Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Γιώργος Σαραντάρης ~ Γράμματα Σε Μια Γυναίκα


Η γυναίκα:
- Γιατί με ρωτάς για την ψυχή μου; Όταν ακούω τη λέξη ψυχή νιώθω μια άγνοια ασυγχώρητη...


Είπες, και δεν μιλούσες παρά στον εαυτό σου, όταν είμαστε δυο που αντικρίζουμε τον θάνατο, κλέβουμε ο ένας απ' τον άλλον κάποια ελπίδα, κάποια ισχνή βεβαιότητα στην υπόσταση μιας ακέραιας ουσίας που δεν καταστρέφεται ποτέ. Αντλούμε θάρρος μακριά απ' την εικόνα μας, προσποιούμενοι πως θεσπίζουμε μια θεσπέσια ανυποψίαστη στους πολλούς αφάνταστα πλατιά ύπαρξη· όπου χωράμε εγώ και εσύ, και ίσως ακόμα όσοι τρέφουν συμπάθεια προς εμάς. Μας φαίνεται πως εκείνο το ίδιο δέος, που άξαφνα αποκαλύπτεται όταν ατενίζουμε την μοναξιά μας, τώρα μας αγναντεύει και μας πολιορκεί αλλάζοντας όψη, παίρνοντας ένα πιο ήπιο πρόσωπο, και γίνεται σεβασμός σε μια οντότητα πληρέστερη, άρα πιο ήσυχη, διάφορη απ' τον εαυτό μας. [...]

Από τους δυό μας λείπει η ενιαία πνοή, ο ίδιος συλλογισμός γύρω απ' τα εγκόσμια. Μας ένωσε μια αμφίβολη ομοιότητα στις ψυχές. Η στέρηση από γόνιμο έδαφος, που νιώθαμε κάτω απ' τα πόδια, καταστάλαξε στα βλέμματά μας που τη σύμπτωση πόνου έκριναν αμοιβαία συμπάθεια. Αλλά τα πράγματα έχουν σαφώς τεθεί από τον Πλάστη, μπορεί για τα καθέκαστα να επαρκεί ο κοινός μόχθος, μόνοι όμως αντιμετωπίζουμε το παν, δηλαδή το δίχως πρόσωπο σύμπαν. [...]

Είσαι ελεύθερη. Δεν σ' έχω στην κατοχή μου. Όταν μου ομολόγησες πως πιότερο απ' όλα λατρεύεις την ελευθερία σου, ένιωσα πως άθελά μου είχα γυρέψει να σου την αφαιρέσω, αλλά ύπουλα, που σ' έβλεπα να μην προσέχεις, βυθισμένη σε μια υπέρμετρη χαρά ή σε μια απέραντη θέα, να βγαίνεις από το ίδιο σου πνεύμα ν' αφοσιώνεσαι σε μια ζωή σταματημένη. Έδιωχνες από το το είναι σου την αληθινή ευφυΐα του, παρατούσες εκείνη τη δύναμη που διαρκώς σε ανανεώνει και σε δείχνει έτοιμη και παρούσα. Σε ώθησα προς την περιπέτεια προς το όραμα, και ίσως μέσα μου έτρεμε μια ελπίδα, να παραμείνεις εκεί, να μη σου είναι βολετό να επιστρέψεις, μάταια να συσπείρεσαι όταν σε κεντρίζει η νοσταλγία. Και η ανάμνηση ακόμα να σου 'φευγε. 

Αλλά εσύ δεν δίνεσαι. Βασανίζεσαι να δοθείς, αλλά δεν σ' αφήνει κάποιος άνεμος, κάποια φούρια που σηκώνεται από τα σπλάχνα σου, όταν πάει να μεστώσει ένας δικός σου πόθος για ηδονή για μέθη που λιγώνει το σώμα και το πνεύμα. Δεν χαίρεσαι μια τελειωμένη ανθρώπινη χαρά, δεν πάσχεις ένα τίμιο συμμετρικό πάθος. Δεν παίρνεις από τα χάδια που έχουν οι μέρες οι κλειστές, οι μέρες που μοιάζουν δωμάτια για γάμο και γιορτή. Ακολουθείς μια γραμμή που συστρέφεται γύρω απ' τον εαυτό σου και λάμπεις, σπέρνεις φως, αλλά η φωνή σου είναι χλωμή. Θέλεις τη βοήθεια του πλησίον, γιατί δεν ξέρεις από έργα δεν γνωρίζεις από θεωρία που να υπερβαίνει τον χρόνο και τους ανθρώπους.[...]

Στην επιθυμία να σφίξουμε τις σχέσεις μας όσο εκεί που δεν παίρνει, στον πόθο ν' απολαύσουμε την ηδονή που τα σώματά μας φανερά υποσχόντουσαν το ένα στο άλλο, τέλος το λεπτό αίσθημα της διαφοράς ανάμεσά μας, διαφορά δυο υποστάσεων, που μας άγγιζε ύστερα απ' τις ειλικρινέστερες εκμυστηρεύσεις απ' την πιο εξαντλητική απογύμνωση, απ' την ασυνείδητη και αφελέστατη τάση να ταιριάξουν οι αναπνοές μας, σαν γοητεία που τη σκόρπισε ο αγέρας, σ' όλες λοιπόν αυτές τις σκιές αισθημάτων έτρεχε ένα ρίγος, στον ουρανό τους σαν σύννεφο ταξίδευε η ακαθόριστη μυρωδιά της σάρκας, που δεν είναι πια σάρκα γιατί έγινε λαχτάρα και ψυχική δόνηση.
Ο λυρισμός δεν είναι άλλο πατά η πλέρια αισιοδοξία μας.

Από τη φύση σου φεύγεις, τώρα που νιώθεις πως υπάρχεις. Τώρα καταλαβαίνεις το φοβερό εμπόδιο του χρόνου, την αναπότρεπτη μικροπρέπεια του θανάτου και ποθείς την προσήλωση σε τούτη την αλήθεια, σ' αυτό τον εαυτό σου που βγήκε ξαφνικά από το χάος, και γέμισε με την πεποίθησή του σαν ογκώδες φως το κενό, προίκισε μ' ένα μοναδικό παλμό μια καρδιά που πήγαινε να ξεψυχήσει.

Σαν μια σιγή υπήρξες στο παρελθόν, τώρα μετουσιώθηκες, και παρδαλή εικόνα του βίου σου βλέπεις τις χθεσινές αγάπες. Γιατί ο εαυτός σου δεν πλαγιάζει εκεί, τρέχει μπροστά και αυθόρμητα σηκώνεται να τον προφτάσεις, για να είσαι εσύ, να είσαι συ πριν σκορπιστεί η πίστη, κάθε πίστη, από το σύμπαν.

Τώρα δεν έχεις πια καμώματα, δεν κρύβεσαι, δεν οπισθοχωρείς. Γιατί στον ανοιχτό αγώνα η τύχη σου, ο αγώνας η τύχη σου ευγενική συμπεριφορά θ' αναδείξουν. Κι η μοναξιά σου, αν χαθεί η ειδή σου, σαν άγαλμα θα παραμείνει.

- Σήμερα δεν αγαπάω πια - το είπες με παράξενη σκληρότητα, προσπαθώντας να μη με κοιτάξεις, τόσο φοβόσουνα να διαβάσεις στα μάτια μου μια έκπληξη που θα ήταν και η δική σου. Αλλά, αν δεν είδα το βλέμμα σου, μολαταύτα σε πίστεψα, είχε τέτοιο χρώμα η μιλιά σου, τέτοιο βάρος η σιωπή που ακολούθησε τα λόγια, ώστε εγώ δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Έστρεψα όλη μου την προσοχή στη μορφή σου θέλοντας ν' αγκαλιάσω την υπόστασή σου, να δω αν ολάκερη έφεγγε στο σημείο που έδειχνα τα λόγια. Τότε κατάλαβα την ειλικρίνειά σου και τον τρόπο της. Ένιωσα την πραγματικότητα που έθιγε η διάθεσή σου.

- Σήμερα δεν αγαπάω πια - Ήθελες να πεις πως αγαπάς τον εαυτό σου, τον προορισμό σου. Αλλά έναν εαυτό σου που δεν είναι άλλο παρά ο εαυτός σου (κι όχι η αυταπάτη της ενότητας ενώ είμεθα δυο, που δημιουργεί ο έρωτας), έναν προορισμό γύρω από ένα πρόσωπο, το δικό σου. Και γιατί μ' εκτιμούσες, γιατί με τοποθετούσες πάνω απ' τον εαυτό σου τις στιγμές που έπαυες να σκέφτεσαι και επέστρεφες στο παλαιό σου ήθος, γι' αυτό επέμενες στη γνώμη σου χωρίς σχεδόν καμιά μελαγχολία γυναικεία.
- Εσύ δεν μ' αγαπάς - Σα να ζητούσες να φέρεις τα πράγματα στη θέση τους, να διευθύνεις και εμένα και εσένα εκεί όπου άλλωστε αύριο θα μας οδηγούσε μόνος του ο οίστρος μας, μακριά από αγάπη και έρωτα, στο έργο. [...]

Θα μάθουμε μαζί να σωπαίνουμε, ο ένας θα διδάξει στον άλλο τη διάκριση του ανθρώπου αγνάντια στη μυστική πνευματική τροφή του, εκείνο το δυσκατάληπτο σεβασμό προς τα μελλούμενα, που και οι δυο αγνοούμε. Ο καθένας από κάποιον καιρό στοχάζεται την περιωπή του άλλου, κι όταν ακόμα ο νους του πέφτει κάθετα στον εαυτό του, λογαριάζει τον άλλο, γιατί ο άλλος, ο αναντικατάστατος άλλος, πλημμυρίζει τη σκιά όπου το είναι μας περνάει θερμαίνει με την παρουσία του μια ατμόσφαιρα που, αλλιώς, δεν θα άχνιζε τέτοιαν ευθυμία τέτοια μετρημένη αναπαυμένη χαρά. Και εσύ οφείλεις να το ξέρεις, μόνοι μας σκάβουμε τη χαρά, αλλά απροκάλυπτη και ιλιγγιώδη σαν άβυσσο. [...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου