Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Γιώργος Μακρής ~ Απόσταση


Πνιγόντουσαν τα λόγια σπρώχνοντας

Μια πέτρα στο στόμιο της πηγής τους

Κι οι δαυλοφόροι μέσα στο προαύλιο

Πρέπει να είχαν σβήσει τους δαυλούς τους

Από φόβο
μήπως το φώς γίνει στο τέλος η αίτια.

Κι οι δαυλοφόροι ήτανε πάντα ανύπαρκτοί

Ούτε το προαύλιο ξέρουμε να υπάρχει.

Όμως υπήρχε φως και κάποιος φύσηξε τη φλόγα

Ίσως οι δαυλοφόροι που κοιμήθηκαν.


Είμαστε πάντα εκεί

Που κρέμεται το κινητό σκοτάδι

Εκεί που οι διαστάσεις πρέπει να συγχέονται

Και αμφιβάλουμε αλήθεια αν είναι υπαρκτές.


Είμαστε πάντα εκεί
Που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές

Ο αγώνας τους και μείς για να παρατηρούμε.

Έχουμε την απόλαυση του θεάματος
Μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών

  Όπου αέναα τον άνεμο δολοφονούν

Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.


Οι νυχτερινές θάλασσες φοράνε την πρωινή

Μάσκα της καλοσύνης.

Οι ημερήσιες θάλασσες φοράνε τη νυχτερινή

Μάσκα της κακίας.

Και μείς στη γέφυρα του τρίτου ποταμού

Που το πρωί στις όχτες του ξερνιούνται οι πνιγμένοι

Δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό τους.

Ούτε και τα δικά μας πρόσωπα δεν ξέρουμε καλά

Ούτε να τα μαντεύσουμε μπορούμε

Όσο και αν σφίξουμε τα χέρια μας χωρίζει

Τις επιφάνειες μιας ποσότητα ανέμου.


Οι δαυλοφόροι έπεσαν να κοιμηθούν γι’ αυτό το λόγο

Και μείς γυρίζουμε την πλάτη σε κάθε μια πνοή φωτός

ή και χαμογελάμε.

Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό

Και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα

Που πνίγηκε μέσα σ’ έναν καθρέφτη.

Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες

ή ο αέρας πήξει σ’ έναν ήχο

Πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου