Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Σάγαπώ κι αγαπώντας σε σε περιέχω ~ Mάρω Βαμβουνάκη

Στο εδώ είναι το παντού και στο καθετί τα πάντα.
Είμαι ήσυχη και κίνδυνο δεν έχω.
Γιατί τον πόνο και τη χαρά αρχίζω να τη δέχομαι με την ίδια ευγνωμοσύνη,
το μικρό και το μεγάλο με την ίδια έκπληξη κι όλα τα πλάσματα
ν' αποδέχομαι με τον ίδιο σεβασμό, ακόμα κι εμένα.
Το τίποτα και το όλα αρχίζω να κοιτώ σαν όψεις του ίδιου νομίσματος
που δίχως τη μιαν όψη είναι κίβδηλο.


Έρχεται η ώρα που θα λυτρωθώ από σένα!
Και θα λυτρωθώ από σένα αγαπώντας σε περισσότερο,
με της αγάπης το άμετρο μέτρο που είναι η περίσσια.
Θα σ' αγαπώ τόσο που δεν θα σ' απαιτώ δικό μου.
Να είσαι μόνο καλά εσύ χωρίς να ψάχνομαι πόσο καλά είμαι εγώ
από το καλά σου.
Ακόμα κι αν κοντά σε άλλην είσαι καλά, εγώ πάλι θα χαίρομαι
όπως να ήσουν μαζί μου.


Ούτε και γράμματα έχω ανάγκη να σου γράφω πια.
Υπάρχω μόνο και σ' αγαπώ κι αυτό το "σ' αγαπώ" μου που δεν έχει ανάγκη
καμιά ούτε καν γι ανταπόδοση, θα πλημμυρίσει, θα γεμίσει
με τον κυματισμό του τον κόσμο όλο,
θα έρχεται και σε σένα κι εσύ θα μπορείς, όποτε θες, να τ' ακούς.
Φτάνει να το θες.
Σ' αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι,
είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι αν είμαι έρχεσαι.
Είμαστε στο παντού και στο πάντα τώρα που σ' αγάπησα
κι η αγάπη μου μας κάνει αδιαίρετους.



Εσύ καλέ μου μου δίδαξες σκληρά την καταστροφή του να σ' αγαπώ λίγο.
Το λίγο ανοίγει ρωγμές να γλιστρά μέσα ο ακόρεστος εγωϊσμός,
να σ' απαιτεί, να σε διεκδικεί.
Η αγάπη δεν είναι κατά περίσταση, η αγάπη είναι άνευ όρων,
δεν παζαρεύει δούναι και λαβείν, η αγάπη είναι έξοδος
γιατί το εγώ το κάνει εσύ και σε λυτρώνει.


Όχι καλέ μου , εσύ δεν τελειώνεις, το τέλος σου δεν έχει τελειωμό.
Τα πράγματα δεν τελειώνουν έτσι εύκολα όπως το λέμε,
τα πράγματα μεταλλάζονται κι εγώ τώρα μεταλλάζω
τον απάνθρωπο έρωτά μου σ' αγάπη φιλάνθρωπη.
Δε θέλω να μιλώ άλλο για μένα.


Οι λέξεις είναι φυλακή, κατακρατούν τα δεύτερα και τους ξεφεύγει
το κύριο που πετά πέρα σαν ήχος καμπάνας που σε τίποτα δε φυλακίζεται.
Οι λέξεις ταριχεύουν το ζωντανό και δεν το αφήνουν να περπατήσει.



Σ' αγαπώ πια τόσο που δεν σ' έχω ανάγκη.
Σ' αγαπώ τόσο που σ' απαλάσσω από μένα.
Σ' αγαπώ αληθινά και δε σε φοβάμαι!


Αρχίζω να εμπιστεύομαι τη ζωή και να μην έχω αγωνία.
Ζωή δεν είπαμε πως είναι το άλλο όνομα της αλήθειας;


Οι λέξεις είναι ξένα σώματα.
Μ' ενοχλούν.
Μπορώ πια να σωπάσω.

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

Πώς σ'αγαπώ; Τους τρόπους ας μετρήσω....



Πώς σ'αγαπώ; Τους τρόπους ας μετρήσω.

Σ'αγαπώ στο βάθος, πλάτος και ύψος
που η ψυχή μου δύναται να φτάσει, σαν ψάχνει αόρατη
να βρει το τέλος του Είναι και της Χάρης της ιδανικής. 
Σ'αγαπώ στο επίπεδο της ταπεινότερης
καθημερινής ανάγκης, κάτω απ'τον ήλιο ή του κεριού
το φως.
Σ'αγαπώ ελεύθερα, όπως παλεύουν οι άντρες
για το Δίκιο.
Σ'αγαπώ αγνά, όπως απεχθάνονται τον Έπαινο.
Σ'αγαπώ με το πάθος που έντυνα
παλιά τις λύπες μου και με την πίστη
των παιδικών μου χρόνων.
Σ'αγαπώ με μιαν αγάπη που νόμιζα πως έχασα
μαζί με τους χαμένους μου αγίους- σ'αγαπώ
με την ανάσα,
τα χαμόγελα, τα δάκρυα όλης της ζωής μου!- και αν
ο Θεός ορίσει

θα σ'αγαπώ περισσότερο μετά το θάνατο.


Σονέτο XLIII Ερωτική Ποίηση ~ Ε.Μπράουνιγκ

Δίκαια κυνηγημένος ~ Bertolt Brecht


Σαν πλουσιόπαιδο μεγάλωσα.
Οι γονείς μου κολάρο
μου φόρεσαν, μ’ έμαθαν
υπηρέτες νά ‘χω
και μου διδάξανε την τέχνη να δίνω διαταγές. Οταν
μεγάλωσα όμως, κι ολόγυρά μου κοίταξα,
δε μ’ άρεσαν οι άνθρωποι της τάξης μου,
ούτε να διατάζω και να μ’ υπηρετούν.
Τότε, την τάξη μου απαρνήθηκα και για συντρόφους πήρα
τους ταπεινούς ανθρώπους.


Ετσι
οι γονείς μου έναν προδότη ανάστησαν, του μάθανε
όλα τους τα κόλπα, κι αυτός
τα μαρτυράει στους εχθρούς τους.


Ναι, κάνω βούκινο τα μυστικά τους. Στέκομαι
στον απλό λαό ανάμεσα, και του εξηγώ
πως τονε κοροϊδεύουν. Και προμαντεύω τι θα γίνει, γιατί
ξέρω καλά τα σχέδιά τους
(χαμένη δε πήγε δα η εκπαιδευσή μου)
Τα Λατινικά του πουλημένου τους παπαδαριού
τα μεταφράζω λέξη - λέξη στην απλή τη γλώσσα, και
τότε βλέπεις μονομιάς τι κουραφέξαλα είναι. Κατεβάζω
τη ζυγαριά της Δικαιοσύνης τους και δείχνω
πως είναι κάλπικα τα ζύγια της. Και οι χαφιέδες τους τρέχουνε
και τους λένε
πως κάθομαι μαζί με τους κατατρεγμένους
που ετοιμάζουν επανάσταση.


Να φρονιμέψω, μου μήνυσαν. Και μου πήραν
ό,τι με τη δουλειά μου είχα κερδίσει. Κι επειδή μυαλό δεν έβαλα,
με κυνήγησαν, ψάξανε το σπίτι μου, αλλά
δε βρήκανε
παρά χαρτιά, που ξεσκέπαζαν
τις συνωμοσίες τους ενάντια στο λαό. Τότε
ξαμόλυσαν εντάλματα
κατηγορώντας με πως έχω ιδέες χυδαίες, με άλλα λόγια:
τις ιδέες του «χυδαίου όχλου».


Όπου κι αν πάω, στιγματισμένος είμαι
στων δυνατών τα μάτια. Μα οι αδύναμοι
διαβάζουν τα εντάλματα και
άσυλο μου δίνουν λέγοντας:
«Εσένα σε κυνηγάνε
για δίκαιο σκοπό»

1938