
Κι ακολουθούν αλύπητοι τη θέλησή τους, που είν’ η παγωνιά τους.
Ω εσείς είσαστ’ αυτό, εσείς οι σκοτεινοί κι οι νύχτιοι
Που παίρνετε τη ζεστασιά, απ’ ό,τι σας φωτίζει!
Ω εσείς πίνετε πρώτα τη δροσιά
Και το γάλα από τους μαστούς του φωτός

Αχ, πάγος τριγύρα μου, και καίγεται το χέρι μου μέσα στην παγωνιά!
Αχ, η δίψα μου μέσα μου, που λαχταρά τη δίψα σας
Τώρα είναι νύχτα, κι ο πόθος μου πηγή
Που μέσαθέ μου αναβρύζει 
Και ζητά να μιλήσει

Τώρα είναι νύχτα, τώρα μιλούν καθαρά όλες οι κελαρύζουσες πηγές
Κι είν’ η ψυχή μου μια κελαρύζουσα πηγή
Τώρα είναι νύχτα, τώρα ξυπνούν τα τραγούδια όλων των ερωτευμένων
Κι είν’ η ψυχή μου τραγούδι ερωτευμένου...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου