Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Arthur Rimbaud ~ Αίμα Κακό


Παιδί ακόμα, θαύμαζα τον σκαιό κατάδικο που πάντα έκλειναν πίσω από τις πόρτες της φυλακής.
Έψαχνα τα πανδοχεία και τις νοικιασμένες κάμαρες τις αγιασμένες με την παρουσία του. Ατένιζα με το δικό του ιδανικό το μπλε του ουρανού και τον ανθισμένο μόχθο της εξοχής.
Ερμήνευα το πεπρωμένο του στις πόλεις.
Ήταν από έναν άγιο πιο αγέρωχος, από έναν ποντοπόρο πιο νουνεχής, αυτός.
Μάρτυρας του λογισμού και του θριάμβου του.
Πάνω σε δημοσιές, κάτω απ’ τη νύχτα του χειμώνα δίχως σκεπή, δίχως κουρέλι, δίχως ψωμί, ένας φθόγγος έσφιγγε την παγωμένη καρδιά μου.

" Τόλμη ή δειλία: τόλμη για σε.
Δεν ξέρεις πού και γιατί τρέχεις.
Έμπα παντού, αποκρίσου σ’ όλα. Αν γίνεται να σκοτώσουν ένα πτώμα, τότε να φοβάσαι μήπως σε σκοτώσουν".


Το πρωί το βλέμμα μου είχε χαθεί στο άπειρο κι η όψη μου είχε τόσο αδειάσει ώστε κι αν κάποιον αντάμωσα δεν θα με παρατηρούσε.
Στις πόλεις, ο βόρβορος έλαμπε έξαφνα κόκκινος και μαύρος, πανόμοιος με καθρέφτη αντανακλώντας την φλόγα λάμπας από δωμάτιο σε δωμάτιο, σαν θησαυρός σε δάσος.
Καλή τύχη, κραύγαζα γοερά κι αντίκριζα ένα πέλαγο γεμάτο καπνό και λάμψη στον ουρανό και δεξιά κι αριστερά λαμπάδιαζαν τα πλούτη του κόσμου σαν ένα δισεκατομμύριο κεραυνοί.
Αλλά το όργιο κι η συντροφιά των γυναικών μου ήσαν απαγορευμένα.
Σύντροφος κανένας.
Είδα τον εαυτό μου περικυκλωμένο από ένα λυσσασμένο πλήθος αντίκρυ στο εκτελεστικό απόσπασμα να οδύρομαι από δυστυχία γιατί δεν μπορούσαν να με νιώσουν όμως συγχωρώντας τους, σαν την Ιωάννα Ντ’ Αρκ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου