Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Κατερίνα Γώγου ~ Εξορία

Είναι πολύ καιρός, σχεδόν έξι χρόνια
Που δεν ξέρω που κοιμάμαι
Πετάγομαι ιδρωμένη στον ύπνο μου
Αν λέγεται ύπνος ένας συνεχής πυρετός
Που μυρίζει ασημένια χαρτάκια
Οινόπνευμα
Βαριά χάπια
Και απάνθρωπη μοναξιά
Δεν θυμάμαι που κοιμάμαι
Νομίζω με ψείρες το χειμώνα στα Προπύλαια
Και τα καλοκαίρια κάτω από σταθμευμένα λεωφορεία για σκιά
Όταν έρποντας η μνήμη μου επανέρχεται
Μια νύχτα το σχήμα ανθρώπου πήρε
Κι αφού υπνώθηκα
Έρωτα βαθιά μέσα μου έκανε
Μπήκε
Από 'κει αρχίσαν τα δεινά
Γέννησα ένα παιδί
Σταλμένο να χτυπήσει από μέσα το κάστρο
Πέρα από τις αφετηρίες όλων των ανέμων
Πίσω από τα γαλανά βουνά
Αυτή ήτανε η τιμωρία
Γιατί η Βασίλισσα είχε χριστεί πολεμίστρια
Έπρεπε να μείνει ανέραστη
Τα παιδιά τα κάνουνε μητέρες
Ήτανε δηλαδή άλλων δουλειά...

Η καρδιά του πεθαμένου ~ Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Στ' αλήθεια, είμαι νευρικός. Πολύ, τρομαχτικά νευρικός, ήμουν πάντα και είμαι.
Αλλά για ποιο λόγο υποστηρίζετε πως είμαι τρελός, ε; Η αρρώστια μου έχει οξύνει έτσι πολύ τη λογική, και τα νεύρα μου, καθόλου μα καθόλου, δεν τα κατέστρεψε κι ούτε που τα χαλάρωσε καν. Και πάνω απ' όλα, πιο έντονη και οξύτερη έγινε η αίσθηση της ακοής μου. Ακούω το κάθε τι που υπάρχει σε τούτο τον κόσμο, σε γη και ουρανό. Ακούω ένα σωρό διαβολεμένα πράγματα. Πως λοιπόν, είμαι τότε τρελός; Ακούω, ναι ακούω. Και τώρα θέλω να προσέξετε πόσο ήρεμα θα σας διηγηθώ ολόκληρη τούτη την ιστορία.

Είναι αδύνατο να πω με ποιον τρόπο, στην αρχή, τούτη η ιδέα χώθηκε στο μυαλό μου μα από τη στιγμή που τη συνειδητοποίησα με καταδιώκει μέρα νύχτα. Δεν υπάρχει καμιά αιτία, φανερή, που λέμε. Κι ούτε πάθος κανένα. Τον αγαπούσα το γέρο. Ποτέ δεν μου 'κανε κακό. Ποτέ δεν με έβρισε. Κι ούτε που επιθύμησα το χρυσάφι του. Το ένα του μάτι έμοιαζε σαν του γερακιού - ένα ανοιχτόχρωμο, γαλάζιο μάτι, με μια μεμβράνη από πάνω του. Όποτε κι αν έπεφτε πάνω μου αυτό το μάτι, το αίμα μου πάγωνε, κι έτσι, σταδιακά - πολύ προοδευτικά - έβαλα στο μυαλό μου να σκοτώσω 'κείνο το γέρο, για να ξεφορτωθώ μια για πάντα το μάτι του.

Τώρα, να πως έχουν τα πράγματα. Με φανταζόσαστε τρελό. Μα οι τρελοί δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Ενώ εμένα, θα 'πρεπε να δείτε. Ω, ναι, θα' πρεπε να βλέπατε πόσο συνετά προχώρησα στο σχέδιό μου, με πόση προσοχή, με τι προβλεπτικότητα, με πόση προσποίηση έκανα όλη τη δουλειά.

Ποτέ δεν ήμουν πιο ευγενικός με το γέρο όσο μέσα σε εκείνη την εβδομάδα πριν τον σκοτώσω. Και κάθε βράδυ, γύρω στα μεσάνυχτα, γύριζα το πόμολο της πόρτας του και την άνοιγα - ω πολύ απαλά. Και τότε, όταν το άνοιγμα ήταν αρκετό για να χωρέσει μέσα το κεφάλι μου, περνούσα από εκεί ένα φανάρι, με τα φύλλα του καλά κλειστά, - ω, πάρα πολύ προσεχτικά τα είχα κλεισμένα τα φύλλα του έτσι που να μην βγαίνει η παραμικρή αχτίδα από φως και τότε πέρναγα και το κεφάλι μου. Α, μα θα γελούσατε πάρα πολύ αν βλέπατε με τι πονηριά, τα 'κανα όλα αυτά. Προχωρούσε το κεφάλι μου αργά, πολύ, πολύ αργά, έτσι που να μην ταράξω διόλου τον ύπνο του γέρου. Και μου 'παιρνε μια ολόκληρη ώρα τούτη η δουλειά, μέχρι που να βάλω ολόκληρο το κεφάλι μου μέσα από το άνοιγμα της πόρτας και να μπορέσω να τον δω εκεί πέρα που ήταν ξαπλωμένος, στο κρεβάτι του. Χα! Θα μπορούσε ποτέ ένας τρελός να φερθεί με τόση σύνεση; ε; Και τότε, όταν ολόκληρο το κεφάλι μου ήταν μέσα στο δωμάτιο, έστρεφα το φύλλο που έκλεινε το φως του φαναριού προσεχτικά - ω, τόσο προσεχτικά (για να μην ακουστεί κανένα τρίξιμο) - το έστρεφα τόσο δα, ίσα - ίσα για να πέσει μια μικρή αχτίδα φως πάνω στο γερακίσιο μάτι. Κι όλο τούτο να γίνεται για εφτά ατελείωτες νύχτες - κάθε νύχτα ακριβώς τα μεσάνυχτα - μα πάντα έβρισκα εκείνο το μάτι κλειστό κι έτσι μου ήταν αδύνατο να κάνω δουλειά μου γιατί δεν ήταν ο γέρος που με είχε φέρει σε αυτή την κατάσταση, μα το Κακό Μάτι του. Κάθε πρωί, όταν η μέρα χάραζε, έμπαινα θαρραλέα στην κάμαρη και του μιλούσα με πολύ κουράγιο, φωνάζοντάς τον με το όνομά του και ρωτώντας τον πως είχε περάσει τη νύχτα του. Γιατί, καθώς καταλαβαίνετε, ήταν ένα πολύ αγαθό γεροντάκι, πραγματικά, για να υποπτευθεί πως κάθε νύχτα, ακριβώς στις δώδεκα, εγώ στεκόμουν και τον κοίταζα, καθώς κοιμόταν.

Την όγδοη βραδιά, ήμουν πολύ περισσότερο, προσεχτικός από όσο συνήθως ανοίγοντας την πόρτα. Ο λεπτοδείχτης του ρολογιού θα κινιόταν πολύ πιο γρήγορα από όσο εγώ. Ποτέ άλλοτε, πριν από κείνη τη νύχτα, δεν ένιωσα σε τόση έκταση τις ίδιες τις δυνάμεις μου - πέρα από τη ίδια την οξύτητα του νου μου. Μόλις που μπόρεσα να συγκρατήσω τα θριαμβευτικά συναισθήματα που με πλημμύριζαν. Μα σκέφτομαι πως εγώ ήμουν αυτός εκεί πέρα που άνοιγα την πόρτα, σιγά - σιγά, λίγο - λίγο, κι ο άλλος ούτε που να ονειρεύεται τις απόκρυφες πράξεις ή σκέψεις μου. Γέλασα από μέσα μου, σχεδόν, με τούτη την ιδέα κι ίσως μάλιστα να με άκουσε γιατί κουνήθηκε στο κρεβάτι του ξαφνικά, σα να τρόμαξε. Τώρα εσείς θα σκεφτείτε πως τραβήχτηκα πίσω - μα όχι. Το δωμάτιό του ήταν μαύρο σαν την πίσσα, βαθύ σκοτάδι βασίλευε εκεί μέσα (γιατί τα παντζούρια ήταν κλειστά από το φόβο κάποιου κλέφτη), έτσι που ήξερα ότι δε μπορούσε να δει το άνοιγμα της πόρτας, κι εξακολούθησα να τη σπρώχνω, σταθερά, όλο και πιο σταθερά.

Είχα βάλει όλο μου το κεφάλι μέσα και ήμουν έτοιμος να ανοίξω το φανάρι, όταν το μεγάλο μου δάχτυλο χτύπησε πάνω στο τενεκεδένιο φύλλο του φαναριού κι έκανε θόρυβο, κι ο γέρος τινάχτηκε στο κρεβάτι του, φωνάζοντας "Ποιος είναι;"

Απόμεινα ολότελα ακίνητος και δεν είπα τίποτα. Για μια ολόκληρη ώρα δεν κουνούσα ούτε μούσκουλο του κορμιού μου, και στο μεταξύ δεν τον άκουγα να ξαπλώνει πάλι. Καθόταν κι εκείνος στο κρεβάτι τεντωμένος κι έβαζε αυτί, ακριβώς όπως είχα κάνει εγώ, τη μια νύχτα πίσω από την άλλη, ακούγοντας το θάνατο να κοιτάζει από τον τοίχο.

Την ίδια στιγμή άκουσα ένα ελαφρό βογκητό, κι ήξερα πως το βογκητό του θανάσιμου τρόμου. Δεν ήταν κανένα βογκητό πόνου, ή από θλίψη - α, όχι. Ήταν ο βαθύς πνιγμένος ήχος που βγαίνει από τα έγκατα της ψυχής, όταν ο φόβος την πλημμυρίσει. Τον ήξερα καλά αυτό τον ήχο. Πολλές νύχτες, ακριβώς τα μεσάνυχτα, όταν όλος ο κόσμος κοιμόταν, έβγαινε μέσα από τα βάθη μου, μουνταίνοντας με την τρομαχτική του ηχώ τους τρόμους που με βασάνιζαν. Είπα πως το 'ξερα καλά αυτό.

Ήξερα πως ένιωθε ο γέρος και τον λυπόμουν, παρόλο που στην καρδιά μου γελούσα. Ήξερα πως καθόταν εκεί πέρα άγρυπνος, από την πρώτη στιγμή που ακούστηκε ο ανάλαφρος ήχος, από τη στιγμή που στριφογύρισε στο κρεβάτι του. Οι φόβοι του από τότε όλο και μεγάλωναν. Προσπαθούσε να τους φανταστεί άπραγους, αλλά δεν το μπορούσε. Θα 'λεγε στον εαυτό του "Δεν είναι τίποτα άλλο έξω από τον αέρα στην καμινάδα - θα 'ναι κανένα ποντίκι που πέρασε το πάτωμα", ή "θα 'ναι κάποιος γρύλος που τετέρισε μόνο μια φορά". Ναι, προσπαθούσε να παρηγορηθεί με αυτούς τους συλλογισμούς μα τα 'βρισκε όλα τα μάταια. Όλα μάταια γιατί ο θάνατος, προσεγγίζοντας τον, είχε βαδίσει αγέρωχα με τη μαύρη του σκιά, και τύλιξε το θύμα. Κι ήταν αυτή η πένθιμη επίδραση της ακατανόητης σκιάς που τον βοήθησε να νιώσει, παρόλο που ούτε είδε, ούτε άκουσε, την παρουσία του κεφαλιού μου μέσα στο δωμάτιο.

Αφού περίμενα αρκετή ώρα, πολύ υπομονετικά, δίχως να τον ακούω να ξαπλώνει αποφάσισα να ανοίξω λίγο, πάρα πολύ λίγο, μια χαραμάδα μόνο το φανάρι μου. Έτσι το άνοιξα - δε μπορείτε όμως να φανταστείτε πόσο αθόρυβα και κρυφά - ώσπου τελικά μια μόνο θαμπή αχτίδα, σαν τον ιστό μιας αράχνης, να πεταχτεί από το άνοιγμα και να πέσει πάνω στο γερακίσιο μάτι.

Ήταν ανοιχτό - ορθάνοιχτο - και θύμωσα πάρα πολύ κοιτάζοντάς το. Το είδα ολότελα καθαρά - ένα θολό γαλάζιο, με κάποιο τρομερό και απαίσιο πέπλο γύρω του, που με έκανε να παγώσω ως το μεδούλι των κοκάλων μου αλλά δε μπορούσα να δω τίποτα άλλο από το πρόσωπο ή το άτομο του γέρου, γιατί είχα κατευθύνει την αχτίδα, σαν από ένστικτο, πάνω σε αυτό το καταραμένο σημείο.

Και τώρα - δεν σας το είπα ότι το λάθος σας σχετικά με την τρέλα είναι αυτή η υπερευαισθησία των αισθήσεων; - τώρα, λέω, έφτασε ως τα αφτιά μου ένας βαθύς, θαμπός, γρήγορος ήχος, όπως κάνει το ρολόι όταν το τυλίξουμε με ένα βαμβακερό ύφασμα. Ήξερα πολύ καλά κι αυτόν τον ήχο. Ήταν ο χτύπος της καρδιάς του γέρου. Κάτι τέτοιο έκανε το θυμό του μεγαλύτερο, καθώς το χτύπημα του τυμπάνου ερεθίζει τη μαχητικότητα του στρατιώτη.

Μα ωστόσο, ακόμη κι έτσι συγκρατήθηκα κι εξακολουθούσα να μένω ακίνητος. Μόλις που ανάσαινα. Κράτησα ακίνητο και το φανάρι. Δοκίμασα να δω πόσο σταθερά μπορούσα να κρατήσω την αχτίδα πάνω στο μάτι. Στο μεταξύ, ο διαβολεμένος χτύπος της καρδιάς δυνάμωνε. Γινόταν πιο γρήγορος, όλο πιο γρήγορος, πιο βαθύς, όλο βαθύτερος, την κάθε στιγμή. Ο τρόμος του γέρου έπρεπε να 'ναι στο αποκορύφωμά του. Ο χτύπος γινόταν βαθύτερος, σας λέω, όλο και πιο βαθύς, την κάθε στιγμή - με προσέξατε καλά; Σας το είπα, νομίζω πως είμαι νευρικός, ναι, αυτό είμαι. Και τώρα, τούτη τη νεκρή ώρα της νύχτας, μέσα στην τρομακτική σιωπή του σπιτιού, αυτός ο τόσο παράξενος θόρυβος μου δημιούργησε έναν τρόμο που δεν μπορούσα πια να τον ελέγξω. Παρόλα αυτά, για μερικά λεπτά ακόμη, συγκρατήθηκα κι έμεινα ακίνητος. Αλλά ο χτύπος γινόταν βαθύτερος, ολοένα και περισσότερο. Νόμιζα πως η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Και τότε, μια καινούρια αγωνία με έπιασε - ο ήχος θα μπορούσε να ακουστεί από τη γειτονιά. Η ώρα του γέρου είχε έρθει. Με μια πνιγμένη κραυγή, άνοιξα ολότελα το φανάρι και όρμησα μέσα στο δωμάτιο. Εκείνος στρίγκλισε μια - μόνο φορά. Σε μια στιγμή τον έσυρα στο πάτωμα, και σώριασα το βαρύ κρεβάτι από πάνω του. Μετά χαμογέλασα, χαρούμενα γιατί το κατόρθωμά μου είχε ολοκληρωθεί. Αλλά για πολλά λεπτά της ώρας, η καρδιά εξακολουθούσε να χτυπά, με ένα πνιγμένο θόρυβο. Τούτη τη φορά όμως δεν εξοργίστηκα δεν μπορούσε να ακουστεί μέσα από τον τοίχο. Τράβηξα πάλι το κρεβάτι πέρα κι εξέτασα το πτώμα. Ναι, ήταν πτώμα, ολότελα πεθαμένος. Έβαλα το χέρι μου πάνω στην καρδιά του και το κράτησα εκεί για μερικά λεπτά. Δεν ακουγόταν τίποτα, κανένας παλμός. Ήταν ολότελα νεκρός. Το μάτι δε θα με τρόμαζε πια.

Αν ακόμη εξακολουθείτε να με θεωρείτε τρελό, δε θα το κάνετε αυτό για πολύ, αν σας περιγράψω τις σοφές προφυλάξεις που πήρα για να κρύψω το πτώμα. Η νύχτα χλόμιαζε κιόλας κι εγώ εργαζόμουν βιαστικά, μα αθόρυβα. Πρώτα από όλα τεμάχισα το πτώμα. Έκοψα το κεφάλι και τα χέρια και τα πόδια. Ύστερα έβγαλα τρεις σανίδες από το πάτωμα της κάμαρης και τα τοποθέτησα όλα ανάμεσα στο δοκάρια. Μετά ξανάβαλα τις σανίδες στη θέση τους τόσο έξυπνα, τόσο πονηρά που κανένα ανθρώπινο μάτι - ακόμα και το δικό του - δε θα μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα το ύποπτο. Δεν είχα τίποτα να πλύνω - καμιά κηλίδα, κανενός είδους - καμιά σταγόνα αίμα πουθενά. Είχα πάρει όλες τις προφυλάξεις μου πάνω σε αυτό. Μια σκάφη τα είχε μαζέψει όλα... Χα - χα!

Όταν όλες αυτές οι εργασίες τελείωσαν, ήταν τέσσερις η ώρα το πρωί - κι ακόμα σκοτάδι, σαν μεσάνυχτα. Καθώς το ρολόι σήμανε την ώρα ακούστηκε κι ένας χτύπος στην εξώπορτα. Κατέβηκα να ανοίξω με ανάλαφρη καρδιά, γιατί τι είχα πια τώρα να φοβηθώ; Να που μπήκαν μέσα τρεις άντρες και μου συστήθηκαν από μόνοι τους, με πολύ εγκαρδιότητα, σαν αστυνομικοί. Μια στριγκλιά που ακούστηκε από κάποιο γείτονα μέσα στη νύχτα, η υποψία πως κάτι είχε συμβεί πληροφορίες έφτασαν στο αστυνομικό τμήμα, και τότε αυτοί (οι αστυνομικοί) στάλθηκαν να κάνουν μια έρευνα επιτόπου.

Χαμογέλασα - γιατί τι θα μπορούσα να φοβηθώ. Παρακάλεσα τους κυρίους να καθίσουν. Η κραυγή, είπα, ήταν δική μου, μέσα στο όνειρό μου. Ο γέρος, δήλωσα, έλειπε στην επαρχία. Έδειξα στους κυρίους όλο το σπίτι. Και τους παρακάλεσα να ψάξουν - να ψάξουν μάλιστα καλά. Τους οδήγησα στο τέλος και στο δωμάτιο του. Τους έδειξα τους θησαυρούς του, σίγουρος, ατάραχος. Πάνω στον ενθουσιασμό και στην εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, τους έφερα εκεί καρέκλες και τους πρότεινα να καθίσουν εκεί να ξεκουραστούν, ενώ εγώ, μέσα στην άγρια τόλμη του τέλειου θριάμβου μου, έβαλα τη δική μου καρέκλα στο ίδιο ακριβώς σημείο που κάτω του αναπαυόταν το πτώμα του θύματός μου.

Οι αστυνομικοί ήταν ικανοποιημένοι. Ο τρόπος μου τους είχε πείσει. Εγώ πάλι ήμουν απόλυτα ήρεμος. Κάθισαν και, ενώ τους απαντούσα χαρούμενα, άρχισα να χλομιάζω και να θέλω να φύγουν αμέσως. Το κεφάλι μου πονούσε, κι αισθανόμουν ένα βουητό στα αφτιά, όμως εκείνοι εξακολουθούσα να κάθονται και να φλυαρούν. Το βουητό έγινε όλο και πιο ξεκάθαρο. Εξακολουθούσε, ναι, όλο και πιο φανερό... Άρχισα να μιλώ πιο δυνατά για να ξεφορτωθώ αυτό το συναίσθημα, μα αυτό συνεχιζόταν και γινόταν οριστικό και μόνιμο - ώσπου, τελικά, ανακάλυψα πως ο ήχος δεν ήταν μέσα στα αφτιά μου.

Χωρίς αμφιβολία είχα χλωμιάσει πάρα πολύ, μα εξακολουθούσα να μιλώ όλο και πιο ελεύθερα και με υψωμένο τόνο φωνής. Ωστόσο ο θόρυβος μεγάλωνε - και τι μπορούσα να κάνω πια ε; Ήταν ένας βαθύς, θαμπός, γρήγορος ήχος, όπως κάνει το ρολόι όταν το τυλίγουμε σε ένα βαμβακερό ύφασμα. Άνοιξα το στόμα μου να πάρω ανάσα - κι όμως οι αστυνομικοί δεν άκουγαν τίποτα. Μίλησα πιο γρήγορα, πιο εκνευρισμένα αλλά ο θόρυβος όλο και δυνάμωνε. Ω Θεέ μου, τι μπορούσα να κάνω; Άφριζα, μάνιαζα, βλαστημούσα! Άρπαξα την καρέκλα που πάνω της καθόμουν και την χτύπησα στις σανίδες, μα ο θόρυβος εξακολουθούσε πάντα κι όλο δυνάμωνε. Γινόταν όλο και πιο βαθύς... βαθύτερος... βαθύτερος! Και πάντα οι αστυνομικοί φλυαρούσαν καλοδιάθετα και χαμογελούσαν. Ήταν δυνατόν να μην ακούν; Παντοδύναμε Θεέ! Όχι, όχι! Άκουγαν, υποψιάζονταν , ήξεραν! Μόνο που κορόιδευαν, έπαιζαν με τον τρόμο μου! Αυτό σκέφτηκα τότε, κι αυτό σκέφτομαι τώρα. Αλλά το κάθε τι άλλο ήταν καλύτερο από τούτη την αγωνία! Το κάθε τι θα μπορούσα να το ανεχτώ, έξω από τη χλεύη! Μου ήταν αδύνατο να υποφέρω άλλο αυτά τα υποκριτικά χαμόγελα! Ένιωθα πως έπρεπε να ουρλιάξω ή να πεθάνω! Και τώρα πάλι! Άκου! Όλο και βαθύτερος... βαθύτερος... βαθύτερος!...

- Γουρούνια!, ούρλιαξα, μην προσποιείστε άλλο πια! Παραδέχομαι πως εγώ το 'κανα! Βγάλτε αυτές τις σανίδες!... Εδώ, εδώ!... Εδώ χτυπά αυτή η απαίσια καρδιά του!

Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013


Η Εντολή ~ Έζρα Πάουντ

Πηγαίνετε, τραγούδια μου, στον ανικανοποίητο και στον μοναχικό
Πηγαίνετε σ' αυτόν με τα κουρελιασμένα νεύρα, σ' αυτόν που της συμβατικότητας έγινε σκλάβος
Και δώστε τους την καταφρόνια μου για τους δυνάστες

Πηγαίνετε σαν κύμα παγωμένο και πελώριο
Την καταφρόνια μου για τους δυνάστες

Μιλήστε για την ασυνείδητη επιβολή
Μιλήστε για όσους τυραννούν γιατί δεν έχουν φαντασία
Μιλήστε ενάντια στους δεσμούς
Πηγαίνετε σ' εκείνη την αστή που από ανία πεθαίνει
Πηγαίνετε στων προαστίων τις γυναίκες
Πηγαίνετε στους κακοπαντρεμένους
Πηγαίνετε στους άτυχα ζευγαρωμένους
Στη σύζυγο που αγοράστηκε
Σ' αυτήν πηγαίνετε που έγινε κληρονόμος

Πηγαίνετε σ' εκείνους με τους εξευγενισμένους πόθους
Πηγαίνετε σ' αυτούς που οι λεπτές επιθυμίες τους ναυάγησαν
Πηγαίνετε σαν καταλύτης στη νωθρότητα του κόσμου
Πηγαίνετε με τις αιχμές σας εναντίον τους
Δώστε τη δύναμη σε αδύναμες χορδές
Δώστε κουράγιο στα πλοκάμια και τα φύκια της ψυχής

Πηγαίνετε με τρόπο φιλικό
Πηγαίνετε με λόγο θαρρετό
Αναζητήστε πρόθυμα καινά δαιμόνια, καινούρια αγαθά
Σταθείτε ενάντια σε κάθε είδους καταπίεση

Πηγαίνετε σ' αυτούς που με τα χρόνια έχουν παχύνει
Σ' αυτούς που έχασαν πια τα ενδιαφέροντά τους
Πηγαίνετε στους έφηβους που μέσ' την οικογένεια πνίγονται
Ώ, πόσο αποτρόπαιο είναι αυτό
Να βλέπεις τρεις γενιές συνωστισμένες στο ίδιο σπίτι
Κάτι σα δέντρο γέρικο με νέα βλαστάρια
Και με κλαδιά που πέφτουν και ρημάζουν
Βγείτε αψηφώντας την κοινή γνώμη
Εναντιωθείτε στη χλιαρή δουλεία του αίματος
Εναντιωθείτε σε κάθε είδους εξουσία...

Ο Έζρα Πάουντ μετά το ξέσπασμα του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έγινε κορυφαίος προπαγανδιστής του Άξονα. Μίλησε στο ιταλικό ραδιόφωνο και έδωσε μια σειρά συζητήσεων πάνω σε πολιτιστικά θέματα. Αναπόφευκτα, άγγιξε και πολιτικά θέματα, η αντίθεσή του στον πόλεμο και ο αντισημιτισμός του ήταν προφανή. Συνελήφθη από τους Ιταλούς παρτιζάνους και οδηγήθηκε στη βάση τους στο Τσιάβαρι, όπου σύντομα απελευθερώθηκε μην παρουσιάζοντας κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Την επόμενη ημέρα, παραδόθηκε οικειοθελώς στις αμερικανικές δυνάμεις. Φυλακίστηκε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως του αμερικανικού στρατού έξω από την Πίζα όπου υφίσταται νευρικό κλονισμό. Δικάστηκε στην Αμερική, αλλά με το ελαφρυντικό της ψυχικής διαταραχής του δεν του καταλογίσθει καμία ποινική ευθύνη. Όμως παρέμεινε έγκλειστος έως το 1958 στο Ψυχιατρείο των ποινικών κρατουμένων στην Ουάσινγκτον. Το 1958 αποφυλακίστηκε με το αιτιολογικό της φρενοβλάβειας και επέστρεψε στην Ιταλία. Πέθανε στη Βενετία στις 2 Νοεμβρίου του 1972.
Διαβάζοντας βέβαια την Εντολή δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να τα φανταστεί όλα αυτά... 

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013



Μην αφήνεστε σ' αυτή την όμορφη νύχτα ~ Dylan Thomas

Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα
Τα γηρατειά πρέπει να καίνε και να παραληρούν στο δειλινό
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας
Οι σοφοί μαθαίνουν τελικά πως το σκοτάδι έχει δίκιο
Γιατί οι λέξεις τους δεν έδωσαν ούτ’ έφεραν την αποκάλυψη, κι όμως
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα
Άνθρωποι καλοί, τελευταίος αποχαιρετισμός, φωνάζοντας πόσο φωτεινές
Οι εύθραυστες πράξεις τους ίσως θα χόρευαν σ’ έναν κόσμο αγάπης
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας
Άνθρωποι άγριοι που άρπαξαν και τραγούδησαν τον ήλιο που πετούσε
Μαθαίνουν, αργά πια, πώς θρήνησαν σαν έφευγε
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα
Άνθρωποι ανήσυχοι, κοντά στο θάνατο που βλέπουν θαμπωμένα
Μάτια τυφλά φλογίζονται σαν μετεωρόλιθοι μα είναι εύθυμα
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Μια μητέρα σκλάβας εξορκίζει το παιδί της ~ Ουλρίκε Μάινχοφ


Η επιστολή της Ουλρίκε Μάινχοφ (Δεκέμβρης 1971) απαντά σε ανοιχτή επιστολή της θετής της μητέρας με τίτλο "Ουλρίκε παράτα τα!". Η απάντηση της Μάινχοφ με τον ειρωνικό τίτλο "Μια μητέρα σκλάβας εξορκίζει το παιδί της" βρέθηκε σε ένα καλάθι του δήμου για σκουπίδια στο Βερολίνο.

Oυλρίκε είσαι διαφορετική απ' ότι η φωτογραφία σου στο ένταλμα σύλληψης σου, είσαι παιδί σκλάβων - σκλάβα και η ίδια.
Πώς θα μπορούσες λοιπόν ποτέ, να πυροβολήσεις τους δυνάστες σου; Μην αφήνεσαι να παρασυρθείς από εκείνους που δεν θέλουν να είναι πια σκλάβοι. Δεν μπορείς να τους προστατέψεις.
Θέλω να μείνεις σκλάβα - όπως χι ενώ. Εγώ και εσύ - είδαμε πώς οι αφέντες τσάκισαν την εξέγερση των σκλάβων, προτού ακόμα αρχίσει
Πολλοί σκλάβοι σκοτώθηκαν, εμείς όμως επιζήσαμε. Αυτοί που σήμερα είναι οργισμένοι απέναντι στους αφέντες δεν ξέρουν τι υπέροχο συναίσθημα είναι να την έχεις βγάλει καθαρή μια ακόμη φορά. Απόλαυσε το - γιατί δεν μας μένει τίποτα άλλο να απολαύσουμε.
Η επανάσταση είναι μεγάλη - κι εμείς πολύ μικροί γι αυτήν.
Οι ψυχές των σκλάβων είναι σαν την άμμο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η νίκη επάνω τους.
Όταν ξύπνησες και ζήτησες ελευθερία, δεν στην έφερε κανείς. Γιατί δεν παραιτήθηκες - όπως άλλοι;
Κοίτα εμένα! Εγώ προέβαλα αντίσταση όταν με χτυπούσαν οι αφέντες - φώναζα. Μα εσύ εξοργίζεις την εξουσία, την θέλεις να κάνει να ξαναχτυπήσει. Αλλά ποιος θα θέλει ακόμα να φωνάξει, όταν μας κακομεταχειρίζονται και γι αυτό;
Εσύ είσαι καλό παιδί. Δεν ήσουνα εσύ που σκαρφάλωσες το φράχτη της εξουσίας, οι άλλοι ήτανε. Αλλά επάνω σου αμολήσανε τα σκυλιά.
Παιδί μου, άξιζες κάτι καλύτερο. Τι θα μπορούσες να είχες γίνει!
Σίγουρα μέχρι και επιστάτρια.
Δεν βλέπεις, πόσο δυνατή είναι η εξουσία; Όλοι οι σκλάβοι την υπακούνε. Ακόμα και εκείνοι που είχαν ξεσηκωθεί και νίκησαν, θα αποθέσουν την νίκη τους στα πόδια της εξουσίας για να έχουν το δικαίωμα να είναι πάλι σκλάβοι.
Οι σκλάβοι μισούν εκείνους που θέλουν να είναι ελεύθεροι. Ούτε και θα σε βοηθήσουν, για να το χωνέψεις επιτέλους ότι η εξέγερση σου είναι παράλογη. Το θάρρος σου είναι άκαρδο, γιατί πώς μπορούμε μπροστά του να κρύψουμε ακόμα τη δειλία μας; Κι αν ακόμα προτιμάς να πεθάνεις παρά να είσαι σκλάβα για πάντα, δεν έχεις όμως το δικαίωμα να μας ανησυχείς.
Ξέρω: θέλεις να γίνουμε όλοι ελεύθεροι, αλλά θα περνάμε καλύτερα;
Τους δαρμένους σκλάβους των χωραφιών στις φυτείες στην Ασία, Αφρική, Νότια Αμερική, που σκότωσαν τους επιστάτες τους, ας τους συγχωρέσει ο θεός. Εμείς οι οικιακοί σκλάβοι, δεν έχουμε το δικαίωμα να διώξουμε τα αφεντικά που στέλνουνε τους επιστάτες με τα μαστίγια.
Το χρέος μας είναι να κρατάμε το σπίτι τους ταχτικό.
Παιδί μου, μην αμαρτάνεις. Μετανόησε και δέξου την τιμωρία, κι ας είναι η τιμωρία της εξουσίας φοβερή. Είναι θέλημα θεού.
Να είσαι υποτελής στην κυβέρνηση που ασκεί εξουσία επάνω σου.
Ουλρίκε. παράτα τα!
Καταραμένος ο θεός, που έπλασε σκλάβους για να διασκεδάζει την πλήξη του.
Μετάφραση Δήμητρα Βιαγκίνι
 
Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό " Άνθη του Κακού ", τεύχος 3, χειμώνας 1989

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Τάσος Λειβαδίτης

Εγώ κι εσύ και τα εκατομμύρια τιποτένιοι σαν και σένα και σαν εμένα.
Υποκριτές, φιλόδοξοι, μικρόψυχοι, εγωιστές, δειλοί εμείς κρατάμε μες στα ένοχα παράφορα τούτα χέρια τις τύχες του κόσμου.
Να το θυμάσαι αυτό...

Φεύγοντας διαρκώς...


Πάμε έχει περάσει η ώρα
είμαστε εχθροί των ρολογιών και αιρετικοί των ημερολογίων
Το μαύρο είναι το αγαπημένο μας χρώμα
Το μαύρο του μίσους,το μαύρο της μοναχικής σκέψης,το μαύρο της αναρχίας,
το μαύρο  του πολέμου
Μέρα νύχτα διασχίζουμε δρόμους,πόλεις,σύνορα
Κινούμαστε ανάμεσα στο σκονισμένο όχλο
Ποτέ δεν αγαπήσαμε το θόρυβο του πλήθους
Το πλήθος δεν έχει δική του φωνή
Το πλήθος ξερνάει μοναξιά,ταπείνωση,δουλικότητα,φθόνο και κούραση...
Το πλήθος δεν έχει δική του θέληση,το πλήθος επιθυμεί δανεικές εικόνες,δανεικές προσευχές,δανεικά όνειρα
Ο αφέντης κουνάει τα χέρια και οι μαριονέτες χορεύουν
Χορεύουν σαν σκιές δίχως ψυχή,
μιλάνε δίχως νόημα
αισθάνονται δίχως πάθος,
κοιμούνται δίχως όνειρα
Η ανθρώπινη μάζα κρύβεται στην ανωνυμία του πλήθους,
μιλάει τη γλώσσα των εντολών,ερωτεύεται αντικείμενα,κοιμάται τον ήσυχο ύπνο του αργού θανάτου
Η ζωή του πλήθους είναι μια αυτοκτονία σε αργή κίνηση και η κοινωνία του μια διάφανη φυλακή
Σήμερα ζούμε στο βασίλειο της μετριότητας
Και η μετριότητα έχει όνομα...δημοκρατία είναι το όνομα της νέας αυτοκρατορίας
Η αυτοκρατορία χαϊδεύει το πλήθος με το βελούδινο μαστίγιο της
Και τα πλήθη αγαπάνε το μαστίγιο,θεωρώντας κάθε χτύπημα ως ένα χάδι στο πρόσωπο
Κι αρχίζουν τα θορυβώδη ''ζήτω''
Τα ''ζήτω'' για την ανάπηρη ελευθερία της δημοκρατίας,τα ''ζήτω'' για την ισότητα του ανθρώπινου κοπαδιού, τα ''ζήτω'' για τα δικαιώματα των νόμιμων σκλάβων
Η αυτοκρατορία αποφάσισε για τον ελεύθερο σκλάβο ''είσαι ελεύθερος να μιλήσεις,αλλά δεν είσαι ελεύθερος να σκεφτείς''
Η αυτοκρατορία διέταξε τον ελεύθερο σκλάβο ''είσαι ελεύθερος να διαμαρτυρηθείς,αλλά δεν είσαι ελεύθερος να πράξεις''...
Και από τον θρόνο της η δημοκρατία χαμογέλασε και το πλήθος υποκλήθηκε για άλλη μία φορά δοξάζοντας γενναιόδωρα την ελευθερία της
Και εμείς που δεν αγαπήσαμε ποτέ τις απομιμήσεις ζωής και τη θορυβώδη μάζα,φοράμε τα μαύρα,καθαρίζουμε τα όπλα μας και γεμίζουμε τους γεμιστήρες μας
Προτιμάμε την μοναξιά του λύκου απ'τη συντροφιά των προβάτων
Ποτέ δεν αγαπήσαμε την κοινωνία των μετρίων
Ποτέ δε μας άρεσε ο φασισμός του ''γενικού καλού''
ποτέ δεν συμπαθούσαμε το ψέμα των επαναστατικών ιδεολογιών
και το δόγμα του ταξικού πολέμου
Είμαστε αναρχικοί της πράξης και οι πράξεις μας είναι μία αγκαλιά
από ξυράφια για κάθε κοινωνικό ψέμα
Η αναρχία μας,από όλα τα χρώματα,φοράει τα χρώματα του πολέμου και ξεχύνεται σαν μια βλαστήμια πάνω στην κοινωνία της υποκρισίας
Είναι ο αιώνιος δραπέτης απ'τη μήτρα των ιδεολογιών που αναζητούν μεσίες
Η αναρχία μας είναι ο θάνατος τόσο του αστού όσο και του προλετάριου
Κάθε λύκος είναι μοναδικός
Κι όταν γελάει έχι τα άστρα μέσα στα μάτια του
Κι όταν κλαίει απ'τα δάκρυα του φυτρώνουν κι ανθίζουν λουλούδια με ξυράφια για να ματώσουν
τους περιττούς και την πλειοψηφία,που θέλησε να τον εξημερώσει
Γελάμε και κλαίμε,κλαίμε και γελάμε κι όταν φοράμε κουκούλα και τα γάντια μας αγγίζουν τα όπλα μας ξέρουμε πως είναι η δικιά μας σειρά,ο δικός μας χορός,η δική μας ζωή
Εγκαταλείπουμε την έρημη χώρα και τους γελείους κατοίκους της
Πάμε να φύγουμε είναι κιόλας αύριο και μία καινούργια μάχη ξεκινά...


Χρήστος Τ.(χειμώνας του '12)
Φυλακές Κορυδαλλού

Πόλεμος ~ Ζακ Πρεβέρ

Ξεριζώνετε
Ανόητοι
Ξεριζώνετε
Όλα τα νέα δέντρα με το παλιό τσεκούρι
Τα ξεριζώνετε
Ανόητοι
Ξεριζώνετε
Και τα γέρικα δέντρα με τις γέρικες ρίζες
Με τις γέρικες μασέλες τους
Τα προστατεύετε
Κρεμάτε και ταμπέλα
Δέντρα του Καλού και του Κακού
Δέντρα της Νίκης
Δέντρα της Ελευθερίας
Και το δάσος έρημο βρομάει ξύλο παλιό και ρημαγμένο
Και φεύγουν τα πουλιά
Κι εσείς μένετε εκεί και τραγουδάτε
Μένετε εκεί
Ανόητοι
Μες στα τραγούδια και τις παρελάσεις σας...

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013



Jean Genet ~ Οι Δούλες

Νομίζατε πως όλα σας επιτρέπονται, ε;
Πως θα κάνατε πάντα ό,τι σας κάνει κέφι.
Ταμπουρωθήκατε πίσω από τα πλούτη σας, με την ιδέα ότι μια μοίρα θεόσταλτη, μια μεγάλη θυσία, ένα φαντασμαγορικό θέαμα θα σας σώσει.
Νομίζατε ότι θα θυσιάσουμε όλη μας τη ζωή για να σας σώσουμε.
Κρυφτήκατε, οχυρωθήκατε πίσω από τα χρυσά σας χαρακώματα.
Κρυφτήκατε πίσω από ψηλούς πύργους και ουρανοξύστες, σε ακριβά ξενοδοχεία, και τράπεζες, σε πολυώροφα γραφεία και βίλες.
Κρυφτήκατε πίσω από την οθόνη της τηλεόρασης και μας ψιθυρίζετε παραμύθια κάθε βράδυ.
Κάνατε λάθος όμως στους λογαριασμούς σας.
Είμαστε και εμείς εδώ, οι Δούλες.
Και θα ξεσηκωθούμε - τι λέω - ξεσηκωθήκαμε κιόλας, έτοιμες είμαστε.
Τώρα να δείτε που θα πάνε οι μεγάλες σας περιπέτειες, τα τεράστια αναπτυξιακά σχέδια, η οικονομία και ο πολιτισμός σας.
Σκόνη και καπνός θα γίνουν.
Στο διάολο. Στο διάολο να πάνε όλα.
Πρέπει να βρεθεί κάποιος τρόπος να δραπετεύσουμε απ΄τις ζωές μας.
Κάτι να βρούμε, το καταλαβαίνεις?
Να μην ζήσουμε σαν δούλες...


Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Είμαι επίσης ενας Μηδενιστής ~ Renzo Novatore


Ι

Είμαι ατομικιστής επειδή είμαι αναρχικός και είμαι αναρχικός επειδή είμαι μηδενιστής.Αλλά καταλαβαίνω επίσης τον μηδενισμό με τον δικό μου τρόπο...

Δεν με νοίαζει αν είναι Νορβηγικής ή Ανατολικής προέλευσης, ούτε αν έχει μια ιστορικη,πολιτική,πρακτική παράδοση, ούτε αν ακολουθεί μια θεωριτική,φιλοσοφικη,πνευματική ή διανοητική τέτοια.Αποκαλώ τον εαυτό μου μηδενιστή επειδή ξέρω πως μηδενισμός σημαίνει άρνηση.

Άρνηση κάθε κοινωνίας,κάθε σέκτας,κάθε κανόνα,κάθε θρησκείας.Αλλά δε λαχταρω την Νιρβάνα περισσότερο απο οτι ποθώ τον απελπισμένο και ανίσχυρο πεσιμισμό του Σοπενχάουερ, ο οποίος είναι χειρότερος απο τη βίαια αποκύρηξη της ίδιας της ζωής.Ο δικός μου πεσιμισμός είναι ενθουσιώδης και διονυσιακός,σαν φλόγα που πυρπολεί την ζωτική μου αφθονία,που χλευάζει κάθε θεωριτική,επιστημονική και ηθική φυλακή.

Και αν αποκαλώ τον εαυτό μου ατομικιστή αναρχικό,εικονοκλάστη και μηδενιστή, είναι ακριβώς επειδή πιστεύω πως σε αυτά τα επίθετα υπάρει η υψηλότερη και η πιο πλήρης έκφραση της θεληματικής και ριψοκίνδυνης ατομικότητας μου,η οποία, σαν ποταμός που ξεχειλίζει,θέλει να επεκταθεί παρασύροντας ορμητικά φράγματα και φράχτες ώσπου να πέσει πάνω σε γρανιτένιο βράχο,συνθλίβοντας και διαλύοντας στο πέρασμα του.Δεν αποκυρρήσω την ζωή.
Την εξυμνώ και την τραγουδώ.


ΙΙ

Όποιος αποκυρρήτει την ζωή επειδή θεωρεί πως δεν είναι τίποτα άλλο απο πόνος και θλίψη και δεν βρίσκει το ηρωικό κουράγιο να αυτοκτονήσει είναι, κατα την γνώμη μου,ένας τερατώδης υποκριτής και ένας αήμπορος.Όπως ακριβώς είναι κάποιος, ένα οικτρό και κατώτερο πλάσμα εάν πιστεύει πως το ιερό δέντρο της ζωής είναι ένα διεστραμμένο φυτό στο οποίο μπορούν να σκαρφαλώσουν όλοι οι πίθηκοι αργά ή γρήγορα και πως μετά,τη σκιά του πόνου θα τη διώξουν μακριά τα φωσφορίζοντα βεγγαλικά του πραγματικολυ Καλού...


ΙΙΙ

Η ζωή για μένα,δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή,δεν είναι ούτε μια θεωρία ούτε μια ιδέα. Η ζωή είναι μια πραγματικότητα, και η πραγματική ζωή είναι πόλεμος.Για εκείνον που έχει γεννηθεί πολεμιστής,η ζωή είναι πηγή χαράς,για τους άλλους είναι πηγή ταπείνωσης και θλίψης.Δεν απαιτώ πια την ανέμελη χαρά απ'τη ζωή.Δε μπόρεσε να μου τη δώσει, και δεν θα είχα τι να την κάνω τώρα πια που η εφηβεία μου πέρασε...

Αντίθετα,απαιτώ να μου δώσει εκείνη τη διεστραμμένη χαρά της μάχης,που μου δίνει τους θλιβερούς σπασμούς της ήττας και τις ιδονικές ανατριχίλες της νίκης.

Ηττημένος στη λάσπη ή νικητής στον ήλιο,τραγουδώ τη ζωή και τη λατρεύω!

Το εξεγερμένο πνέυμα μου δεν βρίσκει γαλήνη παρά μόνο στον πόλεμο,όπως ακριβώς  δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία για το αλήτικο,γεμάτο άρνηση μυαλό μου απο την ,χωρίς αναστολές,επιβαιβέωση της ικανότητας μου για ζωή και αγαλλίαση.Κάθε μου ήττα είναι για μένα,μονάχα ένα συμφωνικό πρελούδιο για μια νέα νίκη.


IV

Απο τη μέρα που ήρθα στο φώς-μέσα απο μία τυχαία σύμπτωση που δεν με ενδιαφέρει να εξηγήσω τώρα- κουβαλούσα μαζί μου το δικό μου Καλό και το δικό μου Κακό.

Εννοώ:τη χαρά και τη θλίψη μου,σε εμβρυακό στάδιο.Και τα δύο αναπτύχθηκαν μαζί μου στο πέρας του χρόνου.Όσο πιο έντονα αισθανόμουν χαρά,τόσο πιο βαθιά καταλάβαινα τη θλίψη.
Δε μπορείς να καταπιέσεις το ένα χωρίς να καταπιέσεις και το άλλο.

Τώρα έσπασα την πόρτα και αποκάλυψα το γρίφο της Σφίγγας.Η χαρά και η θλίψη είναι απλά δύο ποτά με τα οποία μεθά ανέμελα η ζωή.Έτσι λοιπόν,η ζωή δεν είναι μία άθλια και τροματική έρημος,οπού ούτε ανθίζουν λουλούδια πια,ούτε δρέπονται πορφυροί καρποί.

Και ακόμα και η δριμύτερη θλίψη,αυτή που οδηγεί ένα δυνατό άνδρα στη συνειδητή και τραγική καταστροφή της ίδιας του της ατομικότητας,είναι μονάχα μία δραστήρια εκδήλωση τέχνης και ομορφιάς.

Και επιστρέφει ξανά στο παγκόσμιο ανθρώπινο ρέυμα με τις εκτυφλωτικές ακτίνες του εγκλήματος που καταστρέφει και παρασέρνει όλη την αποκρυσταλλωμένη πραγματικότητα του περιγεγραμμένου κόσμου των πολλών,ώστε να ανυψωθεί προς την απόλυτη ιδανική φλόγα και να διαλυθεί στην ατελείωτη φωτιά του καινούργιου.


V

Η εξέγερση του ελεύθερου ενάντια στη θλίψη είναι μονάχα η ενδόμυχη,παθιασμενη επιθυμία για μεγαλύτερη και πιο έντονη χαρά.Αλλά η μεγαλύετρη χαρά μπορεί να εμφανιστεί σε αυτόν μονάχα στον καθρέφτη της πιο βαθιάς θλίψης,για να ενωθούν αργότερα σε μία τεράστια βάρβαρη αγκαλιά.
Και απο αυτήν την τεράστια και παραγωγική αγκαλιά,αναβλύζει το υψηλότερο χαμόγελο του ισχυρού,καθώς,στα μέσα της σύγκρουσης,τραγουδά τον πιο βροντερό ύμνο στη ζωή.

Έναν ύμνο πλεγμένο απο περιφρόνηση και χλεύη,απο θέληση και δύναμη.Έναν ύμνο που δονείται και πάλλεται στο φως του ήλιου καθώς λάμπει πάνω στους τάφους,έναν ύμνο που ανασταίνει το τίποτα και το γεμίζει με ήχο.


VI

Πάνω από το δουλικό πνεύμα του Σωκράτη,που δέχεται στωικά το θάνατο και πάνω από το ελεύθερο πνεύμα του Διογένη ,που δέχεται κυνικά τη ζωή, ανατέλλει ένα θριαμβικό ουράνιο τόξο,πάνω στο οποίο χορεύει ο ιερόσυλος εξολοθρευτής των νέων πνευμάτων ,ο ριζοσπάστης καταστροφέας κάθε ηθικού κόσμου.Είναι ο ελεύθερος που χορεύει εκεί ψηλά,καταμεσής την μεγαλόπρεπης φωτεινότητας του ήλιου.

Και όταν τεράστια σύννεφα ζοφερού σκοταδιού ξεπροβάλλουν από βαλτώδη βάραθρα για να θολώσουν τη φωτεινή θωριά του ή για να εμποδίσουν το δρόμο του, εκείνος ανοίγει το δρόμο με τις σφαίρες του Browning του ή σταματάει την πορεία τους με την αυταρχική του φαντασία,αναγκάζοντας τα να υποταχθούν σαν ταπεινοί σκλάβοι στα πόδια του.

Αλλά μόνο εκείνος που γνωρίζει και εξασκει την μανία της καταστροφής μπορεί να κατέχει τη χαρά,τη γεννημένη απο την ελευθερία,εκείνης της οναδικής ελευθερίας που γονιμοποιείται απο τη θλίψη.Αντιστέκομαι στην πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου για χάρη του θριάμβου της πραγματικότητας του εσωτερικού μου κόσμου.

Απορρίπτω την κοινωνία για το θρίαμβο του Εγώ.Απορρίπτω τη σταθερότητα κάθε κανόνα,κάθε εθίμου,κάθε ηθικής για την επιβεβαίωση κάθε θεληματικού ενστίκτου,κάθε ελεύθερης συναίσθησης,κάθε πόθου,κάθε φαντασίας.Χλευάζω κάθε καθήκον και κάθε δικαίωμα για να μπορώ να τραγουδώ την ελεύθερη βούληση.

Χλευάζω το μέλλον του να υποφέρω και απολαμβάνω το καλό μου και το κακό μου στο παρόν.Σιχαίνομαι την ανθρωπότητα γιατί δεν είναι η δικιά μου ανθρωπότητα.Μισώ τους τυράννους και απεχθάνομαι τους σκλάβους.Δε θέλω και δεν ζητώ αλληλεγγύη,γιατί είμαι πεπεισμένος πως είναι μία νέα αλυσίδα και γιατί πιστεύω όπως ο Ίψεν ότι ο πιο μόνος είναι και ο πιο δυνατός.Αυτος είναι ο Μηδενισμός μου.Η ζωή,για μένα, δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ηρωικό ποίημα χαράς και διαστροφής γραμμένο από τα ματωμένα χέρια της θλίψης και του πόνου ή ένα τραγικό όνειρο τέχνης και ομορφιάς.

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς Σχέδιο Φοίνικας 2013 (CCF "Phoenix" Project.)

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Tα όνειρα είναι να πραγματωθούν εδώ, στο παρόν, και όχι σ’ ένα υποθετικό μέλλον.
Γιατί τα μελλούμενα τα βγάζανε πάντοτε στο σφυρί οι ιερείς οποιασδήποτε θρησκείας ή ιδεολογίας ώστε να μπορούν να κλέβουν με ατιμωρησία.
Θέλουμε ένα παρόν που ν’ αξίζει να βιώνεται, κι όχι απλώς να θυσιάζεται στη μεσσιανική προσδοκία ενός μελλοντικού επίγειου παραδείσου.
Γι’ αυτό βαλθήκαμε να μιλάμε στην πράξη για μιαν αναρχία που πραγματώνεται τώρα, όχι αύριο.
Το "όλα με τη μία" είναι ένα στοίχημα, ένα παιχνίδι στο οποίο έχουμε ριχτεί, όπου το διακύβευμα είναι η δική μας η ζωή, η ζωή ολωνών, ο δικός μας ο θάνατος, ο θάνατος ολωνών...
Πιερλεόνε Μάριο Πόρκου

Oscar Wilde ~ Εκ βαθέων

Οι πιο τυποποιημένοι άνθρωποι, για τους οποίους η ζωή είναι μια έξυπνη κερδοσκοπία που εξαρτάται από έναν προσεχτικό υπολογισμό τρόπων και μέσων, ξέρουν πάντα για πού τραβάνε και καταλήγουν εκεί. Ξεκινούν με την επιθυμία να γίνουν καντηλανάφτες της ενορίας και, σ’ οποιαδήποτε σφαίρα κι αν τοποθετηθούν, καταφέρνουν να είναι καντηλανάφτες της ενορίας και τίποτε περισσότερο. Ένας άνθρωπος που επιθυμεί να γίνει κάτι ξέχωρο από τον εαυτό του, μέλος, ας πούμε, του κοινοβουλίου, πετυχημένος μπακάλης, διακεκριμένος δικηγόρος, δικαστής ή κάτι εξίσου ανιαρό, πετυχαίνει πάντα να γίνει αυτό που θέλει. Αυτή είναι η τιμωρία του. Όσοι θέλουν μάσκα, πρέπει να την φορέσουν...

Κινούμενη άμμος ~ Ζακ Πρεβέρ

Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ
Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν...
Η κοινότοπη φρίκη που το παγκόσμιο θέαμα μας παρουσιάζει καθημερινά κρύβει μιαν άλλη φρίκη ακόμα πιο καθημερινή. Αυτή του καθεαυτού θεάματος που τοποθετώντας τον θεατή μεταξύ παραίτησης και αγανάκτησης, τον κάνει να τρέμει στις τέσσερις γωνιές του σύμπαντος χωρίς να εγκαταλείπει την πολυθρόνα της νοσηρής απόλαυσης...
Η ανοικοδόμηση του κεφαλαίου και του κράτους, έτσι όπως πραγματοποιείται σήμερα, προτείνει έναν επαναπροσδιορισμό των ταξικών σχέσεων μέσω νέων προοπτικών.
Αυτοί που κατέχουν και θα κατέχουν στο μέλλον τα τεχνολογικά όργανα, θα έχουν και την εξουσία και θα καταφέρουν να διαχειριστούν τη συναίνεση.
Αυτοί θα είναι οι "εντός" σε μια πραγματικότητα κυριαρχίας.
Οι υπόλοιποι θα είναι οι "εκτός", καταδικασμένοι σε μια "παθητική" χρήση της τεχνολογίας.
Η τελειοποίηση αυτής της διαδικασίας θα επιτευχθεί μέσω της απώλειας όσων κατέχει η τάξη των "εκτός" και σε πρώτο επίπεδο, του πολιτισμού της.
Αυτοί που υφίστανται αυτήν την πίεση είναι οι νέοι.
Ανάμεσα τους θα φανεί ποιοι θα είναι οι μελλοντικοί "εκτός" και "εντός".
Και φυσικά δεν θα είναι ο χώρος ταξικής καταγωγής αυτός που θα καθορίσει ποιος θα γίνει τι.
Οι καθοριστικοί παράγοντες θα είναι άλλοι. 
Από το βιβλίο του  "Οι νέοι σε μια μεταβιομηχανική κοινωνία"

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Μία μέρα φυλακή. Δύο μέρες φυλακή. Τρεις μέρες φυλακή. Ένας μήνας φυλακή.
Η πόρτα κλειδώνει και ξεκλειδώνει, κλειδώνει και ξεκλειδώνει. Τρεις μήνες φυλακή.
Πέρασε ένας χρόνος φυλακή. Ποιός ξέρει αν οι άλλοι με σκέφτονται όσο τους σκέφτομαι κι εγώ.
Σήμερα η ώρα δεν περνάει με τίποτα. Τετρακόσιες εβδομήντα δύο μέρες φυλακή.
Τετρακόσιες εβδομήντα τρεις μέρες φυλακή. Τετρακόσιες εβδομήντα… έχασα το λογαριασμό.
Δε γαμιέται... καλύτερα, στη φυλακή δεν είναι καλό να μετράς. Οι υπολογισμοί δεν έχουν κανένα νόημα.
Η φυλακή έχει τη δική της μυρωδιά. Μια μυρωδιά που πέφτει επάνω σου και σε ακολουθεί.
Σιγά μην καταφέρω ποτέ να την βγάλω από πάνω μου. Χτες τέλειωσα δύο ημερολόγια στη φυλακή.
Πέρασαν δύο γαμημένα χρόνια. Δεν με πιάνει ύπνος. Ξέχασα να γελάω και δεν βλέπω όνειρα.
Γκλανγκ, γκλανγκ νυχτιάτικα. Με σηκώσανε για έρευνα. Άραγε θα βρουν τα μαχαίρια;
Εφτακόσιες πενήντα μία μέρες φυλακή. Iκανοποιημένοι αγαπητοί μου δικαστές; Γουρούνια. Εφτακόσιες πενήντα δύο μέρες φυλακή, γουρούνια. Εφτακόσιες πενήντα τρεις γουρούνια.
Ε ρε και να βγω έξω. Ε ρε και να βγω έξω. Το κελί μου είναι τρία μέτρα επί τρία μέτρα.
Από το παράθυρο στον πρώτο όροφο, βλέπω είκοσι εκατοστά ουρανό πάνω από τον γαμημένο τοίχο της φυλακής.
Περπατάω μηχανικά στο προαύλιο. Έχω κάνει χιλιόμετρα μέσα σ' ένα προαύλιο λίγων μέτρων. Πλήξη και πάλι πλήξη.
Σήμερα ξέρασα από μέσα μου την ψυχή μου. Ξέρασα κάγκελα, τοίχους, απομονώσεις, χρόνια φυλακής, αποφάσεις δικαστών.
Ξέρασα τρία χρόνια φυλακής. Δε θέλω να μετρήσω άλλο.
Κλείνω τα μάτια μου και σκέφτομαι. Σκέφτομαι τους συντρόφους που κρατάνε μακριά μου σε άλλες φυλακές. Σκέφτομαι τις φωτιές στις ταράτσες των φυλακών. Σκέφτομαι όλα όσα προσπάθησαν να με κάνουν να ξεχάσω.
Σκέφτομαι ένα γέλιο, ένα χάδι, μία βόλτα που να μην σταματάει στο τέλος του τοίχου, ένα βλέμμα που να μην φυλακίζεται πίσω από τα κάγκελα της γαμημένης φυλακής.
Σταματάω να σκέφτομαι. Ανοίγω το χέρι μου.
Κοιτάω τη λίμα που κρατώ. Τώρα ξέρω. Ξέρω ακριβώς τι πρέπει να κάνω.
Πάμε άλλη μία φορά. Πιο δυνατά αυτή τη φορά.
Μέχρι το τέλος. Ζήτω η Αναρχία.

Παραποιημένο απόσπασμα από τα φυλακισμένα μέλη της Σ.Π.Φ. από κείμενο με την υπογραφή J. και V.

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Oscar Wilde

Η ατομική ιδιοκτησία δυσχεραίνει τον Ατομικισμό σε κάθε βήμα…
Με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, τότε πραγματικά θα έχουμε όμορφο, υγιή Ατομικισμό. Κανείς δε θα χάνει τη ζωή του συσσωρεύοντας αγαθά και σύμβολα αγαθών.
Θα ζει. Το να ζεις είναι το πιο σπάνιο πράγμα στον κόσμο.
Οι πιο πολλοί άνθρωποι απλά υπάρχουν, αυτό είναι όλο...

Pablo Neruda

Την καρδιά μου
Την σκορπάς σε μέρη, όπου μονάχα εσύ ορίζεις πως είναι κατάλληλα για να ακουμπήσεις τα κομμάτια μου
Γνωρίζεις, πλέον, καλά πως τα μάτια σου είναι το αγαπημένο μου ταξίδι
Παίρνω την αγκαλιά σου και την πλάθω σε σχήματα... σε σχήματα μοναδικά και μόνο εγώ βλέπω, κατανοώ
Την αγκαλιά σου την τυλίγω γύρω μου... τη νιώθω... απορροφάω κάθε ίχνος θερμότητας
Σφαδάζει η νοσταλγία μου... την ακούω στις γοερές κραυγές της
Και γίνομαι χρυσόσκονη και σε στολίζω παντού, με κάθε λαμπερό μου βλέμμα... Αντανακλώ εσένα... μην απορείς
Αγγίζω το κορμί σου και γελιέμαι για λίγο... χάνομαι σε ένα παιχνίδι του χρόνου σε μια αντίφαση
Σε μια στιγμή μπλεγμένη ανάμεσα σε φαντασία και πραγματικότητα
Τι να πιστέψω; Την αίσθηση στα δάχτυλα μου; Την σιωπή σου; Την ανάσα σου;
Το χέρι σου όμως με τραβαει, με το αγγιγμά σου με ξυπνάς
Σε μυρίζω
Θαρρώ πως υπάρχεις
Είσαι εδώ
Για πόσο όμως;
Κλέινω τα μάτια μου και παλεύω με τους πόθους μου και τις νοσταλγίες μου...
Λένε πως το πιο μεγάλο φως λάμπει στο πιο βαθύ σκοτάδι
Και πολλοί νομίζουν πως αυτό είναι ένα συμπέρασμα
Ένα απόφθεγμα σμιλεμένο από τις συμπληγάδες της ιστορίας
Για εκείνους κι εκείνες που βαδίσανε σε μονοπάτια απάτητα
Κι ανοίξανε δρόμο εκεί που όλα μοιάζαν αδιέξοδα
Μα όλα αυτά είναι κάτι περισσότερο από ένδοξες στιγμές κι αγιογραφίες ηρώων
Κάτι μεγαλύτερο από εικονίσματα και στιγμές αυτοθυσίας
Είναι η μακαριότητα ενός ελέφαντα που παίρνει το δρόμο για το μεγάλο ταξίδι
Είναι τα βαριά βλέφαρα μετά από μια μέρα μόχθου
Είναι η σταθερότητα του χεριού πάνω από ένα ανοιχτό τραύμα
Είναι έργα καθημερινά που δεν ανεβαίνουν σε κανένα θέατρο και δεν εξυμνούνται σε καμιά λογοτεχνική στήλη
Είναι εγώ κι εσύ, είναι εμείς
Είναι λεπτά και δευτερόλεπτα που γεννάνε χρόνια
Είναι δανεικές στιγμές για να βγει η μέρα και κερασμένα ποτά για να περάσει η νύχτα
Είναι εφιάλτες που ξυπνάς κάθιδρος και όνειρα που για να γίνουν πράξη δε φτάνουν χίλια χρόνια
Είναι σημάδια στο πρόσωπο και χάδια στην πλάτη
Είναι βουρκωμένα μάτια και σφιγμένα δόντια
Αυτά είναι και άλλα πολλά
Και κάπως έτσι λιγοστεύουν συμπεράσματα κι αποφθέγματα
Κι ορθώνονται δίκαια ερωτήματα
Γιατί πόσοι θέλουν τον πόνο γι' αδερφό και την οδύνη για μάνα;
Πόσες ακόμη αγαπούν τις μουντές μέρες;
Πόσοι;
Πόσες;

Από το περιοδικό Barricada Antifa

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Jacques Prévert

Τα παιδιά που αγαπιούνται
Φιλιούνται όρθια,
Ακουμπώντας στις πόρτες της νύχτας
Κι οι περαστικοί τα δείχνουν με το δάχτυλο...

Μα τα παιδιά που αγαπιούνται
Δεν τους νοιάζει κανένας
Μόνο ο ίσκιος τους τρέμει
Μέσα στη νύχτα
Προκαλώντας θυμό στους διαβάτες
Θυμό, περιφρόνηση, γέλιο και ζήλεια...

Τα παιδιά που αγαπιούνται
Δεν τους νοιάζει κανένας
Είναι πολύ πιο μακριά απ΄ ό,τι είν΄ η νύχτα
Πολύ πιο ψηλά απ΄ό,τι είν΄η μέρα
Μέσα στην εκθαμβωτική φωτεινότητα
Του πρώτου τους έρωτα...
Aπό τη συλλογή Spectacle
1951

Θα γράψω ~ Robert Graves

Είχε κάνει γι΄αυτήν τα πάντα που ένας άντρας θα μπορούσε
Και μερικοί, ίσως πουν περισσότερα απ΄όσα ένας άντρας θα έπρεπε.
Υπήρξε λοιπόν ποτέ μια φλόγα που να σβήστηκε έτσι απερίσκεπτα
Ένας τελευταίος αποχαιρετισμός που να δόθηκε έτσι αδιάφορα όσο αυτός;
"Θα σου γράψω", ψιθύρισε στα γρήγορα
Στο μάγουλό της γέρνοντας για ένα ευγενικό φιλί
Έπειτα απομακρύνθηκε, χωρίς να κάνει μεταβολή…

Πολυσέλιδα γράμματα γραμμένα και ταχυδρομημένα στο ίδιο της το μυαλό
Δεν υπάρχουν ταχυδρομεία στην πόλη των νεκρών...

Δυνάμωσις ~ Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
Να βγει απ’ το σέβας κι από την υποταγή.

Από τους νόμους, μερικούς θα τους φυλάξει
Αλλά το περισσότερο θα παραβαίνει
Και νόμους κι έθιμα κι απ’ την παραδεγμένη
Και την ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγει.

Από τις ηδονές πολλά θα διδαχθεί
Την καταστρεπτική δε θα φοβάται πράξη
Το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθεί
Έτσι θ’ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώση...

Η Πανούκλα ~ Αλμπέρ Καμύ

Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι. Υπήρξαν στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι. Και παρ’ όλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους.

Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε: “Δε θα διαρκέσει πολύ, είναι πολύ ανόητο”. Κι αναμφίβολα ένας πόλεμος είναι σίγουρα πολύ ανόητος, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να διαρκέσει. Η ανοησία επιμένει πάντα και θα μπορούσε κανείς να το διακρίνει αν δε σκεφτόταν μόνο τον εαυτό του. Απ’ αυτήν την άποψη οι συμπολίτες μας ήταν σαν όλο τον κόσμο, σκέφτονταν τους εαυτούς τους και για να το πούμε κι αλλιώς ήταν ανθρωπιστές: δεν πίστευαν στις δυστυχίες. Η δυστυχία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, επομένως λέμε ότι η δυστυχία δεν είναι πραγματική, είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει. Αλλά δεν περνάει πάντα και από κακό όνειρο σε κακό όνειρο, είναι οι άνθρωποι που περνάνε και πρώτα πρώτα οι ανθρωπιστές, γιατί δεν πήραν τις προφυλάξεις τους.

Οι συμπολίτες μας δεν ήταν πιο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν να είναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν ότι όλα είναι ακόμη δυνατά για αυτούς πράγμα που σήμαινε ότι οι δυστυχίες είναι αδύναμες. Συνέχιζαν να κάνουν επιχειρήσεις, να ετοιμάζουν ταξίδια, και να έχουν γνώμες. Πώς θα μπορούσαν να σκεφτούν την πανούκλα, που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις, τις συζητήσεις; Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ελεύθερους και κανένας δε θα είναι ποτέ ελεύθερος, όσο υπάρχουν δυστυχίες...

Multum in parvo ~ Σύγχρονο Πειραματικό Ινστιτούτο Ανωμαλίας και Το Απόλυτο του Μηδενός

A4 που έπεσε από μια μαύρη τρύπα

Multum in parvo
«Ο δημιουργός ζητά συντρόφους: ανθρώπους που μαζί του θα θερίσουν,
γιατί κάθε τι μαζί του ωριμάζει για θέρος. Μα του λείπουν τα εκατό δρεπάνια,
γι’ αυτό ξεριζώνει τα στάχυα και είναι οργισμένος.

Συντρόφους ψάχνει ο δημιουργός: και μάλιστα τέτοιους που να γνωρίζουν
να ακονίζουν τα δρεπάνια τους. Θα τους αποκαλέσουν εξολοθρευτές και
περιφρονητές του καλού και του κακού . Αλλά αυτοί είναι
οι θεριστάδες και οι γλεντοκόποι που γιορτάζουν τη ζωή.»

Φ. Νίτσε
Ο tempora ! Ο mores !

Κανένας ρόλος δεν μας εμπεριέχει γιατί κάθε ρόλος είναι μια οφθαλμοφανής και γελοία απάτη, καλλιεργείται στο φαίνεσθαι και ανθίζει στο δήθεν.

Καμία άξια δεν μπορεί να μας κατέχει, γιατί οι άξιες δεν είναι τίποτα άλλο
από ηθικούς κανόνες που αντιμάχονται, νεκρώσιμη ακολουθία της ανθρώπινης υπόστασης που δεν υπάρχει πια, προϊόν εξαναγκασμού της κάθε εποχής και προαιώνιοι καταναγκασμοί που ενυπάρχουν στο συνονθύλευμα των μεταμοντέρνων καιρών, που εξελίσσουν τον παλιό κόσμο.
Οποιαδήποτε παραίτηση δεν μπορεί να μας ανήκει, ανήκει σε όλους αυτούς που
παραδίνονται όλο και πιο πολύ σε αυτό που η κοσμική τάξη προπαγανδίζει:
την φρίκη, την παθητικότητα, το εμπόρευμα , το θέαμα, την αποσπασματικότητα
και την ματαιότητα. Ανήκει σε όλους αυτούς που μιλούν τη γλώσσα της εποχής και την επεκτείνουν, σε εκείνους που γυρνούν εδώ και εκεί ξερνώντας κόπωση και ανημποριά.
Σε εκείνους που εγκαταλείπουν κάθε δυναμική και αποφασιστική προοπτική στη ζωή τους, που πλαγιάζουν με τον παθητικό μηδενισμό στο προσκεφάλι τους και ξυπνούν με το ασθενικό κενό σαν καλημέρα. Μας είναι γνώριμη η υποκριτική θέση τους, θα τους
ξεσκεπάσουμε μαζί με όλες τις μίζερες συμβάσεις τους αφήνοντας τους πλέον να
κοιμηθούν μια για πάντα στις ανόητες εσωτερικές αναζητήσεις, στα συγκαταβατικά
χαριεντίσματα του πλήθους, και στις ψευδείς πεσιμιστικές τους αγωνίες.
Αν διαλέξατε την επιβίωση, τον αιώνιο ύπνο, μην νομίζετε ότι θα σας αφήσουμε
να το διασκεδάζετε .

Γιατί οι μηδενιστές δεν είναι αιχμάλωτοι αυτού του κόσμου
αλλά ορκισμένοι εχθροί του.

Γιατί ο μηδενισμός, που εμφανίζεται σαν μια ακόμα δημόσια και προσωπική πάθηση
είναι φαιδρός και παρέχει κρυψώνες για να καταφύγει η αδυναμία σε πλήρη ηρεμία.

Ο παθητικός μηδενισμός είναι ψευδές κατασκεύασμα της φρίκης
και των δειλών να αντιμετωπίσουν τα αβίωτα διλήμματα.

Η μηδενιστική δραστηριότητα ξεσκεπάζει όλες τις κρυψώνες και ακόμα περισσότερο
αυτές που παρουσιάζονται και υποκρίνονται ως δικές της, κατασπαράζει με λύσσα την ανημποριά και τους ρόλους και μάλιστα με περισσότερη όρεξη ό,τι υποδύεται
αυτήν την δραστηριότητα, ενώ βρίσκεται στην ακινησία.

Γιατί ο μηδενισμός είναι η απόλυτα ενεργητική κίνηση που αρέσκεται να φέρνει τα πάνω κάτω , είναι η περιπέτεια του πόλεμου στην πιο ευγενική της μορφή.

Είναι ο ίδιος ο πόλεμος που εκφράζεται ως ποίηση
είναι η βιωμένη ποίηση που εκφράζεται ως πολεμική.

Γι' αυτό εκμηδενίστε αδέρφια εκμηδενίστε.
Μην αφήνετε τίποτα όρθιο, διασαλέψτε τα πάντα.
Όσοι μένετε ζωντανοί, για ακόμα μια φορά εκμηδενίστε...
Σύγχρονο Πειραματικό Ινστιτούτο Ανωμαλίας
και
Το Απόλυτο του Μηδενός
1

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Φάουστ ~ Γκαίτε

"Πρώτα ήταν ο Λόγος"

Πριν αρχίσω σκοντάβω κιόλας. Ποιος βοηθά να προχωρήσω;
Τόσο το Λόγο ν' ανεβάσω αξίζει;
Σωστά το πνεύμα αν με φωτίζει, πρέπει άλλη εξήγηση να δώσω.
Είναι το νόημα "Πρώτα ήταν ο Νους".
Ωστόσο σκέψου καλά την πρώτη τούτη λέξη, η πένα σου πολύ να μην παρατρέξει.
Τάχα είν' ο Νους που έχει τα πάντα πλάσει;
Πρέπει να γράψω "Πρώτα ήταν η Δράση".
Όμως ενώ το γράφω, κάτι πίσω δε με αφήνει ούτε 'δω να σταματήσω.
Βοηθά το πνεύμα.
Φως μου φέγγει, ας μη διστάξει η πένα μου να γράψει "Πρώτα ήταν η Πράξη"...

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Ερείπια (Ruins) ~ Οροθετικές γυναίκες, Το χρονικό μιας διαπόμπευσης

To ντοκιμαντέρ Ruins εξιστορεί τη συγκλονιστική υπόθεση ποινικοποίησης του HIV στην Ελλάδα.
Η εξιστόρηση της δίωξης των οροθετικών γυναικών, οι οποίες προσήχθησαν από την Ελληνική Αστυνομία, υπέστησαν εξαναγκαστικούς ελέγχους για ΗΙV, προφυλακίστηκαν για κακούργημα, και τελικά διαπομπεύθηκαν, όταν οι φωτογραφίες και τα προσωπικά τους δεδομένα δημοσιοποιήθηκαν στα ΜΜΕ, λίγες μέρες πριν τις εθνικές εκλογές της 6ης Μαΐου 2012.

Για οικονομική ενίσχυση του δικαστικού αγώνα των οροθετικών γυναικών, κάντε κλικ εδώ: http://ruins-documentary.com/donate/


Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Roberto Juarroz



Όχι, δεν μας σκοτώνει μια στιγμή
Μα μιας στιγμής η έλλειψη
Δε μας σκοτώνει μια σκιά
Μα η απουσία η μοιραία μιας σκιάς
Χαμένης πιθανώς στο χάσμα
Ετούτης της ασύγκριτης αιωνιότητας
Της παράλογης
Δε μας σκοτώνει η έλλειψη της ζωής
Μα το ζάρι μιας μοίρας γλυκόπικρης
Σε παρτίδα πάνω αόρατη
Δε μας σκοτώνει ο θάνατος
Μας σκοτώνει ο ερχομός στη ζωή

Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον ~ Richard Bach


Το να βρούμε αυτό που θα θέλαμε να κάνουμε περισσότερο από κάθε άλλο πράγμα στη ζωή μας
Και να τραβήξουμε προς τα εκεί με θάρρος, ακλόνητη αποφασιστικότητα και επιμονή
Είναι ο δρόμος όλων εκείνων που τολμούν να ζουν ευτυχισμένοι.

Ως αντάλλαγμα για αυτή την προσπάθειά μας θα μας περιφρονήσουν
Θα μας χλευάσουν και θα μας εξοστρακίσουν από τον κύκλο τους οι φίλοι και οι συγγενείς.

Αν επιμείνουμε όμως, αν αντέξουμε τη μοναξιά μας και μείνουμε αφοσιωμένοι
Σε αυτό που με τόση αγάπη αποφασίσαμε να κάνουμε, τότε θα ανακαλύψουμε
Ότι έχουμε καινούριους φίλους και κανουριους συγγενείς, οι οποίοι ήδη συμμερίζονται τις αξίες και τα ιδανικά που έχουμε επιλέξει
Κι ότι μαζί τους θα πετάξουμε πολύ πιο μακριά και πιο ψηλά
Από όσο μπορούμε να ονειρευτούμε...



"Πέταξε" σημαίνει αποδεσμεύσου, σπάσε τις προσκολλήσεις, έχε εμπιστοσύνη στη δύναμη του αόρατου. Να βρούμε εκείνο, που αγαπάμε να κάνουμε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο και να εξακοντίσουμε τον εαυτό μας προς αυτή την αγάπη με θάρρος, επιμονή και απόλυτη αποφασιστικότητα
Richard Bach

Κατερίνα Γώγου

Πάρε με λοιπόν από δω...
Θέλω να σου δείξω τα καλοκαιριάτικα θέατρα
Πώς ζούνε το χειμώνα
Πόσο άδεια είναι τα σχολικά όταν έχουν αργία
Κι όλους τους φίλους που φύγανε
Και δεν μπορούν πια να με προδώσουν
Πάμε από δω πάμε εκδρομή σε μέρος που δεν έγινε
Αφού στο ‘χω γράψει στο ‘χω πει
Όπου κι αν πάτησα άφηνα αίμα
Γι’ αυτό δεν μπορώ ποτέ πού να σταθώ
Κι όλο αλλάζω σεντόνια...

Ιδιώνυμο

Salvatore Ricciardi

Ανακαλύψαμε κάτι πολύ σημαντικό, δεν ήμασταν μόνοι...
Υπήρχαν τόσες ομάδες νεολαίων στους δρόμους της Ρώμης που όπως και εμείς, έτσι και αυτοί είχαν διανύσει τα μεταπολεμικά χρόνια συσσωρεύοντας δυσφορία και οργή ενάντια σε όλους εκείνους που τους καταδίκαζαν σε μια αβίωτη καθημερινότητα...
Όπως κι εμείς, έτσι κι αυτοί έτρεφαν εκείνο το είδος απέχθειας για την πολιτική που ήξερε από "ψηφοδέλτια", "προτάσεις" και "ημερήσιες διατάξεις" αλλά δεν είχε ιδέα του τι σήμαινε πραγματική ζωή...
Όπως κι εμείς, έτσι κι αυτοί είχαν συσσωρεύσει αμέτρητες ερωτήσεις, αλλά δεν έβρισκαν καμία απάντηση...
Όπως κι εμείς, έτσι κι αυτοί ήθελαν να κάνουν κάτι...

Ρώμη, Ιούλιος 1960

Social Waste ~ Στη γιορτή της Ουτοπίας


Θα ’τανε κάποια Κυριακή, κάποια Δευτέρα
Σε κάποιο ποίημα του Λόρκα, στους πίνακες του Ριβέρα
Στη θάλασσα του Χικμέτ, στα λόγια του Γκαλεάνο
Και πριν καλά-καλά σε βρω πάντα σε χάνω
Θα ’τανε καθημερινή, μπορεί και αργία
Πλακάτ, πανό, «κράτος κλειστόν» και απεργία
Σε κάποιο στίχο του Άκη Πάνου, ή του Ρασούλη που φωνάζει
Κι όμως αλλάζει Κεμάλ, κι όμως αλλάζει...

Όσο σιμώνω μακραίνει κι έτσι ποτέ δεν τη φτάνω
Άπιαστη, ωραία ουτοπία - καλά τα λέει ο Γκαλεάνο
Μα όταν γιορτάζει καινούριους δρόμους μου τάζει
Κι αρχίζω πάλι να πιστεύω πως ο κόσμος αλλάζει
Κι αμφισβητώ τον Κεμάλ, αμφισβητώ και το Μάνο
Στέκω στις μύτες των ποδιών αλλά και πάλι δε φτάνω
Είν’ το παιχνίδι παλιό κι αν θες το νόημα να βρούμε
Πρέπει λιγάκι ακόμα ψηλότερα να σηκωθούμε
Οι ποιητές μας τα ‘χουν πει, του παιχνιδιού τους κανόνες
Τους έχουν γράψει με πορφυρή μελάνη οι αιώνες
Όπως και τότε στη Χιλή, θα ‘τανε once de Setiembre
Κι είπες χαλάλι, και hasta la victoria siempre
Ή σαν και τώρα που μου ‘παν πως σ’ είδανε στην Ινδία
Μάζευες ήλιο κι αέρα μ’ όλη την ξυπολυταρία
Ή με ένα κόκκινο μπερέ σ’ είχανε δει μια φορά
Ήσουνα λέξη στο στόμα του Thomas Sankara
Κι ακόμα τώρα σε βλέπουν κι όλο τον κόσμο ρωτάνε
Οι Δον Κιχώτοι κι οι Σάντσοι που πάνε;
Γίνεσαι μάϊσα σελήνη, νύχτα χαράζεις πορεία
Και την ημέρα αφήνεις και ταξιδεύουμε στ’ αστεία...

Θα ’τανε κάποια Κυριακή, κάποια Δευτέρα
Σε κάποιο ποίημα του Λόρκα, στους πίνακες του Ριβέρα
Στη θάλασσα του Χικμέτ, στα λόγια του Γκαλεάνο
Και πριν καλά-καλά σε βρω πάντα σε χάνω
Θα ’τανε καθημερινή, μπορεί και αργία
Πλακάτ, πανό, «κράτος κλειστόν» και απεργία
Σε κάποιο στίχο του Άκη Πάνου, ή του Ρασούλη που φωνάζει
Κι όμως αλλάζει Κεμάλ, κι όμως αλλάζει

Σ’ έχω γυρέψει καιρό, πήρα από πίσω τα ίχνη
Σ’ έψαξα μέχρι την Τσιάπας, αντάρτες μες στην ομίχλη
Στο Σύνταγμα στην πλατεία σε ψηλαφίσαν μιλιούνια
Και πιο πριν στην Ιβηρική, plazas del Sol και Catalunya
Στο Μισίρι και στο Τούνεζι ήσουν φλόγα και φως
Στο Μεξικό σε βγάλανε Yo Soy
Ρίχνει τα πέπλα η Σαλώμη, το κεφάλι στο πιάτο
Μα δε μασάει, αντιστέκεται το precariato
Εργάτες στη Χαλυβουργία, απεργία cabrones!
Και ανθρακωρύχοι στην Asturias, “… hasta los cojones”
Φοιτητές στο Σαντιάγκο και στο Μοντρεάλ
Γιατί η παιδεία είναι αγαθό δημόσιο και δωρεάν
Στην Αργεντίνα οδοφράγματα σαν τον παλιό καιρό
Στην Cochabamba δεν πουλιέται ρε κουφάλες το νερό
Σαν Μάη του ́68 χρόνια να ‘ρθεις σε περιμένω
Σαν τραγούδι του Oscar Chavez απαγορευμένο
Ήσουν βιβλίο που το βάλαν φυλακή στην Τουρκία
Και ανταποκριτής νεκρός στη Χομς στη Συρία
Αλλού σε λένε Ζαπάτα κι αλλού Τουπακ Κατάρι
Αλλού Σαντίνο, αλλού Τσε, και στην Ελλάδα Άρη...