Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Το Κυρίαρχο Σκουλήκι ~ Edgar Allan Poe


Κοιτάξτε! Μια πανηγυρική παράσταση είναι
Σε αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια.
Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο
Με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο
Κάθεται σ’ένα θέατρο για να δει
Ένα δράμα από ελπίδες και φόβους καμωμένο
Ενώ η ορχήστρα στενάζει κάθε τόσο
Τη μουσική των Κόσμων...

Μίμοι, στο σχήμα του Υψίστου ντυμένοι
Σιγομιλάν και σιγομουρμουρίζουν
Και δώθε κείθε ξεπετάγονται
Νευρόσπαστα σωστά, που πηγαινόρχονται
Στις διαταγές τεράστιων άμορφων στοιχείων
Που αλλάζουνε τα σκηνικά μπρος πίσω
Σαλεύοντας με όρνιου φτερά
Την αόρατη ένα γύρω Δυστυχία...

Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα
Δεν θα βολέψει να λησμονηθεί
Μ’ αυτό το Φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται
Από 'να πλήθος, όπου δε βολεί να το τσακώσει
Μεσ’ έναν κύκλο, όπου αιώνια στρέφοντας
Ματαγυρνά στην ίδια θέση πάντα
Κι όπου περίσσα τρέλα και πιότερη Αμαρτία
Και φρίκη της πλοκής του, ειν’ η ψυχή...

Μα δέστε, μεσ’ στη χλαλοή των μίμων
Μια χαμόσυρτη μορφή που εισβάλει
Ένα πράμα αιματοκόκκινο, που νηματόστριφο
Προβάλλει από τα ερημοσκότεινα βάθη της σκηνής.
Σα νήμα γυροστρέφει, γυροστρέφει
Και σ’αγωνία θνητών οι μίμοι γίνονται βορά του
Και κλαίνε λυγμικά τα σεραφείμ
Θωρώντας τις μασέλες του ερπετού
Από αίμα ανθρώπινο να ξεχειλάνε...

Κι έσβησαν,έσβησαν με μιας όλα τα φώτα
Κι εμπρός απ’ όλες τις τρεμουλιαστές μορφές
Η αυλαία νεκροσάβανο
Πέφτει με τη μανία μιας καταιγίδας
Ενώ οι άγγελοι χλωμοί κι αποσβησμένοι
Σηκώνονται, ρίχτουνε τα πέπλα και βεβαιώνουνε
Πως το έργο αυτό ειν’ η τραγωδία που λέγεται " Άνθρωπος "
Κι ο ήρωάς του είναι το Κυρίαρχο Σκουλήκι...

το κουμπί ~ μιχάλης τάδε

Ο Τιμολέων εργαζόταν στο κτίριο Γ, στον όροφο 17, στο τμήμα 23 της Υπηρεσίας Ελέγχου. Η δουλειά του ήταν να μην πατάει το Κουμπί. Όχι οποιοδήποτε κουμπί. Υπήρχαν μάλιστα πολλά κουμπιά, τα οποία πατούσε ανελλιπώς κάθε μέρα, όπως τα κουμπιά του τηλεφώνου, τα κουμπιά της τηλεόρασης, τα κουμπιά του αυτόματου πωλητή καφέ κ.λ.π. Όχι. Το ζητούμενο ήταν να μην πατήσει ποτέ το Κουμπί. Του πλήρωναν έναν παχουλούτσικο μισθό, για να κάθεται οχτώ ώρες την μέρα στο γραφείο του και να αποφεύγει να το πατήσει. Το Κουμπί ήταν κόκκινο και δέσποζε στο κέντρο του μεταλλικού γραφείου του κάτω από μια ταμπέλα που έγραφε με μεγάλα κόκκινα γράμματα: «ΠΡΟΣΟΧΗ! ΚΟΥΜΠΙ! ΜΗΝ ΤΟ ΠΑΤΗΣΕΤΕ!» Κατά τ' άλλα ήταν ένα χαριτωμένο κουμπί.
Ο Τιμολέων είχε ανέλθει σε αυτή τη θέση με μέσον. Για την ακρίβεια είχε κινήσει κάποια νήματα ο θείος του, ο Βδελυκλέων, ο οποίος τύγχανε γενικός γραμματέας του Υπουργείου. Ήταν ικανοποιημένος απ' τον μισθό του αλλά έβρισκε το καθήκον του ιδιαίτερα κουραστικό και ψυχοφθόρο. Ήταν πράγματι εξαιρετικά δύσκολο να μην πατάς το Κουμπί. Ο κύριος Βδελυκλέων είχε αναγκαστεί να υποχρεωθεί στον Υπουργό, τον κύριο Πέογλο, για να εξασφαλίσει στον αγαπημένο του ανιψιό αυτή την απαιτητική θέση μαζί με το κύρος, τα οικονομικά οφέλη και τις ευκολίες εύρεσης μιας καλής κοπέλας που αυτή συνεπαγόταν. Ωστόσο ο αρχικά ενθουσιώδης Τιμολέων ανακάλυψε σύντομα ότι θα προτιμούσε να εργάζεται σε κάποιο άλλο γραφείο, όπου το πάτημα πλήκτρων θα επιτρεπόταν ή και θα ήταν υποχρεωτικό. Δεν μπορούμε όμως να έχουμε και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, εκτός φυσικά αν είμαστε ο σκύλος.
Έτσι περνούσε τις μέρες και τα χρόνια του ο Τιμολέων, αποφεύγοντας να πατήσει το Κουμπί. Περιττό να πούμε ότι η ορμή να το πατήσει δεν απωθήθηκε ποτέ αποτελεσματικά. Μάλιστα τροφοδοτείτο συνεχώς απ' την περιέργεια για τις πιθανές συνέπειες της πράξης. Τι κρύβει ετούτο το Κουμπί; Είναι όντως σημαντικός ο ιδρώτας που χύνω ή μήπως το Κουμπί αποτελεί την δικαιολογία μιας αργομισθίας; Μήπως από πίσω κρύβεται καμιά ιστορία με ξέπλυμα βρώμικου χρήματος; Μήπως, αν το πατήσω, θα αναποδογυρίσουν η Γη και ο Ουρανός; Μήπως είναι το σύνθημα που περιμένουν οι Γκλορκ, η εκδίκηση που τους υποσχέθηκε ο Ζντρονκ; Μήπως τότε θα έρθει το τέλος όλων των μυστικών, η κατάρρευση της αυτοκρατορίας του Αντιχρίστου και η έναρξη της Χιλιετούς Βασιλείας του Θεού; Μήπως θα γίνουν κατοικίδια τα λιοντάρια και οι αρκούδες θα μιλήσουν με ανθρώπινη λαλιά; Αν δεν έχει πατηθεί ποτέ, πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι λειτουργεί σωστά; Αυτές και άλλες σκέψεις βασάνιζαν το ευφάνταστο μυαλό του άμοιρου Τιμολέοντος. Και οι μέρες περνούσαν και γίνονταν χρόνια, και τα χρόνια μαζεύονταν σε δεκαετίες και συζητούσαν ψιθυριστά ρίχνοντας καχύποπτες ματιές τριγύρω.
Εκείνο το πρωί ο Τιμολέων είχε στραβοξυπνήσει (όλο το βράδυ ονειρευόταν ότι έραβε κουμπιά σε ένα κόκκινο πουκάμισο δίχως κουμπότρυπες) και η αποχή απ' την πίεση του Κουμπιού ήταν υπέρ του συνήθους ανυπόφορη. Πήρε μια προσομοίωση καφέ απ' το αυτόματο μηχάνημα και κάθισε στο γραφείο του. Άναψε τσιγάρο. Το κάπνισε αργά προσπαθώντας να αγνοεί το Κουμπί. Είχε την εντύπωση ότι εκείνο τον κοίταζε επίμονα. Όμως, όποτε ο Τιμολέων έστρεφε απότομα το βλέμμα προς τα εκεί, το Κουμπί παρίστανε το αδιάφορο. Αυτό το ψυχροπολεμικό φλερτ συνεχίστηκε για περίπου τρεις ώρες. Προς το τέλος της τρίτης ώρας ο Τιμολέων ένιωθε πλέον άρρωστος. Σηκώθηκε και έτρεξε στην τουαλέτα, όπου ξέρασε. Έμεινε για λίγη ώρα πάνω απ' την λεκάνη, για να καθυστερήσει την επιστροφή του στο Κουμπί. Όμως η επαγγελματική ευσυνειδησία τον καλούσε πίσω. Το Κουμπί δεν έπρεπε να μείνει μόνο του, εκτεθειμένο στα ξένα δάχτυλα. Στο κάτω-κάτω της γραφής, αν ήταν να το πατήσει κάποιος, αυτός θα έπρεπε να είναι ο Τιμολέων. Είχε κερδίσει αυτό το δικαίωμα με τον ιδρώτα της πολυετούς αποχής του απ' την πράξη. Σύρθηκε πίσω στο γραφείο του και έμεινε με το κεφάλι μέσα στα χέρια του για άλλη μια ώρα. Μα το Κουμπί ήταν απαιτητικό. Τον έπιασε πονοκέφαλος. Δεν άντεχε άλλο. Το χέρι του έτρεμε, το δάχτυλό του είχε τεντωθεί και τον τραβούσε προς την γλυκιά κόκκινη ρόγα. «Δε γαμιέται, ας με απολύσουν,» σκέφτηκε. Και το πάτησε.
Αμέσως σήμανε συναγερμός σε ολόκληρο το κτίριο. Κόκκινα λαμπάκια αναβόσβηναν, πανικόβλητοι υπάλληλοι έτρεχαν δεξιά και αριστερά., κάποιος βούτηξε απ' το παράθυρο και έσκασε στον δρόμο σαν πινελιά του Πόλλοκ. Ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Ελέγχου, ο κύριος Γρόμπαλος, όρμησε υστερικά στο γραφείο του Τιμολέοντα. «Τι έκανες;» του φώναξε. «Καταλαβαίνεις τι έκανες; Ήρθε το Τέλος!» Ο Τιμολέων ζάρωσε πίσω απ' το γραφείο του και άρχισε να κλαίει.
Τότε συνέβη αυτό που όλοι φοβόντουσαν: Άνοιξε μια μεγάλη καταπακτή στο πάτωμα και από μέσα βγήκε ο Ρουμπής, ο Κουμπής, ο Ρουμποκομπολογής, το αιμοβόρο κτήνος της μαύρης κολάσεως. Ήταν γνωστός στους πάντες απ' τους θρύλους και τα παραμύθια. Τα παιδιά τον έτρεμαν, οι άντρες τον έφερναν στο νου τους και λιποψυχούσαν, οι γυναίκες τον ονειρεύονταν και υγραίνονταν και όλοι μα όλοι εύχονταν να μην είχε ποτέ γεννηθεί. Και τώρα ήταν επιτέλους ελεύθερος και πεινασμένος μετά από χίλια χρόνια εγκλεισμού στα έγκατα του σκότους. Συγχαρητήρια Τιμολέοντα, καλά τα κατάφερες!
Το φριχτό τέρας βρυχήθηκε, άρπαξε με ένα πλοκάμι τον κύριο Γρόμπαλο και τον έκανε μια χαψιά. Έπειτα κινήθηκε προς τα άλλα γραφεία γκρεμίζοντας τους τοίχους και σπέρνοντας παντού θάνατο και καταστροφή. Οι δακτυλογράφοι λιποθυμούσαν, καθώς το απαίσιο έκτρωμα ρούμπευε, κούμπευε και ρουμποκομπολόγευε τα ρουμπιά του, τα κουμπιά του και τα αποτρόπαια ρουμποκομπολογιά του. Το αίμα έτρεχε ποτάμι. Είχε έρθει λοιπόν το τέλος της Ανθρωπότητας;
Μα όχι, διότι έχουν γνώσιν οι φύλακες και η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία: Η Υπηρεσία Εκτάκτου Ανάγκης, που ειδοποιήθηκε εγκαίρως απ' τον συναγερμό, έστειλε στον τόπο του ατυχήματος τον Τζιτζιμιτζικότζιρα, ο οποίος πάλεψε γενναία με τον μαινόμενο Ρουμποκομπολογή, τον έσφαξε και τον έφαγε ωμό. Και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Όσο για τον Τιμολέοντα, φτηνά την γλίτωσε. Χάρη στην παρέμβαση του θείου Βδελυκλέωνα απέφυγε την πειθαρχική δίωξη και μετατέθηκε στην Υπηρεσία Ανόδου-Καθόδου, όπου εργάστηκε μέχρι τα βαθιά γεράματα ως παιδί του ασανσέρ. Εκεί ενεπλάκη στο περίφημο σκάνδαλο του Παπά του Παχύ, για το οποίο θα ήταν καλύτερα να μιλήσουμε μια άλλη φορά. Προς το παρόν σας χαιρετώ καλά μου παιδιά και να ακούτε πάντα τους γονείς σας!
Μάρτιος 2005

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

Γλυκόλογα για Μολότοφ ~ Αντώνης Αντωνάκος



Η εξέγερση είναι δυναμωτικό
διεγερτικό
τονωτικό
ο Γκόγια ζωγράφισε την εξέγερση
κουφάρια και σαρκοβόρους πετεινούς
κι ήταν σα σκύλος που καθόταν στην άκρη της στέρνας
και οι βολβοί των ματιών του
φύτρωναν στο χώμα
κι ο Πικάσσο με τους ακροβάτες του
καταβρόχθιζε την Αμερική
βίοι αγίων σε πεινασμένα σκυλιά
Αλβανοί στα γκέτο και τις σκαλωσιές
με άυπνο βλέμμα ποντικίσιο
σαν του φτασμένου ποιητή
παιδιά αθόρυβα ασήμαντα
με το σταρένιο της νεότητας ψωμί
βεγγαλικά και μέλι
να μοσχοβολάν μολότοφ
που λιώνει υπέροχα πάνω στου δρόμου την κοιλιά
κι ο ήλιος στη διαπασών αφροδισιακό
με τις αχτίνες να βαρά τα πλήκτρα δυνατά
είναι μέρα ιερής γιορτής η εξέγερση
τα πλοκάμια τρελαμένων στους δρόμους
σημαδεύει το θανατηφόρο μας εγώ
είναι σπασμένες τράπεζες κι αηδόνια
που καταπίνουν σκυλιά
χείμαρροι που ξεσπούν στα χωράφια
δεν γονατίζουν σημαδεύουν ισόβια
του ετοιμοθάνατου κόσμου τα κλομπ
τους λοβούς του Αρχάγγελου
και τα στήθη της νύχτας

Ελευθερία ~ Πωλ Ελυάρ



Πάνω στα τετράδια του σχολείου
Στα θρανία μου και τα δένδρα
Πάνω στην άμμο και το χιόνι
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω σ΄ όλες τις διαβασμένες σελίδες
Πάνω σ΄ όλες τις λευκές σελίδες
Στην πέτρα το αίμα το χαρτί τη στάχτη
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στις χρυσωμένες εικόνες
Στ΄ άρματα των πολεμιστών
Στην κορώνα των βασιλιάδων
Γράφω τ’ όνομά σου
Στη ζούγκλα και την έρημο
Στις φωλιές και τα σπαρτά
Στην ηχώ των παιδικών μου χρόνων
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στα θαύματα της νύχτας
Στο άσπρο ψωμί των ημερών
Στις μνηστευμένες εποχές
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω σ΄ όλα τα γαλάζια κουρέλια μου
Στο μουχλιασμένο έλος του ήλιου
Στη ζωντανή λίμνη σελήνη
Γράφω τ’ όνομά σου
Στους αγρούς στον ορίζοντα
Στις φτερούγες των πουλιών
και στο μύλο των ίσκιων
Γράφω τ’ όνομά σου
Σε κάθε φύσημα της αυγής
Στη θάλασσα και τα πλοία
Πάνω στο τρελό βουνό
Γράφω τ’ όνομά σου
Στον αφρό απ΄ τα σύννεφα
Στους ιδρώτες της καταιγίδας
Στην βροχή την πυκνή και ανούσια
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στα σχήματα που σπιθίζουν
Στις καμπάνες των χρωμάτων
Πάνω στη φυσική αλήθεια
Γράφω τ’ όνομά σου
Στα μονοπάτια που ξύπνησαν
Στους δρόμους που ξεδιπλώθηκαν
Στις πλατείες που ξεχείλισαν
Γράφω τ’ όνομά σου
Στη λάμπα που ανάβει
Στη λάμπα που σβήνει
Στα ενωμένα μου σπίτια
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο φρούτο το κομμένο στα δύο
Του καθρέφτη και της κάμαράς μου
Στο κρεβάτι μου άδειο κοχύλι
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο λαίμαργο και τρυφερό σκύλο μου
Στα ορθωμένα αυτιά του
Στο αδέξιο πόδι του
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο σκαλοπάτι της πόρτας μου
Στα γνώριμά μου αντικείμενα
στο κύμα της ευλογημένης φωτιάς
Γράφω τ’ όνομά σου
Σε κάθε σάρκα σύμφωνη
Στο μέτωπο των φίλων μου
Σε κάθε χέρι που προσφέρεται
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο κρύσταλλο των εκπλήξεων
Στα προσεκτικά χείλια
Πολύ πιο πάνω απ΄ τη σιωπή
Γράφω τ’ όνομά σου
Στα χαλασμένα καταφύγιά μου
Στους γκρεμισμένους μου φάρους
Στους τοίχους της ανίας μου
Γράφω τ’ όνομά σου
Στην απουσία χωρίς πόθο
Στη γυμνή μοναξιά
Στα σκαλιά του θανάτου
Γράφω τ’ όνομά σου
Στην υγεία που ξανάρθε
Στον κίνδυνο που εξαφανίστηκε
Στην ελπίδα χωρίς ανάμνηση
Γράφω τ’ όνομά σου
Και με τη δύναμη της λέξης
Ξαναρχίζω τη ζωή μου
Γεννήθηκα για να σε γνωρίσω
Για να πω τ΄ όνομά σου
Ελευθερία!

Πρωινό Μέθης ~ Arthur Rimbaud

Ω Αγαθό μου!

Ω το Ωραίο μου!

Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου!

Στρεβλή μαγική!

Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά. Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών, θα τελειώσει από αυτά. Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας, ακόμα και όταν, καθώς η φανφάρα στραφεί, θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία.
Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια. Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας, αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη.

Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα!

Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε τον πολύ αγνό μας έρωτα. Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε, μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την αιωνιότητα, αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.

Γέλιο των παιδιών, διακριτικότητα των σκλάβων, αυστηρότητα των παρθένων, φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων, να είστε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας. Να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.

Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο! όταν αυτό δε θα ήταν παρά για τη μάσκα που μας χάρισες.
Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε!
Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από τις ηλικίες μας. Έχουμε πίστη στο δηλητήριο.
Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.

Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Federico Buono ~ Η αποπροσωποποίηση του ατόμου

 
"Πρώτα απ’ όλα τσακίζεις και καταστρέφεις αυτό τον κόσμο και βλέπουμε μετά αν ένας άλλος υψώνεται"
J. W. Goethe

Η αληθινή ζωή, αυτή που βιώνεται πλούσια σε εμπειρίες, έχει ανάγκη από προώθηση. Ανάγκη να τσακίσει την κοινωνική πραγματικότητα η οποία είναι φτιαγμένη από εξατομικευμένα ζόμπι.

Να μεταθέτεις το "εμείς είμαστε" σε "εγώ θέλω", ερμηνεύει με πολιτικούς όρους την ίδια την καθημερινότητα. Ένας τοίχος φτιαγμένος από κενή ηθικότητα εγείρει και προσδιορίζει τους ίδιους τους ζωτικούς παλμούς. Το ένστικτο οδηγεί, αλλά δεν μας ανήκει πια, κυριευμένο από αυτό που είναι η αλλοτριωμένη κοινωνία.

Δε με κατανοείς, αλλά το δηλητήριο είναι διοχετευμένο με συστηματικό τρόπο. Αυτό που αντιλαμβάνεσαι δεν είναι πια ο ορίζοντας, αλλά ένα όριο…
Σ’ ένα "αδιαπέραστο όριο" μετατρέπεται η δική σου ύπαρξη. Ακόμα και μόνος, μετά από λίγες μέρες το μυαλό σου οδηγείται στα όρια, ανάμεσα στα κιγκλιδώματα κι έναν τοίχο από τσιμέντο.

Η προσαρμογή στα κυρίαρχα μέτρα δε θα μπορούσε να είναι εφικτή χωρίς τον εθισμό στην κανονικότητα. Σκοπός της κυριαρχίας είναι μια συστηματική κατάργηση των οπτικών-νοητικών ερεθισμάτων που έχουν οι έξω…

"Η αληθινή ζωή είναι απούσα, εμείς δεν είμαστε στον κόσμο"
A. Rimbaud

Η υπενθύμιση αυτών που έχω βιώσει και αισθανθεί από τη στιγμή της σύλληψής μας είναι περίπλοκη όταν φαντασιώνεσαι κάτι που δεν υπάρχει. Η πραγματικότητα ανατρέπεται ολοκληρωτικά με μία δεύτερη ματιά. Κλεισμένος μέσα σε ένα κελί λίγων τετραγωνικών μέτρων "η ζωή είναι απούσα". Η εξουσία διαιωνίζεται ακριβώς γιατί πραγματοποιεί την αποδιδόμενη υπακοή σε έναν αρχειοθετημένο χωροχρόνο.

Όταν ο μπάτσος με χτύπαγε στον τοίχο και μου έδινε μπουνιές και κλωτσιές, μόνο εγώ μπορούσα να κοιτάω έντονα και για πολύ ώρα, αυτό που ζούσα. Οι ψυχολογικές πιέσεις υπό την απουσία νομικής δύναμης (δικηγόροι κτλ) παρέσυραν τα γεγονότα σε μία δίνη εξευτελισμού χωρίς δρόμο διαφυγής! Εκείνη τη στιγμή η εμπειρία και η αίσθησή μου με επαναστατικούς όρους μαζί με την αποφασιστικότητά μου να μην οπισθοχωρήσω, μου επέτρεψαν να αντιτάξω μία πεισματική άρνηση και σιωπή στην ψυχολογική καθυπόταξη που ζούσα εκείνη τη στιγμή.

"Αυτό που κάνει το αίνιγμα (της ένδειξης) είναι η σύνδεση ανάμεσα σε μία σχέση τυχαιότητας και μία σχέση αιτίας. Να ακολουθείς μία ένδειξη, να ανατρέχεις σε μία ένδειξη, πρακτικά συνιστά το να εκπληρώνεις την ένωση των δύο όψεών της, το να τις συγκροτείς όπως τη σχέση αιτίας αποτελέσματος".

Το αίνιγμα αυτό των 15 ωρών μέσα στο κελί απομόνωσης ήταν η ερώτηση του τι έχει συμβεί: η σχέση τυχαιότητας ήταν έργο των μπάτσων ή κάτι άλλο;

Η κατάργηση της ίδιας της θέλησης μετατίθεται στην κατάργηση της κάθε φυσικής χειρονομίας. Το ανθρώπινο πλήθος μέσα στις αυλές κινείται με συστηματικό τρόπο, με γραμμικό βάδισμα. Αυτό το βάδισμα δε μπορεί και δεν πρέπει να σταματήσει. Εκεί ξεκινά η συνήθεια της φυλακής και ο έλεγχος των ίδιων των ζωτικών ενστίκτων (πάντα αν και εφόσον υπάρχουν). Η αυτοματοποίηση των κινήσεων περιορίζει το χώρο της εξέγερσης, καθορίζοντας τη συμφιλίωση του μυαλού και του σώματος στο εσωτερικό μιας εξαναγκαστικής δομής.

Η πρόσληψη των ψυχοφαρμάκων μειώνει το επίπεδο επιθετικότητας, έτοιμο να εκραγεί σε κάθε ελάχιστη χειρονομία που περιμένει, που στην εξωτερική πραγματικότητα θα ήταν εντελώς ασταθές.

Στο κελί στο Σαν Βιττόρε, ο κόσμος τσακώνεται ακόμα και αν δεν μπορεί να δει μία ταινία: το κανάλι ήταν πάντα ίδιο, τα έργα επίσης, αλλά η πραγματική επανάληψη ήταν η ίδια η ζωή των συγκελιτών μου! Το "ασήμαντο" είναι η πλευρά που κυριαρχεί στη ζωή της φυλακής. Ή καλύτερα, αυτό που είναι ασήμαντο στην πραγματικότητα γίνεται θεμελιώδες.

Οι παλιές ιστορίες αναφέρονται σε μία κοινωνία (φυλακισμένη) φτιαγμένη από τιμή και σεβασμό. Όμως οι εξεγέρσεις και η καταστροφή των κελιών και των φυλακών, σε μία προοπτική ανατροπής της υπάρχουσας τάξης είναι μία σβησμένη και μακρινή ανάμνηση. Η συστηματική σταθερή παρουσία των εικόνων με αγίους που υπάρχουν πάνω σε τοίχους του κάθε κελιού αλλά και σε κάθε γραφείο με τοίχο γενικά, προσκολλούν τους φυλακισμένους σε ιερούς πατέρες ή τον πάπα και την παναγία, κυριαρχώντας σε κάθε τετραγωνικό μέτρο του τέρατος-φυλακή.

Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους φύλακες και τους κρατούμενους, είναι κάτι περισσότερο από έναν ρόλο λόγω θέσης. Οι φύλακες, όταν άκουγαν τις φωνές που έφταναν στο κελί μου, μιλούσαν με τους ποινικούς για ποιο πράγμα ήταν μέσα ένας και πως ήταν εφικτό να βγεις από τη φυλακή με συγκεκριμένες λογικές προσαρμογής και αποδοχής των νόμων τους. Κάτι σαν βραβείο, αποφεύγοντας το πολλά χρόνια, εκμεταλλευόμενος συγκεκριμένους κανόνες.

Η εξουσία διαιωνίζει την ίδια κυριαρχία μέσω της σταθεροποίησης καθορισμένων άγραφων νόμων που η μάζα των κρατουμένων αποδέχεται. Κάθε ακτίνα έχει ένα "κεφάλι". Κάθε κελί έχει το δικό του "κεφάλι". Όποιος φτάνει πρώτος ή ξέρει να επιβάλλεται, καθορίζει τη ροή των γεγονότων στο κελί. Η αντίληψη αυτής της κατασταλτικής δομής αποτελεί την ψυχοσυμπεριφορά που πρέπει να μπαίνει το κάθε άτομο.

Ο καθένας πρέπει να αρχίσει να προβλέπει σίγουρες όψεις όποιου έχει μπροστά του: "Η φυλακή είναι σαν ένα παλκοσένικο". Όλα στηρίζονται στο ποιος είσαι, τι λες, πώς το λες, ποιον γνωρίζεις.

Οι αισθήσεις μειώνονται: η ακοή αντιλαμβάνεται τις φωνές, το χτύπημα των πορτών και των καταραμένων κλειδιών. Εμποδίζει αυτόν που φτάνει. Αιχμαλωτίζει φωνές που θα μπορούσαν να σου μιλήσουν. Η σίγουρη παράνοια είναι απαραίτητη, ακόμα για να καταλάβεις όποιον σου λέει κάτι, τι θέλει να αντιληφθείς.

Στην Κρεμόνα πριν μπεις στην πτέρυγα σε περνάνε από ανιχνευτή μετάλλων, σε ρωτάνε όνομα και επίθετο, σημάδια από παλιότερους καυγάδες ή μαχαιρώματα. Για μία ολόκληρη εβδομάδα δεν μας έρχεται τίποτα και δεν μαθαίνουμε τίποτα απ’ έξω. Όλα τα γράμματα μου έφταναν με αξιοσημείωτη καθυστέρηση. Αυτοί λένε ότι φταίει το ταχυδρομείο, αλλά όταν περνάω από το ταχυδρομείο που κρατάνε τα πακέτα καταλαβαίνω πως τα σταματάνε επίτηδες! Όλα αυτό υπό το σκληρό έλεγχο της διευθύντριας!

Είσαι πάντα υπό επιτήρηση…

Ο χρόνος υπαγορεύεται από την αργή προφορά της λέξης τονίζοντας κάθε συλλαβή του "συσσιτίου". Από το χτύπημα των κιγκλιδωμάτων και την έξοδο στο τσιμεντένιο προαύλιο. Στην Κρεμόνα αξιοσημείωτο είναι η σταθερή παρουσία, στους διαδρόμους, ρολογιών κολλημένων στους τοίχους, όπου το καθένα έχει διαφορετική ώρα. Στην αρχή δεν καταλάβαινα, αλλά ύστερα το μυστήριο αποκαλύφθηκε: είναι βαλμένα επίτηδες για να σε κάνουν να χάσεις την αίσθηση του χρόνου.

Μερικές φορές όταν η τηλεόραση ανοίξει το πρωί, η οποία ταιριάζει τέλεια μέσα σε ένα σιδερένιο κλουβί χρώματος μπλε, μου φαίνεται σαν να βλέπω στα κανάλια διαφορετική ώρα. Η αμφιβολία και η παράνοια για να ξαναρχίσεις να…

Η πυραμοειδής δομή δεν το κουνάει αν πρώτα δεν εκμηδενιστούν τα νοητικά θεμέλια.

Αυτή είναι η σπατάλη του ανθρώπου!

"Παντού λάσπη, κατακλυσμός θεού μελαγχολικού, ονειρεμένη εικόνα του μελαγχολικού Ιεζεκιήλ".
C. Baudelaire


Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τα φυλακισμένα μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς/Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία - Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο (ΣΠΦ/FAI-IRF)

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Όνειρο μέσα σ’ ένα όνειρο ~ Edgar Allan Poe

 
Δέξου το φιλί αυτό στο μέτωπο!
Και, φεύγοντας μακριά σου τώρα,
Έτσι άφησέ με να ομολογήσω-
Ότι δεν έχεις άδικο, εσύ που θεωρείς
Ότι οι μέρες μου υπήρξαν ένα όνειρο:
Κι όμως κι αν η ελπίδα έχει πετάξει μακριά
Σε μια νύκτα, ή σε μια μέρα,
Μέσα σε μια οπτασία, ή σε καμιά
Είναι ως εκ τούτου λιγότερο χαμένη;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Δεν είναι παρά ένα όνειρο μέσα σ’ ένα όνειρο.


Στέκομαι μεσ' το βρυχηθμό
Μιας κυματοδαρμένης ακτής,
Και μεσ' το χέρι μου κρατώ
Κόκκους απ’ τη χρυσαφένια άμμο-
Πόσο λίγοι! Κι όμως πώς γλιστρούν
Μεσ’ απ’ τα δάκτυλα μου προς την άβυσσο,
Ενώ θρηνώ- ενώ θρηνώ!
Ω Θεέ! Δεν μπορώ να τους συγκρατήσω
Με μια πιο σφιχτή λαβή;
Ω Θεέ! Δεν μπορώ να γλιτώσω
Μονάχα έναν απ’ το ανηλεές κύμα;
Είναι όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε μόνο ένα όνειρο μέσα σ’ ένα όνειρο;