Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Τ' όνειρό μου πέθανε ~ Ναπολέων Λαπαθιώτης

Τ’ όνειρό μου πέθανε χθες αργά το βράδυ
Μόνος τώρα κι έρημος τι μπορώ να πω;
Κι όμως το `ξερε καλά το βαθύ του χάδι
Πόσο τ’ αγαπώ...

Μου κρατούσε συντροφιά στις βαριές τις ώρες
Που τις τρέμει μοναχή κάθε μια ψυχή
Κι όσο το `χει δίπλα της ας κυλούν οι ώρες,
Δεν μ’ ανησυχεί.

Τ’ όνειρό μου πέθανε χθες αργά το βράδυ
Πες, δεν έζησε ποτέ, μην τ’ αναπολείς
Μα ο καιρός μου που `χασα στο δικό του χάδι
Τώρα είναι πολύς...
1967

Emily Dickinson ~ Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα

Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα
Η Στεριά, απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα
Η Έκσταση, απ’ την οδύνη
Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό
Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο
Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι...

Ενδύματα ~ Κ. Π. Καβάφης

Μέσα σ' ένα κιβώτιο ή μέσα σ' ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου.
Tα ρούχα τα κυανά. Και έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Και κατόπιν τα κίτρινα. Και τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα.
Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη.
Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ' ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία.
Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή - που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη.
Όλως διόλου τελειωμένη. Tα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης. Όλα τα κεριά καμένα ως το τέλος. Όλο το κρασί πιωμένο.
Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Μερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κ' εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν...

Herman Broch ~ Οι υπνοβάτες ΙΙ

Ο έρωτας είναι η μεγάλη αποξένωση: υπάρχουν δύο άνθρωποι που είναι σα να ζουν σε δυο αστέρια και κανείς τους δεν είναι δυνατόν να ξέρει τίποτα για τον άλλον. Και ξαφνικά η απόσταση καταργείται και βρίσκονται χαμένοι ο ένας στον άλλο, έτσι που δεν γνωρίζουν πια τίποτα ούτε για τον εαυτό τους, μα ούτε ο ένας για τον άλλο και ούτε χρειάζεται. Αυτό είναι ο Έρωτας.

Τόλης Νικηφόρου ~ Πένθος

Πενθώ
Για κείνους που πεθαίνουν σε τέσσερις τοίχους
Για κείνους που ξεχάσανε
Κι εκείνους που συμβιβαστήκαν

Πενθώ
Για τα παιδιά που εξαργυρώνουν
Το ρούχο της νιότης
Για τους βασανιστές και τους ηγεμόνες
Όσους καταδιώκουν τη δική τους ελπίδα

Πενθώ
Για τις γυναίκες που δίνουν μόνον ηδονή
Μέσα στη νύχτα που μακραίνει
Χωρίς να θαμποφέγγει χάραμα

Πενθώ ακόμα
Για την ανώφελη θυσία των επιγόνων της φωτιάς
Για τις θλιμμένες μέρες των δειλών
Το θανάσιμο τίμημα της ήρεμης ζωής...

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Στο παιδί μου ~ Μανόλης Αναγνωστάκης

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο
Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας
Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά...
Συλλογή Ο στόχος, 1970

Άρης Αλεξάνδρου ~ Ανατολή ηλίου

Ήταν η ώρα που επρόκειτο να ανάψουμε οι φανοστάτες. Δεν είχε καμιά αμφιβολία, το 'ξερε πως όπου να 'ναι θα ανάβανε, όπως και κάθε βράδυ άλλωστε. Πήγε και στάθηκε στη διασταύρωση, για την ακρίβεια στη νησίδα ασφαλείας, για να δει τους φανοστάτες να ανάβουν ταυτόχρονα, τόσο στον κάθετο, όσο και στον οριζόντιο δρόμο.
Με το κεφάλι ασάλευτο, έστριψε το δεξί του μάτι δεξιά, το αριστερό του αριστερά. Περίμενε, μα οι φανοστάτες δεν ανάβανε. Τα μάτια του κουράστηκαν, άρχισαν να πονάνε, σ' εκείνη την άβολη στάση. Σε λίγο δεν άντεξε και έφυγε.
Ωστόσο, το επόμενο σούρουπο, πιστός στο καθήκον, πήγε και ξαναστάθηκε στη νησίδα του. Οι φανοστάτες και πάλι δεν ανάψανε, ούτε εκείνο το βράδυ, ούτε τις άλλες νύχτες μα τα μάτια του συνήθιζαν λίγο λίγο, δεν κουράζονταν πια, δεν πονούσαν.
Και κάποτε, εκεί που στεκόταν και περίμενε, χάραξε εντελώς ξαφνικά. Εντελώς ξαφνικά, είδε τον ήλιο να ανατέλλει, ταυτόχρονα, απ' τον κάθετο δρόμο κι απ' τον άλλον τον οριζόντιο...

Παρίσι, 1971

Το κρασί των δειλών ~ Μενέλαος Λουντέμης

Αύριο περιμένω δίκη, του λέει πατρικά.
Ποινή μου εκατό τα εκατό θα 'ναι ο θάνατος.
Θα μπορούσα να κάνω όχι ένα μέτρο πίσω, αλλά ένα εκατοστό... και θα γλίτωνα.
Αλλά τότε τι θα μου μείνει Βόβα;
Βόβα... αν το ιδανικό μας ήταν τόσο φτηνό που να μπορούσε να το εγκαταλείψει ο άνθρωπος τόσο εύκολα τότε τι ιδανικό θα ήταν;
Εδώ μια ποδοσφαιρική ομάδα εγκαταλείπεις και σε περιφρονούν.
Πώς μπορείς να εγκαταλείψεις ολόκληρο ''πιστεύω'';
Όχι, Βόβα. Θα πεθάνουμε και μεις γι' αυτό το ιδανικό, για να το κάνουμε ακόμη πιο ακριβό.
Τόσο ακριβό που να αποφασίσουν να πεθάνουν κι άλλοι άνθρωποι για χάρη του.
Και τότε θα γίνει τέλειο...

Αργύρης Χιόνης

Όμως αυτό που πιο πολύ τσακίζει τον φονιά
Είναι η απάθεια των θυμάτων του
Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο λίγο του αντιστέκονται
Τόσο πιο έτοιμα είναι να πεθάνουν
Με φρίκη διαπιστώνει ο φονιάς ότι, σε λίγο
Θα σκοτώνει μόνο πεθαμένους...

Arthur Schopenhauer ~ Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο

Δεν υπάρχει γνώμη, όσο παράλογη κι αν είναι, που να μην την αγκαλιάσουν αμέσως οι άνθρωποι μόλις πεισθούν ότι είναι γενικά αποδεκτή. Το παράδειγμα επενεργεί στις σκέψεις όπως και στις πράξεις τους. Είναι σαν τα πρόβατα που ακολουθούν το προπορευόμενο με το κουδούνι, όπου κι αν τους οδηγήσει. Είναι γι’ αυτά ευκολότερο να πεθάνουν παρά να σκεφτούν. Είναι περίεργο το πόσο μεγάλη επίδραση μπορεί να έχει η γενική αποδοχή μιας γνώμης στους ανθρώπους, παρόλο που η προσωπική τους εμπειρία μπορεί να τους προειδοποιεί ότι η αποδοχή της είναι μια ανόητη και καθαρά μιμητική διαδικασία. Όμως αυτή η προειδοποίηση δεν γίνεται ποτέ, κυρίως γιατί τους λείπει η οποιαδήποτε αυτογνωσία.
Αυτό που ονομάζουν κοινή γνώμη δεν είναι παρά η γνώμη δύο ή τριών προσώπων. Και θα πεισθούμε γι’ αυτό αν παρακολουθήσουμε τον τρόπο με τον οποίο προέκυψε μια τέτοια γενικά αποδεκτή γνώμη. Θα ανακαλύψουμε μόνο δύο ή τρία άτομα αποδέχτηκαν στην αρχή ή προώθησαν και διατήρησαν αυτή τη γνώμη. Κι ότι ο υπόλοιπος κόσμος τους έκανε τη χάρη να πιστέψει ότι την είχαν εξετάσει απ’ όλες τις πλευρές. Η οκνηρία τους έκανε να θεωρήσουν ότι ήταν καλύτερο να πιστέψουν αμέσως, παρά να μπουν στον κόπο να ερευνήσουν το ζήτημα μόνοι τους.
Αυτό που απεχθάνονται στους ανθρώπους που σκέφτονται διαφορετικά δεν είναι τόσο οι διαφορετικές γνώμες που εκφράζουν, όσο το θράσος τους να θέλουν να σχηματίσουν τις δικές τους απόψεις. Κάτι που οι ίδιοι ποτέ δεν κάνουν, έχοντας απόλυτη συναίσθηση της αδυναμίας τους. Unusquisque mavult credere quam judicare (οι άνθρωποι προτιμούν να πιστεύουν παρά να κρίνουν). Ελάχιστοι είναι αυτοί που έχουν την ικανότητα να σκέφτονται, γνώμες όμως θέλουν να έχουν όλοι. Και η εύκολη λύση είναι αυτές τις γνώμες να μην τις δημιουργούν οι ίδιοι, αλλά να τις παίρνουν έτοιμες από άλλους. Κι αφού έτσι έχουν τα πράγματα, ποια αξία μπορεί να έχει η γνώμη ακόμη και εκατό εκατομμυρίων ανθρώπων;
Ο όχλος έχει πολλές ανοησίες στο κεφάλι του και είναι πρακτικά αδύνατο να αντιμετωπιστούν...

Friedrich Nietzsche ~ Ιστορία και ζωή

Ασφαλώς χρειαζόμαστε την ιστορική γνώση, τη χρειαζόμαστε όμως αλλιώτικα απ’ ό,τι τη χρειάζεται ο καλομαθημένος αργόσχολος μέσα στον κήπο της γνώσης.
Εμείς τη χρειαζόμαστε για τη ζωή και για την πράξη και όχι για το βολικό αποτράβηγμα από τη ζωή και την πράξη ή, ακόμη χειρότερα, για τον εξωραϊσμό της φίλαυτης ζωής και της δειλής και φαύλης πράξης.

George Carlin

Όσο αφορά τις μαλακίες, τις μεγάλου διαμετρήματος μαλακίες ολκής, δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις με δέος τον πρωταθλητή όλων των εποχών στις ψεύτικες υποσχέσεις και τους παρατραβηγμένους ισχυρισμούς, τη θρησκεία.
Εκτός ανταγωνισμού. Εκτός ανταγωνισμού!
Η θρησκεία. Η θρησκεία έχει μακράν την καλύτερη ιστορία μαλάκυνσης όλων των εποχών. Σκεφτείτε το. Η θρησκεία έχει πείσει τον κόσμο ότι υπάρχει κάποιος αόρατος άνθρωπος, που ζει στον ουρανό, που παρακολουθεί το κάθε τι που κάνεις, κάθε λεπτό της κάθε μέρας.
Και ο αόρατος άνθρωπος έχει μία λίστα με δέκα συγκεκριμένα πράγματα που δεν θέλει να κάνεις. Και αν κάνεις ένα από αυτά τα πράγματα, θα σε στείλει σε ένα ειδικό μέρος, με φωτιές που καίνε και καπνούς και βασανιστήρια και αγωνία όπου θα ζήσεις για πάντα, και θα υποφέρεις, και θα καίγεσαι, και θα ουρλιάζεις, εις τους αιώνες των αιώνων.
Αλλά σε αγαπά!
Σε αγαπά… Σε αγαπά, και χρειάζεται λεφτά…

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Τα απαγορευμένα πουλιά ~ Eduardo Galeano

Το 1976, σε μια φυλακή με το όνομα "Ελευθερία"...

Οι πολιτικοί κρατούμενοι της Ουρουγουάης δεν μπορούν να μιλούν χωρίς άδεια, να σφυρίζουν, να χαμογελούν, να τραγουδούν, να βαδίζουν γρήγορα ή να χαιρετούν άλλον κρατούμενο.
Ούτε μπορούν να ζωγραφίζουν ή να λάμβάνουν ζωγραφιές με εγγύους γυναίκες, ζευγάρια, πεταλούδες, αστέρια ή πουλιά.
Ο Ντιντοσκό Πέρες, δάσκαλος, που βασανίστηκε και φυλακίστηκε επειδή είχε "ιδεολογικές ιδέες", δέχεται μια Κυριακή επίσκεψη της κόρης του Μιλάι, πέντε ετών.
Το κορίτσι του φέρνει μια ζωγραφιά με πουλιά. Οι λογοκριτές τη σχίζουν στην είσοδο της φυλακής.
Την επόμενη Κυριακή, η Μιλάι του φέρνει μια ζωγραφιά με δέντρα. Τα δέντρα δεν απαγορεύονται και η ζωγραφιά περνάει.
Ο Ντιντοσκό την παινεύει για το έργο της και την ρωτά για τους μικρούς χρωματιστούς κύκλους που φαίνονται πάνω στα δέντρα, πολλοί μικροί χρωματιστοί κύκλοι ανάμεσα στα κλαδιά:
- Είναι πορτοκάλια; Τι φρούτα είναι;
Η μικρή τον κάνει να σωπάσει.
- Σσσστ.
Και συνωμοτικά του εξηγεί:
- Χαζούλη, δε βλέπεις ότι είναι μάτια; Τα μάτια των πουλιών που σου έφερα κρυφά.


Από το βιβλίο του Εντουάρντο Γκαλεάνο Días y noches de amor y de guerra (Μέρες και Νύχτες αγάπης και πολέμου, 1976).

Το όνειρο της εφηβικής μου ηλικίας ~ Renzo Novatore

Το παρακάτω κείμενο έχει γραφτεί υπό το ψευδώνυμο Sibilia Vane.

Έτσι, η σοφία της σάπιας δειλίας ούτε χλευάζει ούτε σκανδαλίζει την ηλίθια αγνότητα των ευπρεπών νεαρών δεσποινίδων.

Είμαι μια πρόωρα ανεπτυγμένη έφηβη που, μετά από ένα μεγάλο ταξίδι μέσα από τους φωσφορίζοντες λαβυρίνθους των πιο τρομακτικών βαθών, ξανασκαρφάλωσα στην κορυφή για να τραγουδήσω το περήφανο και ιερόσυλο τραγούδι της τόσο νέας ακόμα και τόσο ελεύθερης ζωής μου στον ήλιο.

Κάποιος μου είπε : ”Θα γίνεις γυναίκα, ύστερα σύζυγος και μετά μητέρα!…”

Έτσι αποκρίθηκα με μια ερώτηση : Τι σημαίνει το γυναίκα, σύζυγος και μητέρα; Δεν θα σας πω τι μου απάντησαν. Το μόνο που ξέρω είναι πως όταν το σκέφτομαι γελάω, ναι, ακόμα γελάω. Ο έρωτας γίνεται αντιληπτός ως μία αποστολή!; Η γυναίκα ως σύζυγος και μητέρα; Όχι, όχι, όχι! Δεν θα γίνω σύζυγος, δεν θα γίνω μητέρα! Η εξέγερση μου δεν μπορεί να σταματήσει στη μέση ή να κείναι μάταιη. Η εξέγερση μου πετάει τα βέλη της – πέρα από την οικογένεια – και ενάντια στη φύση. Δεν θέλω να γίνω σύζυγος, δεν θέλω να γίνω μητέρα. Όχι, όχι, όχι!

Χτες, το απόγευμα, ξεγυμνώθηκα μπροστά από τον καθρέφτη και κοιταζόμουν για πολύ ώρα. Είδα το σάρκα μου τυλιγμένη σε μια σκιά από το φως, που τρεμόπαιζε ελαφρώς. Δεν ξέρω ακριβώς το γιατί, αλλά μου φάνταζα αξιολάτρευτη…

Το φουσκωμένο στήθος που ανυψώνεται υπέροχα στον κόρφο μου, ένας πάνλευκος θησαυρός. Η επίπεδη, στρογγυλή μου κοιλιά, έδινε την εντύπωση πως ήταν κάτι που έχει διαπλαθεί με το καλύτερο φίλντισι από τα θαυματουργά χέρια ενός θεϊκού καλλιτέχνη.

Έλυσα τις ξανθές μπούκλες μου πάνω στην καμπυλωτή λιτότητα των όμων μου και κύκλωσα τις υγρές μου βλεφαρίδες ελαφρώς με βιολετί και μαύρο. Το χνούδι που επιστέγαζε την κατώτερη κοιλότητα της κοιλιάς μου έμοιαζε σαν ένα χρυσό φτερό στην ιερή ράχη των αγγέλων του παραδείσου. Το ερυθρό στόμα μου φάνταζε σαν ένα σκισμένο ρόδι, ανοιχτό στα κίτρινα χάδια του ήλιου.

Πλησίασα τον καθρέφτη και φίλησα ηδονικά τα αντικατοπτριζόμενα χείλη μου.

Δεν ξέρω αν έχω φιλήσει ποτέ οτιδήποτε πιο έντονα στη ζωή μου από, χθες το απόγευμα, όταν επιθυμούσα να είμαι άντρας έτσι ώστε εγώ η ίδια να ξαπλώσω το λευκό παρθένο κορμί μου, το οποίο μου αποκάλυψε το μυστήριο στον καθαρό καθρέφτη, πάνω στο κρεβάτι.

Αλλά η ιδέα της επαφής παρήγαγε μια άλλη ιδέα. Κάθε σκοπός έχει μια επίδραση…

Ξάπλωσα νωχελικά στο κρεβάτι. Οι κρόταφοί μου χτυπούσαν σα σφυριά. Το αίμα έβραζε μέσα στις φλέβες μου. Ίσως να παραληρούσα…

Ξέρω πως είχα τα μάτια μου κλειστά και δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά σκοτάδι. Αλλά μέσα στο σκοτάδι είδα έναν άλλο καθρέφτη. Τον καθρέφτη της φαντασίας, ο οποίος έδειχνε την πραγματικότητα. Κοιτάχτηκα. Είδα την όμορφη, στρογγυλή, γυαλιστερή κοιλιά μου τρομαχτικά πρησμένη, με, στο κέντρο της, μια συμμετρική γραμμή μαυροκίτρινου χρώματος η οποία έδινε την γλοιώδη εντύπωση ενός μικρού φιδιού απλωμένου σε έναν ογκώδη σάκο γεμάτο με ξερόχορτα. Τότε είδα επίσης τα θαυμάσια, λευκά μου στήθη να κρεμάνε και να ζαρώνουν… Ήμουν μητέρα!

Ένα μισητό κουτσούβελο ρούφηξε άπληστα το αίμα μου, λεηλάτησε τη νιότη μου, κατέστρεψε ανελέητα την θεϊκή ομορφιά μου, που ήλπιζα να είναι αθάνατη. Η επιθυμία του χθεσινού απογεύματος ήταν παρελθόν, αλλά ο εφιάλτης παρέμεινε.

Μητέρα… Τι υποτίθεται πως σημαίνουν όλα αυτά; Το να δίνεις παιδιά στο είδος περισσότερους σκλάβους στην κοινωνία, περισσότερους εγκατελειμένους στον πόνο.

…Μητέρα… Σύζυγος…

Αυτοί είναι λοιπόν οι στόχοι του έρωτα;

Αχ, η παλιά μαγεία της ηθικής, τα παλιά ψέμματα της γερασμένης ανθρωπότητας.

Όχι, δεν θα γίνω ποτέ γυναίκα κανενός, δεν θα δώσω ούτε ένα παιδί στο είδος. Ποτέ! Η ζωή είναι πόνος. Η ανθρωπότητα είναι ένα ψέμα. Οποιοσδήποτε καταδέχεται να διαιωνίσει το είδος είναι εχθρός της αγνής ομορφιάς.

Η ανθρωπότητα είναι μία φυλή που πρέπει να ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ!

Ο ατομικισμός πρέπει να σκοτώσει την κοινωνία, η ευχαρίστηση πρέπει να στραγγαλίσει τον πόνο. Ας αφήσουμε τη μετάνοια και τον πόνο να πεθάνει, να πνιγούν σε ένα τελευταίο όργιο χαράς. Παραδώσου στην τρελή χαρά του να ζεις, εσύ που αγαπάς τη ζωή, εσύ που αγαπάς το τέλος.

Γιατί θα έπρεπε το μέλλον να έχει σημασία; Τι σημασία έχει το είδος για σένα;

Εμπρός, εσείς που έχετε ανακαλύψει τους εαυτούς σας, ας κάνουμε τον κόσμο μια γιορτή, ας κάνουμε τη ζωή, ένα όργιο έρωτα στο λυκόφως. Για αυτούς που προέρχονται από τις αβύσσους του κοινωνικού ψεύδους όπου προσκολλούνται οι ρίζες του ανθρώπινου πόνου, η χαρά πρέπει να είναι ένα τέλος και το τέλος ο ύψιστος στόχος.

Δεν θέλω να έχω ένα παιδί που καταστρέφει την ομορφιά μου και μαραίνει τη νιότη μου.

Δεν θέλω να έχω μια οικογένεια που περιορίζει την ελευθερία μου. Δεν θέλω έναν άνοστο, ζηλόφθονο και κτηνώδη σύζυγο που, ως αντάλλαγμα για ένα κομμάτι ψωμί, εμποδίζει τις λυρικές πτήσεις του πνεύματος μέσα από τις πιο θεϊκές και αμαρτωλές τρέλες της πολυτέλειας και της ηδονής που προσφέρουν στη σάρκα οι πολλαπλοί εραστές.

Δεν αγαπώ τους συζύγους και ίσως ούτε καν τους εραστές.

Αγαπώ την απόλαυση και τον έρωτα.

Αλλά ο έρωτας είναι ένα λουλούδι που βλασταίνει στα χείλη των ανδρών.

Όταν πλησιάσω τα χείλη τους για να συλλέξω τον διεστραμμένο ανθό του έρωτα, θα το κάνω μόνο για τη δική μου ευχαρίστηση και μόνο.

Το να αγαπάς τον άλλο είναι πάντα περιττό και μερικές φορές ηλίθιο.

Είναι αρκετό το να αγαπάς τον εαυτό σου. Είναι αρκετό το να ξέρεις πως να αγαπάς τον εαυτό σου. Και εγώ θα ξέρω πως να αγαπάω τον εαυτό μου τόσο πολύ, ω τόσο πολύ!

Θα αγαπώ τον εαυτό μου γυμνή μπροστά από τον καθρέφτη το απόγευμα. Θα λατρεύω τον εαυτό μου γυμνή στη μπανιέρα το πρωινό. Θα είμαι γυμνή και μεθυσμένη στην αγκαλιά των εραστών μου.

Η ανθρωπότητα βαδίζει στον δρόμο του πόνου ώστε να διαιωνιστεί. Εγώ βαδίζω στο μονοπάτι της απόλαυσης γιατί ψάχνω το τέλος.

Βαδίζω προς την ανατολή, βαδίζω προς τη δύση. Θέλω να βαδίσω πέρα από τα μονοπάτια ανά τον κόσμο, συλλέγοντας τους ανθούς του έρωτα, της χαράς και της ελευθερίας.

Αγαπώ τα μαύρα καλσόν και αυτά στο χρώμα του δέρματος. Τα μεταξωτά εσώρουχα λευκού ή κόκκινου χρώματος. Τα παπούτσια από λάστιχο και εκλεπτισμένα υλικά. Τα μπάνια με νερό αρωματισμένο από οξαλίδα και κολώνια. Το άρωμα από Cotty και τα μπουκέτα με τριαντάφυλλα.

Θέλω να διασχίσω τα μονοπάτια του κόσμου, συλλέγοντας τους ανθούς του έρωτα, της χαράς και της ελευθερίας.

Θα τσακίσω τα φύλλα από τις φλαμουριές, θα συλλέξω μίσχους από υδραγεία, κλαδιά γλυσίνας και ανθούς πικροδάφνης, για να ετοιμάσω το αρωματισμένο κρεβάτι του έρωτα μου.

Και θα γίνω η ερωμένη των αλητών και των κλεφτών. Και θα γίνω το ιδανικό των ποιητών.

Επειδή δεν θέλω να δώσω τίποτα στην πατρίδα, στο είδος και στην ανθρωπότητα.

Θέλω να μεθύσω στην πηγή της απόλαυσης, της λαγνείας και της ηδονής. Θέλω να καταβροχθιστώ ολοσχερώς από την πυρά του έρωτα.

Δεν θέλω να γίνω μητέρα, δεν θέλω να γίνω σύζυγος. Όχι, όχι, όχι!

Αρωματισμένα κρεβάτια, φιλιά εραστών και μουσική από τρελά βιολιά. Χοροί και τραγούδια.

Ξέρω θα με αποκαλέσεις τρελή και ανώμαλη. Θα με αποκαλέσεις πουτάνα.

Αλλά αυτά είναι παλιά και αδύναμα επιφωνήματα που δεν έχουν πια καμιά επίδραση σε μένα.

Είμαι η πρόωρα ανεπτυγμένη έφηβη που, αφότου περιπλανήθηκα στις πιο τρομερές αβύσσους του βάθους, ξανασκαρφάλωσα στην κορυφή για να τραγουδήσω το ιερόσυλο τραγούδι της ελεύθερης ζωής στον ήλιο.

Μια ζωή ομορφιάς και δύναμης, μια ζωή τέχνης και έρωτα, πηγή της θεϊκής αμαρτίας, αναβλύζει στην ιερή όαση του ηδονισμού.

Αρκετά τώρα με τα επιληπτικά παραληρήματα του πνεύματος.

Τίποτα δεν ανήκει στην παγανιστική ομορφιά περισσότερο από το νεανικό μου κορμί.

Αχ έρωτα, πάρε με να πετάξουμε…

Renzo Novatore



To παραπάνω κείμενο παρουσιάστηκε στην Αρκόλα της Ιταλίας, το 1921. Η μετάφραση του κειμένου έγινε από τα φυλακισμένα μέλης της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς.

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Σαν όνειρο στον ύπνο σου το βαθύ
Σαν μια κραυγή από το υποσυνείδητό σου
Το εγκαταλελειμμένο σου εγώ
Άκουσες φωνές που στην αρχή δεν τις πίστεψες
Μιας και πάντα έμπλεκες την πραγματικότητα με την αρρωστημένη σου φαντασία
Φωνές που σου έλεγαν πως όλη σου τη ζωή την έζησες μέσα στις πλάνες
Τα απατηλά όνειρά σου που δεν κατάφερες να πραγματοποιήσεις
Τον εαυτό σου που δεν κατάφερες στο ελάχιστο να αναπτύξεις
Το ξέρω πως είχες όνειρα πολλά, ήθελες να κάνεις πράγματα στη μίζερη ζωή σου
Μα κατέληξες μόνος και δυστυχισμένος
Χωρίς να μπορείς με κανέναν να μοιραστείς τις σκέψεις σου
Νικημένος από τις ανασφάλειές σου
Λοιπόν κλείσε τα μάτια σου και αναρωτήσου πριν φύγεις
Τι ήταν όλα αυτά που ονειρευόσουν να κάνεις;
Σήκω, ούρλιαξε δυνατά, μα μονάχα μην κλάψεις
Έστω αυτές τις τελευταίες σου στιγμές πίστεψε πως είσαι δυνατός
Και μην αφήσεις τη ζωή σου άλλο χωρίς εσένα...

~ Zero ~

Ο ουρανός ~ Μανώλης Αναγνωστάκης

Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν’αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή
Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός
Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι...

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Μόνο εκείνη την στιγμή που η τάση μας για ελευθερία ενώνεται πάλι με την δράση καταφέρνουμε να βιώσουμε την αναρχία στο εδώ και στο τώρα.
Δυστυχώς το όνειρο που κουβαλάμε στις καρδιές μας παραείναι μεγάλο για να αποφύγουμε τον κίνδυνο να βρεθούμε μπροστά στον τερατώδη τοίχο της εξουσίας που ορθώνεται προστατεύοντας το κράτος και το κεφάλαιο.
Όταν βάζουμε την ζωή μας στο παιχνίδι αναπόφευκτα καταλήγουμε να αντιμετωπίζουμε την σκληρότητα που ενυπάρχει στον αγώνα: φυλακή ή θάνατος.
Nicola Gai
Πυρήνας Όλγα - FAI/IRF

Οι σύντροφοι Nicola Gai και Alfredo Cospito καταδικάστηκαν για τον τραυματισμό του μεγαλοστελέχους εταιρείας πυρηνικών Ρομπέρτο Αντινόλφι σε 9 χρόνια και 4 μήνες ο πρώτος και 10 χρόνια και 8 μήνες ο δεύτερος.

Τάσος Λειβαδίτης


Και την πρώτη νύχτα μπήκε μες στο κελί ένας άνθρωπος που 'χε χάσει το πρόσωπό του
Κι ακούμπησε το φανάρι που κρατούσε κάτω στο πάτωμα
Κι ο ίσκιος του μεγάλωσε στον τοίχο
Και τον ερώτησε: Που έχεις κρυμμένα τα όπλα;
Κι εκείνος, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση, ή ίσως για ν' απαντήσει έβαλε το χέρι πάνω στην καρδιά του
Και τότε τον χτύπησε
Ύστερα μπήκε άλλος άνθρωπος που 'χε χάσει το πρόσωπό του και τον χτύπησε κι αυτός
Κι οι άνθρωποι που 'χαν χάσει το πρόσωπό τους, ήσαν πολλοί
Και ξημέρωσε
Και βράδιασε
Ημέρες σαράντα
Κι ήρθαν στιγμές που φοβήθηκε πως θα χάσει το λογικό του
Και τον έσωσε μια μικρή αράχνη στη γωνιά, που την έβλεπε ακούραστη κι υπομονετική να υφαίνει τον ιστό της
Και κάθε μέρα της τον χάλαγαν με τις μπότες τους μπαίνοντας
Κι εκείνη ξανάρχιζε κάθε μέρα
Και της τον χάλαγαν πάλι
Κι άρχιζε ξανά
Εις τους αιώνας των αιώνων...

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία ~ Thomas Dylan

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ
Όταν γλυφτούν τα κόκαλά τους
Και τα γλυμμένα κόκαλα χαθούν
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν
Αν θαλασσόπνιχτοι θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία...


Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία
Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουνֹ
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία...

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία...
Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτεςֹ
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθείֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία...
Σε αυτό τον κόσμο, οι λύκοι κατοικούν στα άκρα. Στη μέση βρίσκονται αυτοί που δεν τολμούν.
Κάποιος απ' τη μέση μπορεί να ρωτήσει προς τη μεριά μας: "Γιατί κυνηγάτε το αδύνατο;"
Όμως η φωνή μας που μιλάει απ' την καρδιά φωνάζει: "Δεν υπάρχει αδύνατο για τον Άνθρωπο. Ποτέ μη βάζεις σύνορα στη θέληση του Ατόμου. Να σπας τα όρια. Να πεθαίνεις και να λες Θάνατος δεν υπάρχει..." Να αρνιέσαι τη μάζα. Να αρνιέσαι την κοινωνία και τον ειρηνικό θάνατο του κομπάρσου". Μια έκρηξη μέσα μας φωνάζει: "Είμαι Εγώ, εισβάλλω στη σκηνή του κόσμου και ανατινάζω την ησυχία του." Είμαστε εμείς, οι Εξόριστοι Αναρχικοί, οι Μηδενιστές, οι Εικονοκλάστες, που γκρεμίζουμε τα είδωλα του κόσμου σας. Στους συντρόφους προσφέρουμε τη φωτιά του Προμηθέα. Στους εχθρούς τον πόλεμο. Στους αδιάφορους... τίποτα..."

Απόσπασμα από κείμενο της Ε.Ο. Συνομωσία Πυρήνων της Φωτιάς και του αναρχικού επαναστάτη Θεόφιλου Μαυρόπουλου για αλληλεγγύη στους Αλφρέντο Κοσπίτο και Σέρτζιο Μαρία Στεφάνι

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Gustavo Rodriguez ~ Αναρχικός ιλλεγκαλισμός: Ένας λάθος διαχωρισμός

Ο τίτλος μπορεί να φανεί στον άπειρο αναγνώστη οξύμωρος. Είναι ενδιαφέρον πως πολλοί από εμάς που θεωρούμε τους εαυτούς μας κομμάτι της Αναρχίας, θεωρούμε επίσης οξύμωρο να μιλάμε για τον "αναρχικό ιλλεγκαλισμό" ωστόσο αυτός ο συγκεκριμένος όρος έχει νόημα αν και μόνο αν υφίστανται δυο ανταγωνιστικές θέσεις γύρω από την αντίληψη της άμεσης δράσης (η οποία μέχρι στιγμής είναι η μετουσίωση του συνόλου της θεωρίας σε πράξη). Αυτός ο ανταγωνισμός, τόσο ατυχής όσο και αναμφισβήτητος στο εσωτερικό του κινήματός μας, θα είναι η αιτία αυτών των ιδιόρρυθμων "διακρίσεων". Οπότε για να φτάσουμε στην ουσία του ζητήματος, πρέπει να προσδιορίσουμε αυτόν τον ψευδή διαχωρισμό: "λεγκαλιστική αναρχία" εναντίον "αναρχικού ιλλεγκαλισμού".
Οπότε μπορούμε να τον ορίσουμε ως ένα "ψευδή διαχωρισμό" ακριβώς επειδή η αποκαλούμενη "λεγκαλιστική αναρχία" αποτελεί μια ιδιότυπη αντίφαση. Από τη στιγμή που καταφεύγουμε στη νομιμότητα, απαρνούμαστε την Αναρχία. Η Αναρχία ή θα είναι παράνομη ή δεν θα είναι Αναρχία. Αυτή είναι η ουσία της και το νόημά της, η φύση της. Γι' αυτό το λόγο, μερικές φορές είναι τόσο εμφανές πως ξεχνάμε σχολαστικά να δώσουμε έμφαση στον αντι-εξουσιαστικό χαρακτήρα της Αναρχίας και επομένως και στο ότι είναι κατά συνέπεια αντι-συστημική. Γι' αυτό το λόγο, απ' την πρώτη στιγμή που οι αναρχικοί αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ως τέτοιο, την ίδια ώρα ακριβώς στιγμή τοποθετούμαστε εκτός νόμου.
Όταν ορίζουμε τους εαυτούς μας ως Αναρχικούς, τασσόμαστε ενάντια στην κυριαρχία. Πολεμάμε ενάντια και με στόχο τη συνολική κοινωνική τάξη και το σύνολο των νόμων που τη στηρίζουν. όλοι οι νόμοι έχουν θεσπιστεί και θα συνεχίσουν να θεσπίζονται για να παρέχουν τη δικαστική υποστήριξη στην καταπίεση και την κυριαρχία. Εάν τασσόμαστε ενάντια στο κράτος, οφείλουμε να τασσόμαστε και ενάντια στους νόμους που το υποθάλπουν και δίνουν κάθε δικαίωμα στην ύπαρξή του. Επομένως ως Αναρχικοί είμαστε παράνομοι ακριβώς επειδή είμαστε Αναρχικοί, είναι δηλαδή στη φύση μας. Πρέπει λοιπόν να είμαστε πολύ ξεκάθαροι όσον αφορά τη μεγάλη σύγχυση που υπάρχει, προϊόν του μικροβίου του φιλελευθερισμού που υποβόσκει ξανά αυτούς τους καιρούς. Και για αυτό το λόγο, πρέπει να είναι επίσης πολύ ξεκάθαρο, πως κάθε φορά που χρησιμοποιείται αυτός ο ευφημισμός, όταν θίγεται ο όρος "αναρχικός ιλλεγκαλισμός", αναφέρεται στην "εξεγερσιακή Αναρχία" και στις τακτικές, τις μεθόδους και τη λογική της και αυτό γίνεται με έναν υποτιμητικό τρόπο και με κακές προθέσεις, κουνώντας το δάχτυλο από το βάθρο της υποτιθέμενης "λεγκαλιστικής αναρχίας". Η μπορείτε να πείτε (απ' τη μεριά) της άρνησης της Αναρχίας. Αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή να αποδώσουμε τα μέγιστα στο Camillo Bernen και τον Bob Black που ήταν δημοφιλείς το 1980, με άλλες λέξεις αλλά με λέξεις που αποδίδουν στην ακρίβεια την ουσία της αυθεντικής πρότασης "Αυτοί οι αναρχικοί εχθροί της Αναρχίας".
[...]Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το πως και το γιατί ένας τέτοιος διφορούμενος όρος προέκυψε στο χώρο μας και για να μπορέσουμε να εξηγήσουμε αυτό το ιδιότυπο ενδιαφέρον που υπάρχει και επιμένει στη χρήση του, θα πρέπει να θέσουμε την αναπόφευκτη ερώτηση: "τι είναι η Αναρχία;"  Όπως είχε πει ο Bonanno: "Είναι πάντα απαραίτητο να επιστρέψουμε σ' αυτή την ερώτηση ακόμα κι αν βρισκόμαστε μεταξύ Αναρχικών. Συχνά το να βρισκόμαστε μεταξύ αναρχικών καθιστά την ερώτηση αναπόφευκτη".
Ο Alfredo Bonanno εξηγεί πως η επανάληψη αυτής της ερώτησης οφείλεται στο γεγονός πως η Αναρχία δεν είναι ένας ορισμός που άπαξ και κατακτηθεί, πρέπει να διαφυλαχθεί ζηλότυπα σε κάποιο χρηματοκιβώτιο και να διατηρηθεί ως μια κληρονομιά απ' την οποία θα ανασύρουμε τα επιχειρήματά μας κάθε φορά που τα χρειαζόμαστε. Και έχει δίκιο. Παραδόξως, υπάρχουν εκείνοι που αυτοαποκαλούνται "Αναρχικοί" ενώ επιχειρηματολογούν για το αντίθετο, δηλαδή θεωρούν την αναρχία ως μια ιδεολογία που πρέπει να φυλαχθεί σε ένα χρηματοκιβώτιο - σαν αυτό που ανέφερε ο Bonanno - και να διαφυλαχθεί σαν να πρόκειται για κάποια πίστη.
Αυτοί οι δογματικοί της Αναρχίας αντιλαμβάνονται τα ιδανικά ως μια αδιαμφισβήτητη Βίβλο, που τους παρέχει πληθώρα επιχειρημάτων για κάθε περίσταση που μπορεί να τους παρουσιαστεί και έτσι αποφεύγουν την πραγματικότητα επαναλαμβάνοντας τις ιερές προσευχές τους στο διηνεκές. Το πρωτοφανές κομμάτι (της υπόθεσης) είναι πως αυτή την στρεβλή αντίληψη για την αναρχία (της εξιδανικευμένης για να είμαστε ακριβείς), τη μοιράζονται και οι δυο πλευρές που αναφέραμε, παρά τις αγεφύρωτες διαφορές τους.
Αυτό σημαίνει ότι η Αναρχία αντιμετωπίζεται ως ιδεολογία τόσο από τον "ουσιαστικισμό" που είναι συγγενικός με τον φιλελευθερισμό όσο και από τον ιστορικισμό κατευθείαν απόγονο του Μαρξισμού. Αυτό μας εξηγεί σε ένα βαθμό γιατί κάθε φορά που η Αναρχία απομακρύνεται από την πραγματικότητα των συγκεκριμένων αγώνων είτε ως αποτέλεσμα των περιόδων κάμψης ή των καιρών παλινδρόμησης του πραγματικού κινήματος των καταπιεσμένων, τα παλιά αυτά φαντάσματα επανεμφανίζονται και (η Αναρχία) εκφυλίζεται σε ιδεολογία. Άλλες στιγμές, έχουμε επιμείνει σ' αυτό και δεν πρόκειται να κουραστούμε με το να επαναλαμβάνουμε: η Αναρχία αποκτά τη δική της θεωρία/πρακτική οποιαδήποτε στιγμή, διαρρηγνύοντας κάθετα (κάθε δεσμό με) τις ρίζες της και εδώ είναι που αναπτύσσεται ως τέτοια, αποκαλύπτοντας τον πατροκτόνο χαρακτήρα της. [...]

Όταν γίνεται αναφορά στον "αναρχικό ιλλεγκαλισμό" κατά κανόνα υπονοείται η εξεγερσιακή Αναρχία και μια σειρά αναρχικών στρατηγικών που τέθηκαν σε εφαρμογή κυρίως σε Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Ελβετία και Ηνωμένες Πολιτείες τις δυο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις τρεις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα. Αυτή η ιδιαίτερη περίοδος στην ιστορία μας, που στη πραγματικότητα διήρκεσε λίγο ας και οι διακηρύξεις της εξέγερσης και των αποκαλούμενων "αντιποίνων" συνελέχθησαν στο Συνέδριο της Μαδρίτης το 1874 - χωρίς αμφιβολία υπονοείται πως αυτή η περίοδος λειτούργησε καθοριστικά για τη γέννηση αυτού του λάθος διαχωρισμού που προαναφέραμε μεταξύ της "λεγκαλιστικής αναρχίας" και του "αναρχικού ιλλεγκαλισμού."[...]

[...] Η πολεμική ανάμεσα σ' αυτούς που αυτοαποκαλούνται αναρχικοί και υπερασπιζόνταν την απαλλοτρίωση και την προπαγάνδα μέσω της πράξης και που επιδόθηκαν σε μια πλειάδα σημαντικών άμεσων δράσεων (τις ίδιες που υπερασπίστηκαν με συνεπή στάση μέχρι τέλους) και σ' αυτούς που αυτοαποκαλούνταν εξίσου αναρχικοί και καταδίκαζαν (τους προηγούμενους) ως "ανήθικους" και "βίαιους", καθιέρωσε τον όρο "αναρχικός ιλλεγκαλισμός" και το βαθύ χάσμα ανάμεσα στην άμεση δράση και στον τρόπο που την αντιλαμβανόμαστε, ανάλογα υπό ποιο πρίσμα την εξετάζουμε. Δυστυχώς αυτή η διαμάχη μας ακολουθεί σε όλη μας την ιστορία και έχει γίνει αποδεκτή ή τουλάχιστον έχει αφομοιωθεί ως κάτι "διφορούμενο" που ανάγεται στα πρώτα κιόλας βήματα της Αναρχίας και κατά συνέπεια τη σέρνουμε από πίσω μας ανέκαθεν και για πάντα. Ωστόσο αυτή η σημαντική "αμφισημία" είναι λανθασμένη και έγκειται για ακόμα μια φορά στην επιπόλαιη χρήση μιας φτωχής και οπορτουνιστικής διασκευής ορισμών και στην ενδυνάμωση εκείνων των σχέσεων που αναφέραμε στην αρχή, αυτών των φανταστικών συγγενειών με τις οποίες η αναρχία δεν έχει παρά να εξασφαλίσει τη βίαιη και οριστική απόσχισή της. Αντανακλά (η διαμάχη) τις αντιφάσεις που εγείρονται από μια άλλη λανθασμένη "αμφισημία" που επιδιώκει να διαιωνιστεί μέσα στην Αναρχία, δικαιολογώντας τις καταβολές της στα γενεσιουργά ρεύματα και που οδηγεί στη θέση των "δυο Αναρχισμών". Αυτό (όπως έχουμε πει έντονα άπειρες φορές και έχει υπάρξει απόλυτος κεντρικός μας άξονας), τονίζει πως για εμάς η Αναρχία είναι ένας ζωντανός οργανισμός θεωρίας και πράξης που αναπτύχθηκε από την ανοιχτή σύνδεση σκέψης και δράσης, ενσωματωμένης σε ένα επαναστατικό κίνημα που αντλεί την ιδιαιτερότητά του από το φιλελεύθερο ιδεαλισμό, υπερβαίνοντας τις στενωπούς της μαρξιστικής οικονομικής ανάλυσης μέσω μιας αυθεντικής και σταθερής αμφισβήτησης του κυρίαρχου συστήματος και της διαμόρφωσης των κοινωνικών τάξεων. [...]

Όταν μιλάμε για τον αποκαλούμενο "αναρχικό ιλλεγκαλισμό" το κάνουμε έχοντας υπόψη το τεράστιο μέγεθος αυτής της ασυναρτησίας, αλλά έχοντας επίσης υπόψη πως αυτός ο ευφημισμός αναφέρεται στην εξεγερσιακή αναρχία, οπότε πρέπει να επισφραγίσουμε ξανά την εγκυρότητα και αντικειμενικότητα της προπαγάνδας μέσω της πράξης και των απαλλοτριώσεων, αναγνωρίζοντας ότι αυτές οι τακτικές και πρακτικές που συνάδουν με τις αρχές μας, είναι κατάλληλες σε καιρούς οπισθοδρόμησης και υποχωρητικότητας από το πραγματικό κίνημα των καταπιεσμένων και σε περιόδους παλινδρόμησης, επαναδιάρθρωσης και συσσώρευσης δυνάμεων. Αλλά ακριβώς γι' αυτό το λόγο, η δράση μας δεν πρέπει να περιορίζεται σε μια αυτοαναφορική δράση χωρίς ιδανικά ή αξίες που να τα διασφαλίζουν (τα ιδανικά) αλλά να τίθεται σε εφαρμογή ως άμεση συνέπεια αυτών των ιδανικών. Γι' αυτό το λόγο διαφωνούμε με συντρόφους που παρά το ότι κατακρίνουν σθεναρά τη λάθος "νόμιμη" αναρχία και τη φάρσα της φανταστικής οργάνωσης που υποστηρίζεται αποκλειστικά από τη προφορική και γραπτή προπαγάνδα, υποπίπτουν στον τετριμμένο ισχυρισμό πως η αναρχία γενικά και στο σύνολό της έχει υποστεί μια μεταμόρφωση που εγκαταλείπει τις εξεγερσιακές τακτικές και μετατρέπεται σε μια ιδεολογία ξένη προς τους πραγματικούς αγώνες.
Ενώ είναι αλήθεια πως την περίοδο της αποκαλούμενης "αναρχικής μετάβασης" που ακολούθησε την ήττα του ισπανικού αναρχοσυνδικαλισμού, προκύπτει μια ιδεολογία σε πολλούς τομείς της αναρχίας, ένας ιδεολογικός εκφυλισμός που χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και καταφεύγει στις αφηρημένες ιδέες πρωτόγονων τάσεων. Είναι επίσης αλήθεια πως το σύνολο του "ελευθεριακού φιλελευθερισμού" εξώθησε σταθερά στην εγκατάλειψη των εξεγερσιακών πρακτικών μετά τη Γαλλική Επανάσταση και στους ιδεολογικούς εκφυλισμούς που μας έχουν κατακλύσει , βάζοντας τα θεμέλια αυτού του ανθρωπιστικού και φιλάνθρωπου φιλελευθερισμού, που εξακολουθεί να κηρύττεται στους ιερούς ναούς της επίσημης αναρχίας. Δε μπορεί όμως να βάζεις στο ίδιο τσουβάλι όσους , συνεχόμενα και ανάλογα με τις περιστάσεις που καθορίζονται απ' την "οπισθοδρόμηση των αγώνων", συνεχίζουν το ένοπλο ενάντια στην κυριαρχία, με τακτικές και μεθόδους που αντιστοιχούν σ' αυτή τη περίοδο κρίσης του κινήματος και της διάσπασης ή της οπισθοδρόμησης του αγώνα. [...]

Μη αποδεχόμενοι τον ρεφορισμό, τη μεταρρυθμιστική διαδικασία ούτε τη στάση θεατή της "νόμιμης Αναρχίας", θέτουμε στους εαυτούς μας το δίλημμα: ή στεκόμαστε ε το όπλο παρά πόδας περιμένοντας τις α"αντικειμενικές και υποκειμενικές" συνθήκες να ωριμάσουν ή αρθρώνουμε κι ωθούμε άλλες επαναστατικές ενέργειες που μας κρατούν ζωντανούς στον πόλεμο και χωρίς να δώσουμε στον εχθρό, ούτε ένα μόνο δευτερόλεπτο ειρήνης στην κυριαρχία.
Θεωρούμε πως το να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τις τακτικές και μεθόδους που αντιστοιχούν σε κάθε περίοδο του αγώνα, είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη μιας ενωτικής κριτικής. Είμαστε πεπεισμένοι πως όσο δε διαχέουμε την επαναστατική συνείδηση, θα αποτυγχάνουμε στην ανοικοδόμηση ενός πραγματικού κινήματος καταπιεσμένων και πως όσο κάτι τέτοιο δεν υλοποιείται, δε μπορούμε να επεκτείνουμε τον αγώνα και να φτάσουμε στη γενικευμένη εξέγερση. Εκείνες (οι τακτικές και οι μέθοδοι) με τα απαραίτητα στοιχεία, είναι αναγκαίο να διαλύσουν σε κομμάτια αυτόν τον παλιό κόσμο που ζούμε και να πραγματοποιήσουν την απόλυτη καταστροφή του υπάρχοντος συστήματος της κυριαρχίας. Δε θα κάτσουμε όμως να περιμένουμε την υλοποίηση μιας επαναστατικής διαδικασίας, δε θα περιμένουμε την επανάσταση και ούτε μας απασχολεί ιδιαίτερα αν θα γίνει κάποτε ή όχι, επειδή οι γνωστές επαναστάσεις (από τη Γαλλική Επανάσταση ως τις μέρες μας) έχουν όλες τους εκφυλιστεί σε ρεφορμιστικές, εξουσιαστικές και δικτατορικές, εξέλιξη που έχει βοηθήσει μόνο στην ενδυνάμωση του κράτους. Ο αγώνας μας είναι και πάντα θα είναι για την Απόλυτη Ελευθερία, για την Αναρχία. Δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα λιγότερο .

Απόσπασμα από την ομιλία του Gustavo Rodriqeuz στο κατειλημμένο κοινωνικό κέντρο La Casa Naranja στη Tlalnepantla στην πόλη του Μεξικό.
Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011.

Τα κείμενα μεταφράστηκαν στα ελληνικά από τα φυλακισμένα μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς και επιμελήθηκαν από συντρόφους.
Εκδόσεις Μαύρη Διεθνής

Η απολογία του Auguste Vaillant (1861 – 1894)


''Απ’ την ομιλία του Ωγκύστ Βαγιάν ενώπιον της Γαλλικής Βουλής των Αντιπροσώπων, το 1894, προτού του ανακοινωθεί η ποινή του θανάτου για τη βομβιστική επίθεση εναντίον της.'' 

Κύριοι, σε λίγα λεπτά θα καταφέρετε το χτύπημά σας, αλλά λαμβάνοντας την ετυμηγορία σας θα πρέπει να έχω τουλάχιστον την ικανοποίηση του να έχω πληγώσει την υπάρχουσα κοινωνία, αυτήν την καταραμένη κοινωνία στην οποία μπορεί να δει κανείς έναν μονάχα άνθρωπο να ξοδεύει, ανώφελα, αρκετά για να θρέψει χιλιάδες οικογένειες· μια κακόφημη κοινωνία που επιτρέπει σε λίγα άτομα να μονοπωλούν όλο τον κοινωνικό πλούτο, ενώ υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες δυστυχούντων που δεν έχουν ούτε το ψωμί που δεν το αρνούνται στα σκυλιά, και ενώ ολόκληρες οικογένειες αυτοκτονούν λόγω της έλλειψης των βασικών αναγκών της ζωής.

Αχ, κύριοι, αν οι κυβερνώσες τάξεις μπορούσαν να πάνε κάτω ανάμεσα στους δυστυχείς! Αλλά όχι, προτιμούν να παραμένουν κωφοί στις εκκλήσεις τους. Φαίνεται πως μοιραία ωθούνται, όπως οι βασιλείς του δέκατου όγδοου αιώνα, στον γκρεμό που θα τους καταβροχθίσει, και ουέ σε εκείνους που εξακολουθούν να κωφεύουν στις κραυγές των πεινασμένων, ουέ σε εκείνους που, πιστεύοντας πως είναι ανώτερης ουσίας, θεωρούν πως έχουν το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται τους από κάτω τους! Έρχεται η στιγμή όταν οι άνθρωποι δεν θα κρίνουν πλέον· υψώνονται σαν τυφώνας, και διέρχονται σαν χείμαρρος. Τότε θα δούμε ματωμένα κεφάλια παλουκωμένα σε κοντάρια.

Μεταξύ των εκμεταλλευόμενων, κύριοι, υπάρχουν δύο κατηγορίες ατόμων. Εκείνοι από την μία τάξη, που δεν συνειδητοποιούν τι είναι και τι μπορεί να γίνουν, παίρνουν την ζωή όπως έρθει, πιστεύουν πως είναι γεννημένοι να είναι δούλοι, και ικανοποιούνται με τα λίγα που τους δίνονται ως αντάλλαγμα για την εργασία τους. Υπάρχουν όμως άλλοι, αντίθετα, που σκέφτονται, που μελετούν, και οι οποίοι, κοιτώντας γι’ αυτούς, ανακαλύπτουν κοινωνικές αδικίες. Είναι δικό τους λάθος αν δουν καθαρά και υποφέρουν βλέποντας τους άλλους να δεινοπαθούν; Στην συνέχεια ρίχνονται στον αγώνα, και κάνουν τους εαυτούς τους τούς φορείς των λαϊκών διεκδικήσεων.

Κύριοι, είμαι ένας από αυτούς τους τελευταίους. Οπουδήποτε έχω πάει, έχω δει δυστυχείς λυγισμένους κάτω από τον ζυγό του κεφαλαίου. Παντού έχω δει τις ίδιες πληγές που προκαλούν δάκρυα αίματος να τρέχουν, ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα μέρη των κατοικημένων περιοχών της Νότιας Αμερικής, όπου δικαιούμουν να πιστεύω πως αυτός που ήταν κουρασμένος από τους πόνους του πολιτισμού θα μπορούσε να ξεκουραστεί στην σκιά των φοινικόδεντρων και εκεί να μελετήσει τη φύση. Λοιπόν, ακόμα κι εκεί, περισσότερο από αλλού, έχω δει το κεφάλαιο να έρχεται, όπως ένα βαμπίρ, να ρουφήξει την τελευταία σταγόνα από το αίμα των δύστυχων παρειών.

Τότε επέστρεψα στην Γαλλία, όπου μου επιφυλάχτηκε να δω την οικογένειά μου να υποφέρει φριχτά. Αυτή ήταν η τελευταία σταγόνα στο ποτήρι της λύπης μου. Κουρασμένος να καθοδηγώ τούτη τη ζωή των δεινών και της δειλίας, έφερα αυτήν τη βόμβα σε εκείνους που έχουν την πρωταρχική ευθύνη για την κοινωνική δυστυχία.

Κατηγορούμαι για τα τραύματα εκείνων που χτυπήθηκαν από τα βλήματά μου. Επιτρέψτε μου να επισημάνω εν παρόδω πως, αν οι αστοί δεν είχαν σφαγιάσει ή προκαλέσει σφαγές κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, είναι πιθανόν πως θα ήταν ακόμη κάτω από το ζυγό των ευγενών. Από την άλλη πλευρά, λογαριάστε τους νεκρούς και τραυματίες στο Τονκίν, στη Μαδαγασκάρη, στο Νταχομέι, προσθέτοντας σε αυτούς τους χιλιάδες, ναι, τους εκατομμύρια δυστυχείς που πεθαίνουν στα εργοστάσια, τα ορυχεία, και οπουδήποτε η ακονισμένη εξουσία του κεφαλαίου γίνεται αισθητή. Προσθέστε επίσης εκείνους που πεθαίνουν της πείνας, και όλα αυτά με τη συγκατάθεση των Αντιπροσώπων μας. Μπροστά σε αυτά, πόσο ασήμαντες είναι οι κατηγορίες που τώρα φέρνετε εναντίον μου!

Είναι αλήθεια πως δεν εξαλείφει κανείς τον άλλον· αλλά, παρόλα αυτά, δεν αμυνόμαστε όταν απαντάμε στα χτυπήματα που δεχόμαστε από πάνω; Γνωρίζω πολύ καλά πως θα μου ειπωθεί πως έπρεπε να περιοριστώ στην ομιλία για τη δικαίωση των λαϊκών διεκδικήσεων. Αλλά τί ιπορεί να περιμένετε! Χρειάζεται μια δυνατή φωνή για να κάνει τους κωφούς να ακούσουν. Πάρα πολύ καιρό έχουν απαντήσει στις φωνές μας με φυλακίσεις, την κρεμάλα, τουφεκισμούς. Μην κάνετε κανένα λάθος· η έκρηξη της βόμβας μου δεν είναι μονάχα η κραυγή του εξεγερμένου Βαγιάν, αλλά η κραυγή μιας ολόκληρης τάξης που διεκδικεί τα δικαιώματά της, και η οποία θα προσθέσει σύντομα πράξεις στα λόγια. Διότι, να είστε σίγουροι γι’ αυτό, μάταια θα περνούν νόμους. Οι ιδέες των στοχαστών δεν θα σταματήσουν· εξίσου όπως, κατά τον τελευταίο αιώνα, όλες οι κυβερνητικές δυνάμεις δεν θα μπορούσαν να εμποδίσουν τους Ντινερό και τους Βολταίρους απ’ το να διαδίδουν χειραφετικές ιδέες ανάμεσα στους ανθρώπους, ομοίως όλες οι υφιστάμενες κυβερνητικές δυνάμεις δεν θα εμποδίσουν τους Ρεκλύ, τους Δαρβίνους, τους Σπένσερς, τους Ίψενς, τους Μιρμπώ, από το να διαδίδουν της ιδέες της δικαιοσύνης και της ελευθερίας οι οποίες θα εξολοθρεύσουν τις προκαταλήψεις που κρατούν τις μάζες στην άγνοια. Και αυτές οι ιδέες, καλωσορισμένες από τους δυστυχείς, θα ανθίσουν σε πράξεις εξέγερσης όπως έγινε σε μένα, μέχρι την ημέρα όταν η εξαφάνιση της εξουσίας θα επιτρέψει σε όλους τους ανθρώπους να οργανώνονται ελεύθερα ανάλογα με τις επιθυμίες τους, όταν ο καθένας θα είναι σε θέση να απολαμβάνει το προϊόν της εργασίας του, και όταν αυτές οι ηθικές αρρώστιες που ονομάζονται προκαταλήψεις θα εξαφανιστούν, επιτρέποντας στα ανθρώπινα όντα να ζουν εν αρμονία, μη έχοντας άλλη επιθυμία απ’ το να μελετούν τις επιστήμες και να αγαπούν τους συνανθρώπους τους.

Καταλήγω, κύριοι, λέγοντας πως μια κοινωνία στην οποία βλέπει κανείς τέτοιες κοινωνικές ανισότητες όπως όλοι βλέπουμε για μας, στις οποίες βλέπουμε καθημερινές αυτοκτονίες εξαιτίας της φτώχειας, την πορνεία να απαστράπτει σε κάθε γωνιά του δρόμου, — μια κοινωνία της οποίας τα κύρια μνημεία της είναι οι στρατώνες και οι φυλακές, — μια τέτοια κοινωνία πρέπει να μετασχηματιστεί όσο το δυνατόν συντομότερα, με πόνο που εξαλείφεται, και τόσο σύντομα, από την ανθρωπότητα. Ζήτω σ’ αυτούς που εργάζονται, δεν έχει σημασία με τι μέσα, γι’ αυτόν τον μετασχηματισμό! Είναι τούτη η ιδέα που με οδήγησε στη μονομαχία μου με την εξουσία, αλλά καθώς σε αυτήν τη μονομαχία έχω μόνο πληγώσει τον αντίπαλό μου, τώρα είναι σειρά του να με χτυπήσει.

Τώρα, κύριοι, για μένα λίγο μετράει τι ποινή μπορεί να επιβάλλεται, διότι, βλέποντας αυτήν τη συνεδρίαση με τα μάτια του λόγου, δεν μπορώ να μην γελάω βλέποντάς σας, άτομα (atoms) χαμένα στην ύλη, και να λογιζόσαστε μονάχα επειδή διαθέτετε μια προέκταση του νωτιαίου μυελού, παίρνετε το δικαίωμα να κρίνετε έναν συνάνθρωπό σας.

Αχ! κύριοι, πόσο μικρή είναι η συνεδρίασή σας και η ετυμηγορία σας μπροστά στην ιστορία της ανθρωπότητας· και η ανθρώπινη ιστορία, με τη σειρά της, είναι ομοίως πολύ μικρή μέσα στον ανεμοστρόβιλο που τη φέρει διαμέσου της απεραντοσύνης, και που είναι προορισμένη να εξαφανιστεί, ή τουλάχιστον να μετασχηματιστεί, προκειμένου να αρχίσει ξανά την ίδια ιστορία και τα ίδια γεγονότα, ένα πραγματικά αέναο παιχνίδι των κοσμικών δυνάμεων που ανανεώνονται και μεταφέρονται αιωνίως.




Η εκτέλεση του Auguste Vaillant. Τα τελευταία του λόγια ήταν “Θάνατος στην αστική κοινωνία και ζήτω η αναρχία”

Η "απολογία" του αναρχικού Emile Henry (1872-1894)


 Δεν είναι απολογία αυτό που σας παρουσιάζω. Σε καμία περίπτωση δεν προσπαθώ να ξεφύγω από τα αντίποινα της κοινωνίας στην οποία επιτέθηκα. Εξάλλου, αναγνωρίζω μόνο έναν κριτή -τον εαυτό μου- και η ετυμηγορία οποιουδήποτε άλλου δεν έχει καμία σημασία για μένα. Θέλω απλώς να σας δώσω μια εξήγηση για τις πράξεις μου και να σας πω πώς οδηγήθηκα στην εκτέλεσή τους.

Έχω υπάρξει αναρχικός μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Ήταν μόλις πρόσφατα, στα μέσα του 1891, που προσχώρησα στο επαναστατικό κίνημα. Μέχρι τότε ζούσα σε κύκλους εξ' ολοκλήρου διαποτισμένους από την τρέχουσα ηθική. Είχα συνηθίσει να σέβομαι, ακόμα και να αγαπώ τις αρχές της πατρίδας και της οικογένειας, της εξουσίας και της ιδιοκτησίας.

Όμως, οι δάσκαλοι αυτής της γενιάς πολύ συχνά ξεχνάνε ένα πράγμα: είναι η ίδια η ζωή, με τους αγώνες και τις ήττες της, τις αδικίες και τις κακοτοπιές της, που αναλαμβάνει αδιάκριτα ν' ανοίξει τα μάτια του αδαή στην πραγματικότητα. Αυτό μου συνέβη, όπως συμβαίνει στον καθένα. Μου είπαν πως η ζωή είναι εύκολη και προσφέρεται στους έξυπνους και τους δραστήριους· η εμπειρία μου έδειξε πως μόνο οι κυνικοί και οι δουλοπρεπείς είναι ικανοί να εξασφαλίσουν καλές θέσεις στο φαγοπότι. Μου είπαν πως οι κοινωνικοί μας θεσμοί είναι θεμελιωμένοι στη δικαιοσύνη και την ισότητα· γύρω μου δεν είδα τίποτα άλλο παρά ψευτιά και απάτη.

Κάθε μέρα γκρέμιζα και μια ψευδαίσθηση. Όπου πήγαινα, διαπίστωνα τις ίδιες μιζέριες σε μερικούς και τις ίδιες χαρές σε άλλους. Δεν άργησα να καταλάβω ότι τα μεγάλα λόγια που είχα μάθει να σέβομαι -τιμή, αφοσοίωση, καθήκον- ήταν μόνο η μάσκα που έκρυβε την πιο επαίσχυντη ποταπότητα.

Ο βιομήχανος ο οποίος δημιούργησε κολοσσιαία περιουσία απ' το μόχθο των εργατών που στερούνται τα πάντα, ήταν ένας τίμιος κύριος. Ο βουλευτής και ο υπουργός, με τα χέρια τους πάντα ανοιχτά στις δωροδοκίες, ήταν αφοσιωμένοι στο κοινό καλό. Ο αξιωματικός που δοκίμασε ένα νέο τύπο όπλου πάνω σε εφτάχρονα παιδιά, έκανε το καθήκον του και, μπροστά στο κοινοβούλιο, ο πρωθυπουργός του έδωσε συγχαρητήρια! Κάθε τι που έβλεπα με εξέγειρε και το μυαλό μου στράφηκε προς την κριτική της υπάρχουσας κοινωνικής οργάνωσης. Τέτοιες κριτικές έχουν γίνει πολλές φορές, για να τις επαναλάβω. Αρκεί να πω πως έγινα εχθρός μιας κοινωνίας που έκρινα ότι είναι εγκληματική.

Προσελκύστηκα αρχικά από το σοσιαλισμό, όμως δεν άργησα να διαχωρίσω τον εαυτό μου από το κόμμα. Αγαπώ πολύ την ελευθερία, σέβομαι πολύ την ανθρώπινη πρωτοβουλία, αποστρέφομαι τη στρατιωτική οργάνωση, για να παραστήσω έναν αριθμό στον διατεταγμένο στρατό της νέας εξουσίας. Εκτός αυτού, συνειδητοποίησα ότι κατά βάση ο σοσιαλισμός δεν αλλάζει τίποτα στην υπάρχουσα τάξη. Διατηρεί την αρχή της εξουσίας και -ό,τι κι αν μπορεί να λένε γι' αυτό οι δήθεν ελεύθερα σκεπτόμενοι- η συγκεκριμένη αρχή δεν είναι παρά η απαρχαιωμένη επιβίωση της πίστης σε μια ανώτερη δύναμη.

Οι επιστημονικές σπουδές με έκαναν σταδιακά να αντιληφθώ το παιχνίδι των φυσικών δυνάμεων στο σύμπαν. Έγινα υλιστής και άθεος. Συνειδητοποίησα ότι η σύγχρονη επιστήμη απορρίπτει την υπόθεση του θεού, την οποία δεν έχει ανάγκη. Με τον ίδιο τρόπο η θρησκευτική και η εξουσιαστική ηθική, οι οποίες βασίζονται σε λαθεμένα αξιώματα, οφείλουν να εξαφανιστούν. Τότε, αναρωτήθηκα ποιά είναι η νέα ηθική, σε αρμονία με τους νόμους της φύσης, που θα μπορούσε να αναπλάσει τον παλιό κόσμο και να γεννήσει μια ευτυχισμένη ανθρωπότητα;

Εκείνη τη στιγμή, ήρθα σ' επαφή με μια ομάδα αναρχικών συντρόφων τους οποίους συγκαταλέγω, ακόμα και σήμερα, ανάμεσα στους καλύτερους που έχω γνωρίσει. Ο χαρακτήρας αυτών των ανθρώπων με αιχμαλώτισε αμέσως. Διέκρινα σ' αυτούς μεγάλη ειλικρίνεια, απόλυτη ευθύτητα, ερευνητική δυσπιστία απέναντι σε όλες τις προκαταλήψεις, και ήθελα να καταλάβω την ιδέα που διαμόρφωνε ανθρώπους τόσο διαφορετικούς απ' οποιουσδήποτε άλλους είχα συναντήσει μέχρι τότε.

Η ιδέα -μόλις την ασπάστηκα- βρήκε στο μυαλό μου ένα έδαφος πανέτοιμο να τη δεχτεί, λόγω της παρατήρησης και του προσωπικού στοχασμού. Απλώς, συγκεκριμενοποίησε αυτό που ήδη υπήρχε μέσα μου σε αόριστη και αβέβαιη μορφή. Με τη σειρά μου έγινα αναρχικός.

Δεν χρειάζεται, επ' ευκαιρία, να αναπτύξω όλη τη θεωρία του αναρχισμού, θέλω μόνο να τονίσω την επαναστατική του πλευρά, την καταστροφική και αρνητική πλευρά που με οδηγεί εδώ, μπροστά σας.

Σ' αυτή τη στιγμή του οδυνηρού αγώνα ανάμεσα στη μεσοαστική τάξη και τους εχθρούς της, μπαίνω στον πειρασμό να επαναλάβω τα λόγια του Souvarine στο Germinal: "Όλες οι συζητήσεις σχετικά με το μέλλον είναι εγκληματικές, αφού δεν παρεμποδίζουν τίποτε άλλο εκτός από την καταστροφή και επιβραδύνουν την πορεία της επανάστασης..."

Έφερα μαζί μου στον αγώνα ένα βαθύ μίσος το οποίο κάθε μέρα ανανεωνόταν απ' το θέαμα αυτής της κοινωνίας όπου όλα είναι ευτελή, όλα είναι προβληματικά, όλα είναι άσχημα, όπου όλα εμποδίζουν την έκφραση των ανθρώπινων παθών, τις γενναιόδωρες παρορμήσεις της καρδιάς, τα ελεύθερα ταξίδια της σκέψης.

Ήθελα να χτυπήσω όσο πιο δυνατά και όσο πιο ακριβοδίκαια μπορούσα. Ας αρχίσουμε λοιπόν απ' την πρώτη απόπειρα που έκανα, την έκρηξη στην Rue des Bons Enfants. Είχα παρακολουθήσει από κοντά τα γεγονότα στο Carmaux. Τα πρώτα νέα για την απεργία με είχαν γεμίσει χαρά. Οι ανθρακωρύχοι έδειχναν, επιτέλους, να εγκαταλείπουν εκείνες τις μάταιες ειρηνικές απεργίες, στις οποίες ο γεμάτος εμπιστοσύνη εργάτης περιμένει υπομονετικά τα λιγοστά του φράγκα να θριαμβεύσουν πάνω στα εκατομμύρια της εταιρείας. Έδειχναν να παίρνουν το δρόμο της βίας, πράγμα που εκδηλώθηκε αποφασιστικά στις 15 Αυγούστου του 1892. Στα γραφεία και τις εγκαταστάσεις του ορυχείου εισέβαλε ένα πλήθος ανθρώπων που είχαν κουραστεί να υποφέρουν, χωρίς αντίποινα· η δικαιοσύνη ήταν έτοιμη να αποδοθεί, οι εργάτες ήταν έτοιμοι να επιτεθούν σ' έναν μηχανικό τον οποίο μισούσαν βαθιά, όταν επενέβησαν μερικοί τρομαγμένοι.

Ποιοί ήταν αυτοί οι άντρες; Οι ίδιοι που προκαλούν την αποτυχία όλων των επαναστατικών κινημάτων, γιατί φοβούνται πως οι άνθρωποι, μόλις δράσουν ελεύθερα, δεν θα υπακούουν πια σε αυτούς· αυτοί που έπεισαν χιλιάδες ανθρώπους να υπομείνουν τις στερήσεις μήνα με το μήνα, με σκοπό να εκμεταλλευτούν τη δυστυχία τους και να αποκτήσουν τη δημοτικότητα που θα τους έβαζε σε γραφεία· τέτοιοι άντρες -κι εννοώ τους σοσιαλιστές ηγέτες- ανέλαβαν την ηγεσία του απεργιακού κινήματος.

Αμέσως εμφανίστηκε στην περιοχή ένα κύμα ευφυολόγων κυρίων· έθεσαν εξ' ολοκλήρου τον εαυτό τους στη διάθεση του αγώνα, συγκέντρωσαν εισφορές μελών, οργάνωσαν συνέδρια και έκαναν εκκλήσεις για χρήματα προς κάθε κατεύθυνση. Οι ανθρακωρύχοι παρέδωσαν κάθε πρωτοβουλία στα χέρια τους και αυτό που συνέβη είναι σε όλους γνωστό.

Η απεργία συνεχιζόταν και οι ανθρακωρύχοι βίωναν την πιο στενή εξοικείωση με την πείνα που έγινε ο συνηθισμένος σύντροφός τους· εξάντλησαν τα ελάχιστα αποθέματα του συνδικάτου τους και των άλλων οργανώσεων που τους πρόσφεραν βοήθεια και, μετά την πάροδο δύο μηνών, επέστρεψαν απογοητευμένοι στο ορυχείο, πιο δυστυχισμένοι απ' ότι πριν. Θα ήταν τόσο απλό αν είχαν επιτεθεί απ' την αρχή στο μόνο ευαίσθητο σημείο της εταιρείας, το οικονομικό· αν είχαν κάψει τα αποθέματα του γαιάνθρακα, αν είχαν σπάσει τις μηχανές, αν είχαν καταστρέψει τις αποστραγγιστικές αντλίες.

Τότε σίγουρα, η εταιρεία θα είχε συνθηκολογήσει πολύ γρήγορα. Αλλά οι μεγάλοι ποντίφικες του σοσιαλισμού δεν επιτρέπουν τέτοιες πρακτικές, γιατί είναι αναρχικές πρακτικές. Σε τέτοια παιχνίδια κινδυνεύει κανείς να φυλακιστεί και -ποιός ξέρει;- ίσως τον βρει μια απ' αυτές τις σφαίρες που έπεσαν στο Fourmies. Αυτός δεν είναι τρόπος να κερδίσεις θέσεις σε δημοτικά συμβούλια ή στο νομοθετικό σώμα. Με λίγα λόγια, η τάξη -αφού διαταράχτηκε στιγμιαία- βασίλεψε για άλλη μια φορά στο Carmaux.

Δυνατότερη από ποτέ, η εταιρεία συνέχισε την εκμετάλλευση και οι κύριοι μέτοχοι συγχάρηκαν τους εαυτούς τους για το αίσιο τέλος της απεργίας. Η συγκέντρωση των μερισμάτων τους έγινε πιο ευχάριστη από ποτέ.

Τότε αποφάσισα να διαταράξω αυτό το κονσέρτο των ευτυχισμένων τόνων με μια φωνή που η μπουρζουαζία είχε ήδη ακούσει, αλλά νόμιζε πως είχε πεθάνει μαζί με τον Ravachol: τη φωνή του δυναμίτη.

Ήθελα να δείξω στους μπουρζουάδες πως από εκείνη τη στιγμή και μετά, οι απολαύσεις τους δεν θα έμεναν άθικτες, οι θρασύτατοι θρίαμβοί τους θα διαταράσσονταν, ο χρυσός τους μόσχος θα σειόταν πάνω στο βάθρο του, μέχρι το τελικό χτύπημα να τον σωριάσει στη βρωμιά και το αίμα.

Ταυτόχρονα ήθελα να κάνω τους ανθρακωρύχους να καταλάβουν πως υπάρχει μόνο μια κατηγορία ανθρώπων, οι αναρχικοί, που ειλικρινά εξοργίζονται με τα βάσανά τους και θέλουν να εκδικηθούν γι' αυτά. Τέτοιοι άνθρωποι δεν κάθονται στο κοινοβούλιο, όπως ο κύριος Guesde και οι συνεργάτες του, αλλά βαδίζουν προς τη γκιλοτίνα.

Έτσι έφτιαξα μια βόμβα. Κάποια στιγμή, ήρθε στη μνήμη μου η κατηγορία που είχε εξαπολυθεί εναντίον του Ravachol. Τι γίνεται με τα αθώα θύματα; Έλυσα σύντομα αυτό το πρόβλημα. Το κτίριο στο οποίο η εταιρεία Carmaux είχε τα γραφεία της, κατοικούνταν μόνο από μπουρζουάδες· έτσι δεν θα υπήρχαν αθώα θύματα. Όλη η μπουρζουαζία ζει από την εκμετάλλευση των άτυχων και πρέπει να πληρώνει από κοινού για τα εγκλήματά της. Έτσι, με απόλυτη βεβαιότητα για τη νομιμότητα της πράξης μου, άφησα τη βόμβα στη είσοδο των γραφείων της εταιρείας.

Ήδη εξέθεσα την ελπίδα μου: στην περίπτωση που ο μηχανισμός μου ανακαλυπτόταν πριν από την έκρηξη, θα μεταφερόταν στο αστυνομικό τμήμα, όπου αυτοί που θα βλάπτονταν ήταν επίσης εχθροί μου. Τέτοια ήταν τα κίνητρα που με οδήγησαν στη διάπραξη της πρώτης απόπειρας για την οποία έχω κατηγορηθεί.

Ας συνεχίσουμε με το δεύτερο επεισόδιο στο καφέ Terminus. Είχα επιστρέψει στο Παρίσι τον καιρό της υπόθεσης Vaillant και έγινα μάρτυρας της τρομερής καταστολής που ακολούθησε την έκρηξη στο Palais-Bourbon. Είδα τα δρακόντεια μέτρα που η κυβέρνηση αποφάσισε να πάρει εναντίον των αναρχικών. Παντού υπήρχαν ρουφιάνοι, γίνονταν έρευνες και συλλήψεις. Μεγάλος αριθμός ατόμων συνελήφθησαν αδιακρίτως, αποσπάστηκαν βίαια απ' τις οικογένειές τους και ρίχτηκαν στη φυλακή. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για το τι συνέβη στις γυναίκες και στα παιδιά αυτών των συντρόφων, όσο παρέμεναν στη φυλακή.

Ο αναρχικός δεν θεωρούνταν πλέον άνθρωπος, παρά ένα άγριο θηρίο που έπρεπε να κυνηγηθεί παντού, ενώ ο αστικός τύπος, ευτελής δούλος της εξουσίας, απαιτούσε μετά μανίας την εξόντωσή του.

Την ίδια εποχή, οι ελευθεριακές εφημερίδες και μπροσούρες κατασχέθηκαν και το δικαίωμα της συγκέντρωσης καταργήθηκε. Και το χειρότερο απ' όλα: όταν ήθελαν να βγάλουν ένα σύντροφο απ' τη μέση, ένας χαφιές πήγαινε στο σπίτι του και άφηνε ένα πακέτο λέγοντας πως περιείχε τανίνη· την επόμενη μέρα διεξαγόταν έρευνα, με ένταλμα που είχε την ημερομηνία της προηγούμενης μέρας, ένα κουτί με ύποπτη σκόνη ανακαλυπτόταν, ο σύντροφος οδηγούνταν στο δικαστήριο και καταδικαζόταν σε τρία χρόνια φυλάκιση. Αν θέλετε να μάθετε την αλήθεια γι' αυτά, ρωτήστε τον χαφιέ της συμφοράς που βρήκε το δρόμο του στο σπίτι του συντρόφου Merigeaud!

Αλλά, όλες αυτές οι ενέργειες ήταν αποδεκτές, γιατί χτυπούσαν έναν εχθρό που είχε σπείρει το φόβο και αυτοί που έτρεμαν, ήθελαν τώρα να επιδείξουν θάρρος. Σαν αποκορύφωμα αυτής της σταυροφορίας εναντίον των αιρετικών, ακούσαμε τον υπουργό εσωτερικών, M. Reynal, να δηλώνει στο κοινοβούλιο πως τα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση σκόρπισαν τον πανικό στο στρατόπεδο των αναρχικών. Αλλά, αυτά δεν ήταν αρκετά. Ένας άνδρας που δεν είχε σκοτώσει, καταδικάστηκε σε θάνατο. Ήταν απαραίτητο να σταθεί γενναίος μέχρι το τέλος. Έτσι, ένα ωραίο πρωί οδηγήθηκε στη γκιλοτίνα.

Αλλά, κύριοι μπουρζουάδες, υπολογίσατε χωρίς τον ξενοδόχο. Συλλάβατε εκατοντάδες άντρες και γυναίκες, παραβιάσατε ένα σωρό σπίτια, μα έξω από τους τοίχους της φυλακής υπήρχαν ακόμα άνθρωποι άγνωστοι σε σας, που σας παρακολουθούσαν απ' τη σκιά να κυνηγάτε τους αναρχικούς και το μόνο που περίμεναν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να κυνηγήσουν με τη σειρά τους τούς κυνηγούς.



Τα λόγια του Reynal ήταν μια πρόκληση για τους αναρχικούς. Δεχτήκαμε την πρόκληση. Η βόμβα στο καφέ Terminus είναι η απάντηση στις καταπατήσεις της ελευθερίας, στις συλλήψεις, στις έρευνες, στους νόμους εναντίον του τύπου, στις μαζικές εκτοπίσεις, στους αποκεφαλισμούς. Αλλά γιατί, θα ρωτήσετε, επιτέθηκα στους ήσυχους θαμώνες του καφέ, που κάθονταν ακούγοντας μουσική και αναμφίβολα, δεν ήταν ούτε δικαστές, ούτε βουλευτές, ούτε γραφειοκράτες; Γιατί; Είναι πολύ απλό. Η μπουρζουαζία δεν έκανε διακρίσεις ανάμεσα στους αναρχικούς. Ο Vaillant από μόνος του πέταξε μια βόμβα, τα εννέα δέκατα των συντρόφων δεν τον γνώριζαν καν. Αλλά, αυτό δεν είχε σημασία· οι διώξεις ήταν μαζικές και οποιοσδήποτε είχε την παραμικρή σχέση με αναρχικούς καταδιώχθηκε. Απ' τη στιγμή που εσείς θεωρείτε υπεύθυνο έναν ολόκληρο κύκλο ανθρώπων για τις πράξεις ενός μόνον και χτυπάτε αδιάκριτα, θα χτυπάμε κι εμείς αδιάκριτα.

Μήπως θα έπρεπε να επιτεθόμαστε μόνο στους βουλευτές που φτιάχνουν νόμους εναντίον μας, στους δικαστές που εφαρμόζουν αυτούς τους νόμους, στην αστυνομία που μας συλλαμβάνει; Δεν συμφωνώ. Αυτοί οι άντρες είναι απλά όργανα. Δεν δρουν για λογαριασμό τους. Οι λειτουργίες τους θεσπίστηκαν από τη μπουρζουαζία για την υπεράσπιση των συμφερόντων της. Δεν είναι περισσότερο ένοχοι απ΄τους υπόλοιπους από εσάς. Αυτοί οι καλοί μπουρζουάδες που δεν κατέχουν αξιώματα, αλλά εισπράττουν μερίσματα και ζουν τεμπέλικα, εκμεταλλευόμενοι το μόχθο των εργατών, πρέπει κι αυτοί να πάρουν το μερίδιό τους απ' τα αντίποινα. Κι όχι μόνο αυτοί, μα και όσοι είναι ικανοποιημένοι με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, όσοι επικροτούν τις ενέργειες της κυβέρνησης και έτσι γίνονται συνένοχοί της, αυτοί οι γραφιάδες που κερδίζουν τριακόσια ή πεντακόσια φράγκα το μήνα και μισούν το λαό πιο σφοδρά κι απ' τους πλούσιους, αυτή η ηλίθια και ξιπασμένη μάζα ανθρώπων, που πάντα πηγαίνουν στο πλευρό των δυνατών -μ' άλλα λόγια, η καθημερινή πελατεία του Terminus και των άλλων θαυμάσιων καφέ!

Να γιατί χτύπησα στα τυφλά και δεν διάλεξα τα θύματά μου! Η μπουρζουαζία πρέπει να καταλάβει πως αυτοί που υποφέρουν, επιτέλους κουράστηκαν απ' τα βάσανά τους· δείχνουν τα δόντια τους και θα χτυπούν με αυξανόμενη βιαιότητα, αν εσείς είστε σκληροί μ' αυτούς. Δεν σέβονται καθόλου την ανθρώπινη ζωή, γιατί οι ίδιοι οι μπουρζουάδες έδειξαν πως αδιαφορούν γι' αυτήν. Δεν αρμόζει σε αυτούς τους δολοφόνους που ευθύνονται για τη ματωμένη εβδομάδα και για το Fourmies να θεωρούν τους άλλους σαν δολοφόνους.

Δεν θα λυπηθούμε τις γυναίκες και τα παιδιά των μπουρζουάδων, γιατί κανείς δε λυπήθηκε τις γυναίκες και τα παιδιά αυτών που αγαπάμε. Μήπως δεν πρέπει να λογαριάσουμε ανάμεσα στα αθώα θύματα εκείνα τα παιδιά που αργοπεθαίνουν από αναιμία στις φτωχογειτονιές, επειδή το ψωμί είναι σπάνιο στα σπίτια τους; Εκείνες τις γυναίκες που χλωμιάζουν μέσα στα εργαστήριά σας, δουλεύοντας για να κερδίσουν σαράντα δεκάρες την ημέρα και είναι τυχερές αν η φτώχεια δεν τις σπρώξει στην πορνεία; Εκείνους τους γέρους που τους μετατρέψατε σε παραγωγικές μηχανές για όλη τους τη ζωή και τους ρίχνετε στα σκουπίδια ή στα φτωχοκομεία, όταν χάσουν πια τη δύναμή τους;

Τουλάχιστον, να έχετε το θάρρος των εγκλημάτων σας, κύριοι μπουρζουάδες, και να παραδεχτείτε πως τα αντίποινά μας είναι απόλυτα νόμιμα.

Φυσικά δεν έχω ψευδαισθήσεις. Ξέρω ότι οι πράξεις μου δεν είναι ακόμα κατανοητές από τις μάζες που είναι απροετοίμαστες για κάτι τέτοιο. Ακόμα κι ανάμεσα στους εργάτες, για τους οποίους αγωνίστηκα, θα υπάρξουν πολλοί, παραπλανημένοι από τις εφημερίδες σας, που θα με θεωρήσουν εχθρό τους. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Δεν με ενδιαφέρει η κρίση κανενός. Ούτε αγνοώ το γεγονός ότι υπάρχουν άτομα που ισχυρίζονται πως είναι αναρχικοί και σπεύδουν να αρνηθούν κάθε αλληλεγγύη στους προπαγανδιστές της δράσης. Αυτοί επιδιώκουν να επιβάλουν μια λεπτή διάκριση ανάμεσα στους θεωρητικούς και στους τρομοκράτες. Πολύ δειλοί για να διακινδυνεύσουν τις ζωές τους, απορρίπτουν όσους το κάνουν. Αλλά η επιρροή που ισχυρίζονται ότι ασκούν στο επαναστατικό κίνημα είναι μηδαμινή. Σήμερα, το πεδίο είναι ανοιχτό στη δράση, χωρίς αδυναμίες και υπαναχωρήσεις.

Ο Alexander Herzen, ο Ρώσος επαναστάτης, είπε κάποτε: "Απ' αυτά τα δύο, ένα πρέπει να επιλέξουμε: είτε να καταδικάσουμε και να βαδίσουμε μπροστά, είτε να συγχωρήσουμε και να γυρίσουμε πίσω στα μισά του δρόμου". Δεν σκοπεύουμε ούτε να συγχωρήσουμε, ούτε να γυρίσουμε πίσω και θα πρέπει πάντα να προχωρούμε μπροστά μέχρι η επανάσταση, που είναι ο σκοπός των προσπαθειών μας, να επιστεγάσει το έργο μας, με τη δημιουργία ενός ελεύθερου κόσμου.

Σ' αυτόν τον ανελέητο πόλεμο που κηρύξαμε στη μπουρζουαζία, δεν ζητάμε έλεος. Δώσαμε το θάνατο και ξέρουμε να τον υπομένουμε. Έτσι, περιμένω με αδιαφορία την ετυμηγορία σας. Ξέρω πως το κεφάλι μου δεν θα είναι το τελευταίο που θα κόψετε· θα πέσουν κι άλλα, αφού οι πεινασμένοι άρχισαν να μαθαίνουν το δρόμο προς τα μεγάλα καφέ και εστιατόριά σας, το Terminus και το Foyot. Θα προσθέσετε κι άλλα ονόματα στη ματωμένη λίστα των νεκρών μας.

Κρεμάσατε ανθρώπους στο Σικάγο, αποκεφαλίσατε άλλους στη Γερμανία, στραγγαλίσατε στη Ζερέζ, πυροβολήσατε στη Βαρκελώνη, καρατομήσατε στο Μονμπριζόν και το Παρίσι, εκείνο όμως που ποτέ δεν θα καταστρέψετε είναι η Αναρχία. Οι ρίζες της είναι πολύ βαθιές. Γεννιέται μέσα στην καρδιά μιας κοινωνίας που σαπίζει και καταρρέει. Είναι μια βίαιη αντίδραση ενάντια στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Αντιπροσωπεύει όλες τις βλέψεις για ισότητα και ελευθερία, που εναντιώνονται στην εξουσία. Είναι παντού και είναι αδύνατον να τη συγκρατήσετε. Στο τέλος θα σας σκοτώσει.

EMILE HENRY

Πηγή: Gazette des Tribunanx, 27-28 Απρίλη 1894

Μετάφραση: Βερόη

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Γιατί η σημαία μας είναι μαύρη;




«Το μαύρο είναι μια απόχρωση της άρνησης. Η μαύρη σημαία είναι η άρνηση όλων των υπόλοιπων σημαιών. Είναι η άρνηση του έθνους που βάζει το ανθρώπινο γένος να πολεμά ενάντια στον εαυτό του και αρνείται την ενότητα όλων των ανθρώπων. Το μαύρο είναι θυμός και οργή για όλα τα φρικιαστικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που έγιναν στο όνομα της υποταγής σε κάποιο κράτος. Το μαύρο είναι θυμός και οργή για την προσβολή της νοημοσύνης του ανθρώπου που ενέχεται στους ισχυρισμούς, στις υποκρισίες και τις απάτες των κυβερνήσεων…

Το μαύρο είναι ακόμη το χρώμα του πένθους, η μαύρη σημαία που ακυρώνει την έννοια του έθνους, θρηνεί για το χαμό των εκατοντάδων εκατομμυρίων δολοφονημένων στους πολέμους, επεκτατικούς και εμφύλιους, για την μεγαλύτερη δόξα και σταθερότητα κάποιου κράτους. Θρηνεί για όσους τους κλέβουν την εργασία μέσω της φορολόγησης για να πληρωθεί η σφαγή και η καταπίεση άλλων ανθρώπων. Θρηνεί όχι μόνο για το θάνατο του σώματος αλλά και για το σακάτεμα της ψυχής κάτω από αυταρχικά και ιεραρχικά συστήματα. Θρηνεί για τα εκατομμύρια εγκεφαλικά κύτταρα που νεκρώνονται χωρίς ούτε μια ευκαιρία να φωτίσουν τον κόσμο. Είναι το χρώμα του απαρηγόρητου θρήνου.

Όμως το μαύρο είναι και όμορφο. Είναι το χρώμα της θέλησης και του σκοπού, της αποφασιστικότητας, της δύναμης, ένα χρώμα με το οποίο όλα τα υπόλοιπα αποσαφηνίζονται και καθορίζονται. Το μαύρο είναι η μυστηριώδης αγκαλιά της βλάστησης, της γονιμότητας, το γόνιμο έδαφος στο οποίο πάντοτε ξεπηδά, ανανεώνεται και αναπαράγεται η νέα ζωή μέσα στο σκοτάδι. Ο κρυμμένος σπόρος μέσα στο έδαφος, το παράξενο ταξίδι του σπέρματος, η μυστική ανάπτυξη του εμβρύου στη μήτρα, όλ’ αυτά που περιβάλλει και προστατεύει το σκοτάδι.

Έτσι το μαύρο είναι άρνηση, είναι θυμός, είναι οργή, είναι θρήνος, είναι ομορφιά, είναι ελπίδα, είναι η περίθαλψη και η προστασία νέων μορφών ανθρώπινης ζωής και σχέσης επάνω στη γη και με τη γη. Η μαύρη σημαία σημαίνει όλα τα παραπάνω.

Είμαστε περήφανοι που την κρατάμε, λυπούμαστε που αναγκαζόμαστε να το κάνουμε, και προσμένουμε την ημέρα που ένα τέτοιο σύμβολο δεν θα είναι πια απαραίτητο».

Αποσπασμα απο το βιβλιο του Χάουαρντ Έλρικ «Ανακαλύπτοντας και πάλι την Αναρχία».

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Βαθμίδες ~ Νίκος Καρούζος

Όλα κοστίζουν ένα παίξιμο
Πάρε μαζί σου τον έρωτα κ᾿ εκείνα τα όνειρα
Έλα στην κάτω γειτονιά και πες, κορόνα γράμματα
Εκεί που χάνεται η ψυχή να βυθιστείς
Θέλω ν᾿ ακούσεις το μεγάλο μυστικό
Για πάντα πέφτει ο καρπός απ᾿ το δέντρο
Ἐντούτοις εκεί που χάνεται ο δρόμος να τραβήξεις
Ό,τι να σε καλέσει
Δὲν είναι για επιστροφή
Τα δάκρυα κι ο πόνος κοφτερός
Είναι μέσ᾿ στο παιχνίδι
Όποιες φωνές ακούσεις μη σε παρασύρουν
Σφάξε τη μια ομορφιά να πιεί τα αίμα η άλλη
Κορόνα γράμματα να παίξεις
Τις ώρες και τα χρόνια
Μόνος με τον έρημο αντίπαλο...

Fernando Pessoa


Ζητώ συγγνώμη που δεν απαντώ
Αλλά λάθος δικό μου δεν είναι
Που δεν αντιστοιχώ
Σ’ αυτόν που σε μένα αγαπάτε
Ο καθένας μας είναι πολλοί
Εγώ είμαι αυτός που νομίζω πως είμαι
Άλλοι με βλέπουν αλλιώς
Και πάλι λάθος κάνουν
Μη με παίρνετε γι’ άλλον
Κι αφήστε με ήσυχο
Αν εγώ δεν θέλω
Να βρω τον εαυτό μου
Γιατί οι άλλοι για μένα να ψάχνουν;

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα
Μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις
Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους
Μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις
Γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα
Ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες
Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι 
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα
Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα
Χίλιοι τη χαίρονται, ένας την πληρώνει...

Νάνος Βαλαωρίτης

 
Σήμερα γινόμαστε μάρτυρες του θανάτου
Του ίδιου του Χρόνου
Τι παράξενο
Να έχει σώμα νέου και όχι γέρου
Τι παράξενο
Να επιζούμε εμείς και Αυτός να σβήνει
Όμως, ο Χρόνος έχει πολλές διαστάσεις
Δε μετριέται μόνο από τα ρολόγια με τους λεπτοδείκτες
Αλλά και από το εσωτερικό ρολόι των επιθυμιών μας.
Και ύστερα, γινόμαστε μάρτυρες του θανάτου
Του ίδιου του Ποιητή
Τότε είναι
Που "η μαγεία του λόγου παύει να ενεργεί" και η χώρα ερημώνει.
Οι εξουσίες αναζητούν το εξιλαστήριο θύμα
Που θα του χρεώσουνε την ενοχή
Όμως η ενοχή φουσκώνει και θεριεύει
Ανεβαίνει σκαλί σκαλί την ιεραρχία
Και είναι τελικά ο Εξουσιαστής ο μέγας φταίχτης
Για του Ποιητή το θάνατο
Γιατί πρώτος αυτός είναι που ερήμωσε το συλλογικό φαντασιακό
Το συλλογικό αυτό αυτί μας
Που μέσα του ψιθυρίζουν οι ποιητές...

Αλέξανδρος Παναγούλης


Υπήρχαν σκλάβοι κάποτε
Σάρκιν’ αντικείμενα
Δίποδα ζώα
Που γεννιόνταν και πεθαίναν’
Δίποδα χτήνη υπηρετώντας

Ναι
Υπήρχαν σκλάβοι κάποτε
Που στη ζωή τους κράταγε η ελπίδα
Της λευτεριάς

Χρόνια και χρόνια πέρασαν
Και τώρα τέτοιοι σκλάβοι δεν υπάρχουν

Γεννήθηκε όμως
Ένα καινούργιο είδος σκλάβων
Σκλάβοι αμειβόμενοι
Σκλάβοι χορτάτοι
Σκλάβοι που γελούν
Σκλάβοι που θέλουν σκλάβοι να μένουν

Αυτή είναι η πρόοδος...

Τάσος Λειβαδίτης

Ναι αγαπημένη μου
Εμείς γι᾿ αυτά τα λίγα κι απλά πράγματα πολεμάμε
Για να μπορούμε να ῾χουμε μια πόρτα, εν᾿ άστρο, ένα σκαμνί
Ένα χαρούμενο δρόμο το πρωί
Ένα ήρεμο όνειρο το βράδυ
Για να ῾χουμε έναν έρωτα που να μη μας τον λερώνουν
Ένα τραγούδι που να μπορούμε να τραγουδάμε...

Όμως αυτοί σπάνε τις πόρτες μας
Πατάνε πάνω στον έρωτά μας
Πριν πούμε το τραγούδι μας
Μας σκοτώνουν...

Μας φοβούνται και μας σκοτώνουν
Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
Φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
Φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι του παιδιού μας
Φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν να αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά
Και να μοχτούν τόσο αντρίκια
Φοβούνται τα λόγια που λέμε οι δυο μας με φωνή χαμηλωμένη
Φοβούνται τα λόγια που θα λέμε αύριο όλοι μαζί
Μας φοβούνται, αγάπη μου, και όταν μας σκοτώνουν
Νεκρούς μας φοβούνται πιο πολύ...

Gabriel Celaya

Βάλε με κάτω από το δάκρυ
Βάλε με κάτω από μια μέρα του χρόνου
Θα μιλήσουμε

Βάλε με κάτω από την κούραση
Βάλε με κάτω από τις λύπες που δεν ομολογούνται
Kι άκου εκεί την σιωπή

Βάλε με γιατί δεν υπάρχω σήμερα
Σώσε με από το ομόκεντρο και άδειο γαλάζιο.
Προκάλεσε τον πόθο μου...

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

Μέχρι το τέλος και μετά ~ Για τον Χάρη Τεμπερεκίδη

Στις 7 Φλεβάρη 1999 πέφτει απ’ τις σφαίρες των μπάτσων μετά από πολυήμερο κυνηγητό στα χιονισμένα βουνά της Κορινθίας ο Χάρης Τεμπερεκίδης, αφού είχε πρωταγωνιστήσει μαζί με τους συντρόφους του Αντώνη Φραντζή, Διονύση Ντούρο και Γιάννη Καραδήμο στην κινηματογραφική ληστεία του υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας στην Κλειτορία Αχαΐας. Για ημέρες τους κυνηγούσαν μέσα στα χιονισμένα βουνά ΕΚΑΜ με ειδικά εκπαιδευμένους σκύλους χωρίς να καταφέρνουν να τους πιάσουν...
...Μόνο αυτοί που ζουν έξω από τις φυλακές
Μπορούν να τιμήσουν τα νεκρά σώματα
Να καθάρουν τους εαυτούς τους
Από τον πόνο για τους νεκρούς τους με αγκαλιές
Μπορούν να γδάρουν τις ταφόπλακες
Με τα νύχια και τα δάκρυα...

Όχι όμως οι φυλακισμένοι...
Εμείς μπορούμε μόνο να σφυρίζουμε
Έτσι ώστε η ηχώ να ηρεμήσει τα νέα...

Το κείμενο που ακολουθεί είναι καταγραφή συζήτησης που είχε ο Χάρης το 1979, όντας κρατούμενος στη φυλακή της Κέρκυρας, με το δημοσιογράφο Γιάννη Λιάνη στα πλαίσια μιας έρευνας για τις φυλακές που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ...

Γεννήθηκα στην Πολωνία. Πέντε χρονώ ήρθα με τους γονείς μου εδώ. Μεγάλωσα σ' ένα σπίτι φτωχό. Άρχισα τις κλοπές 14 χρονώ στα Γιαννιτσά. Ήμουνα αγνός και αγαθός και από την μια φυλακή στην άλλη έγινα αυτό που είμαι σήμερα, ένας επικίνδυνος κατάδικος. Το σκοινί τραβάει από πολύ παλιά. Μετά τις πρώτες κλοπές πήγα να το σκάσω για τη Βουλγαρία. Με βούτηξαν και με έκλεισαν στο αναμορφωτήριο του Ωρωπού. Εκεί είχαμε για "σωφρονιστή" ένα τέρας που στην κόλαση θα του' χουν ξεχωριστή θέση. Ήταν ο στρατοδίκης Μπουτσικάρης, γνωστός για τις θηριωδίες του στο αντάρτικο. Με πέντε άλλα παιδιά δραπετεύσαμε. Μας πιάσαν και μας στείλαν στη Βουλιαγμένης (Σημ. Σωφρονιστικό κατάστημα ανηλίκων, εκεί που σήμερα βρίσκονται το 6ο και το 4ο Γυμνάσιο - Λύκειο, Βουλιαγμένης και Ζεύξιδος, στον Νέο Κόσμο. Τα χρόνια πριν το θάνατό του, ο Χάρης "επέστρεψε" και σύχναζε σε καφέ που βρίσκεται πίσω ακριβώς από το κάποτε κολαστήριό του) κι από εκεί μας μπάρκαραν σε καράβι και μας μετέφεραν σε τούτο το νησάκι απέναντι από την Κέρκυρα που το λένε Βίδο. Που να το φανταζόμουνα ότι στη Βίδο θα πέρναγα τα νιάτα μου και στην Κέρκυρα τα υπόλοιπά μου χρόνια. Στη Βίδο "έστρωσα" γιατί είχα διευθυντή ένα θαυμάσιο παιδαγωγό. Τον Αλεξόπουλο. Έμαθα μουσική, έπαιζα τρομπέτα και πήγαινα στο Γυμνάσιο. Βγήκα 17 χρονώ.

Στο σπίτι είχαμε προβλήματα. Ο πατέρας μου ήταν αλκοολικός, λεφτά δεν υπήρχαν. Έκλεψα ένα μηχανάκι και μια τρομπέτα και μετά από αυτά τα μικρά αδικήματα έφτασα στο πολύ μεγάλο. Σκότωσα στη Θεσσαλονίκη έναν έμπορο για να τον ληστέψω.

Έφαγα ισόβια και 15 χρόνια. Το ταξίδι μου στις φυλακές άρχισε από το Επταπύργιο και μετά βρέθηκα στην Αλικαρνασσό. Δραπέτευσα την πρώτη φορά από το Βενιζέλειο Νοσοκομείο και τη δεύτερη, μαζί με τον μακαρίτη Κεχαΐδη, από τις φυλακές της Αλικαρνασσού. Έφαγα για τις δύο αποδράσεις 15 χρόνια, κατά συγχώνευση ΙΙ. Στην πρώτη απόδραση με πιάσανε λίγες ώρες αργότερα γιατί γύρισα στον τόπο του ραντεβού όπου περίμενα τον συνκατάδικο που φύγαμε μαζί. Εκεί μου την είχαν στήσει. Είχα καταφύγιο εκείνη την εποχή στα Χανιά, κάτι καλά παιδιά από το αναμορφωτήριο. Ήθελα να φύγω για την Πολωνία, να πάω στον νονό μου. Στη δεύτερη απόδραση ήταν όλα καταστρωμένα από τον Κεχαΐδη, που τέτοιος κατάδικος και τέτοιο παιδί δεν θα ξαναπεράσει από τον ντουνιά. Κόψαμε το κάγκελο με σιδεροπρίονο και από το παράθυρο του δευτέρου ορόφου σαλτάραμε, χωρίς να μας πάρει χαμπάρι κανένας. Τον Κεχαΐδη τον πιάσανε δύο ώρες αργότερα. Εγώ έφυγα κατά τη Σητεία, όπου είχα καλή κρυψώνα, αλλά είχα πολλά ατυχήματα στο δρόμο. Έξι μέρες περιπλανιόμουν στα βουνά σαν το ζώο, τρώγοντας σπαράγγια, κουκιά, σιτάρι, πίνοντας βρώμικο νερό. Θέλησε να με βοηθήσει μια γυναικούλα αλλά εγώ δεν την εμπιστεύτηκα. Όταν με είδε αξύριστο και κουρελή, τρόμαξε. Της χύθηκε το γάλα. Μου έδωσε φιλοξενία αλλά εγώ την αρνήθηκα.

Μετά από αυτά τα παραπτώματα, βρέθηκα στην Κέρκυρα. Την πρώτη φορά που ήρθα στην Κέρκυρα, μετά την πρώτη μου απόδραση, ήταν τα χρόνια που η φυλακή ήταν λάσκα. Επίτηδες λάσκα. Οπλοφορούσα κι εγώ γιατί αλλιώτικα δεν την έβγαζες. Τη φυλακή την αφήσανε οι δεσμοφύλακες να "ξεπέσει" για να μετατραπεί σε πειθαρχική και να πάρουνε έξτρα μισθούς και πριμ. Οι δεσμοφύλακες τότε πασάρανε μαχαίρια, ναρκωτικά, χάπια και ποτά σε μερικούς κρατούμενους.

Σήμερα οι φυλακές της Κέρκυρας έχουν μια φαινομενική ησυχία. Τα "σκαθάρια", έτσι λέμε στη γλώσσα της φυλακής τους άτακτους κρατούμενους, φαίνεται ότι έχουν γαληνέψει. Αλλά η αλήθεια είναι ότι κάθε μέρα εδώ εφευρίσκουν νέους μηχανισμούς καταπίεσης, ραδιουργίας και ξεφτελισμού του ανθρώπου.

Θα σας διηγηθώ τα προσωπικά μου πάθη. όταν η φυλακή έγινε πειθαρχική έφαγα πολύ ξύλο. Εικοσιπέντε μέρες πριν γίνει πειθαρχική, με στείλανε στην Αίγινα. Το κάνανε για να με αφοπλίσουν. Εκείνο τον καιρό είχα μαχαίρι. Είχα καταντήσει αγρίμι. Έπαιζα ποδόσφαιρο  και είχα το μαχαίρι επάνω μου. Με το που πήγα στην Αίγινα, παρέδωσα το μαχαίρι. Στην Αίγινα βρήκα τον Κεχαΐδη. Όλοι εμείς οι κατάδικοι πιστεύουμε ότι ο Κεχαΐδης δολοφονήθηκε. (Ο Χάρης βγάζει από τη φόρμα της φυλακής, από το μέρος της καρδιάς, μια φωτογραφία. Είναι η τελευταία φωτογραφία του Κεχαΐδη. Με τα δικά του γράμματα έγραψε πίσω από τη φωτογραφία την αφιέρωση που δεν πρόλαβε να του κάνει ο μακαρίτης. "Για τον αδερφό μου")

Όταν μαθεύτηκαν τα αίσχη που έκανε η παλιά φρουρά στην Κέρκυρα, στείλαν έναν εισαγγελέα για ανακρίσεις. Δεν εξέτασαν κανέναν από μας και απάλλαξαν όλους τους δεσμοφύλακες με βούλευμα. Φανταστείτε ότι μόνο η εισαγωγή ναρκωτικών που γινόταν κάθε μέρα στη φυλακή, τιμωρείται με ισόβια. Εκείνον τον καιρό μαρτύρησαν εδώ και άσχετοι τελείως κατάδικοι, φαντάρια και αεροπόροι που δεν είχαν υποπέσει σε κανένα πειθαρχικό παράπτωμα. Μέρα νύχτα η φυλακή αντιλαλούσε από τις μεταγωγές των κρατουμένων. Εγώ ήμουν στην ακτίνα Ι', κοντά στην πόρτα και δεν είχα ύπνο από το ομαδικό ξύλο, τις γκλοπιές και τους αναστεναγμούς των βασανισμένων που φώναζαν "ωχ μάνα μου". Από το πολύ ξύλο που δίναν οι υπάλληλοι γίνονταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Μπαίνανε μέσα στα κελιά και βαράγανε όπου λάχει. Όπου σε πάρει. κεφάλι, μάτι, γεννητικά όργανα. Φοράγανε βαριά παπούτσια, παίζανε κομπολόγια κλεμμένα από τους κατάδικους, βρίζανε και φτύνανε για να μην κοιμηθούμε. Κάποιος κάρφωσε πρόθυμε στον δεσμοφύλακα, ότι εγώ είπα πως αυτό το μπουζούκι θα κρατήσει έξι μήνες και μετά θα 'ρθει πάλι η σειρά μας.

Ήρθε ο φύλακας με τους "λεβέντες" του στο κελί μου. Με χτυπούσαν σφαλιάρες, το κεφάλι στο ντουβάρι και μετά έκανε νόημα και με περιλάβαν οι άλλοι. Με πήγαν στο πειθαρχείο. Δεν είχα "ακούσει" το "σταυρό" της Αίγινας, που είναι υποφερτός, γιατί οι κρίκοι είναι χαμηλοί. Με το που ανοίξανε το πειθαρχείο, είδα κρεμασμένο το φίλο μου, τον Λάμπρο τον Πέτση. Μου φάνηκε σαν πεθαμένος. Έπαθα τρακ. Μας βάλαν πλάτη με πλάτη. Για μένα, επειδή είμαι κοντός και δε φτάνανε τα χέρια μου στους κρίκους, φέραν έξτρα χειροπέδες από τη φρουρά. Τις πιάσανε στους κρίκους και με κρέμασαν από τις χειροπέδες. Οι μύτες των δακτύλων μόλις ακουμπούσαν στο πάτωμα. έχασα την ανάσα μου. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι καθώς ο ένας κρεμασμένος τραβούσε τον άλλον και γινόμασταν διπλό βάρος...
Μέχρι το τέλος και μετά
Για τον Χάρη Τεμπερεκίδη
Εκδόσεις Δαίμων του Τυπογραφείου


Φίδια πλεγμένα με οχιές είμαστε 'δω μέσα. Τα φίδια είμαστε 'μεις οι κατάδικοι.
Οι οχιές είναι οι δεσμοφύλακες.

Συνήθως λέγεται πως οι έννοιες είναι πλήρως  αποσαφηνισμένες όταν απέναντι βρίσκεται το αντίθετό τους. Έτσι η ελευθερία αποκτά την πλήρη μορφή της όταν αντιδιαστέλλεται με την φυλακή. Δεν μπορεί κάποιος να σκέφτεται και να μιλά για τα θέματα του σωφρονισμού, του εγκλεισμού των φυλακών χωρίς αυτόματα η μορφή του δολοφονημένου Χάρη Τεμπερεκίδη να μην του έρθει στο μυαλό. Γιατί ο Χάρης με την παρουσία του έδωσε μορφή και σχήμα στην ελευθερία με τις αποδράσεις του. Έδωσε μορφή και σχήμα στην αντίσταση και την εξέγερση με τη συμμετοχή του στους αγώνες των φυλακισμένων και στην καταστροφή των κολαστήριων. Στην αξιοπρέπεια με τη μαχητικότητα του στις απομονώσεις και τους βασανισμούς των ανθρωποφυλάκων. Έδωσε μορφή και σχήμα στην έννοια της αλληλεγγύης με τις επιστροφές του από τις αποδράσεις για τους συντρόφους του. Για την ομερτά της τελευταίας μάχης του...

Καλύτερα να ζήσεις μια φορά σα λύκος στα βουνά, παρά εκατό σαν πρόβατο...

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Jules Vallès

Ξεπουλημένα γουρούνια. Δεν ανήκουν στο γουρουνοστάσιο όλοι εκείνοι που για κάποια χρήματα ή για λίγη δόξα, για ένα πορτοφόλι, μια εσάρπα, μια κορδέλα, μετατρέπουν τις πεποιθήσεις τους σε άχυρα κάτω από τα πόδια των μεγάλων; Δεν ανήκουν εκείνοι οι ακόμα πιο αξιολύπητοι, που για να απολαμβάνουν το προνόμιο της αργομισθίας ή για να φανούν κάπως πιο σημαντικοί μετατρέπονται δίχως τύψεις σε αυλικούς, βαλέδες και παράσιτα στις παρακάμαρες των υπουργών ή στις τραπεζαρίες των πλούσιων; Δεν ανήκουν οι δημοσιογράφοι που πουλάνε την πένα τους σε όποιον πληρώνει τα περισσότερα ή οι χρονογράφοι που γλείφουν τις μπότες και παριστάνουν πως τάχα θέλουν να τις γυαλίσουν, οι νταβατζήδες, οι πονηροί, οι παντογνώστες γραφιάδες, όλα αυτά τα ξεπουλημένα γουρούνια;
Ξεπουλημένα γουρούνια είναι όλα εκείνα τα ανθρωπάκια που κάποτε παρίσταναν τους ενθουσιώδεις ή τους σκληρούς και τους άκαμπτους, που επιδείκνυαν την υποτιθέμενη ανεξαρτησία και εκκεντρικότητά τους, ενώ κάποιο ωραίο πρωί εντελώς αδειασμένοι, διαλυμένοι, αποκαμωμένοι, τελειωμένοι, έδεσαν σφιχτά ένα κόκκινο μεταξωτό φουλάρι στο λαιμό, πρόσθεσαν στο κεφάλι τους ένα τετράγωνο καπελίνο όπως τα αδέλφια τους τα γουρούνια των πανηγυριών και, τελικά, στριφογυρίζοντας και γρυλίζοντας, περπάτησαν αυτόβουλα προς το χοιροστάσιο της χυδαιότητας… Θεωρούν τους εαυτούς τους προστατευόμενους κάποιου υπουργού ή εθελοντές μιας κάποιας πολύ σπουδαίας υπόθεσης. Δεν είναι όμως εθελοντές, αλλά ξεπουλημένα γουρούνια. Δεν διατρέχουν κανέναν άλλον κίνδυνο πέραν του να σκεπαστούν είτε από μία βροχή φτυσιμάτων είτε από την ανουσιότητα των λιβανισμάτων…

H απόλυτη ζωή μου ~ Αγγελος Σικελιανός



«Είσαι Δική μου, είμαι Δικός Σου! Αυτό μονάχα με γεμίζει, αυτό μονάχα με στυλώνει, αυτό μονάχα με κρατάει στη γη! Οι ρίζες του είναι μας είναι μπλεγμένες κάτου από το χώμα κι ολοένα μπλέχονται και σμίγουνε κι αναζητιώνται και τυλίγονται και πιάνονται κι ένας χυμός μονάχα ανηφορίζει βουίζοντας στις φλέβες μας κι ένας καημός ανοίγει αδιάκοπα σ' αυτό το χωρισμό την αγκαλιά μας!

Α, πώς δουλεύει μέρα – νύχτα μέσα μου, στο σώμα μου όλο, από τα νύχια στην κορφή, αυτή η αδιάκοπη αναζήτηση του νου μου για το νου Σου, των ματιών μου για τα μάτια Σου, της πνοής μου για την πνοή Σου, των ριζών μου για τις ρίζες Σου. Ούτε δευτερόλεπτο δεν σταματά η αδιάκοπη, η ακοίμητη αίσθησή της. Και μήτ' έχω μέσα μου άλλη αίσθηση ζωής! Να Σε ζητώ μ' όλες τις ίνες μου όλες τις στιγμές, να κολυμπάω αντίστροφα στο ρέμα της απόστασης για να Σε αγγίξω. Αυτή είναι τώρα η φοβερή, η ακοίμητη, η απόλυτη ζωή μου. Και θα τη ζήσω, όσο που ρίζες, κλώνοι και κορμός θα γίνουν αιώνια Ενα κι η πνοή του Σύμπαντος στα φρένα μας μια μόνη Μουσική…»


(2 Ιουλίου 1939, Αθήνα)

«Γράμματα στην Αννα»